Kreport > articles > Πάμε προς τα εκεί;

Πάμε προς τα εκεί;

Της Άννυς Ποδηματά

 «Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία είναι απαραίτητη για την υγεία του πλανήτη και των
ανθρώπων, αλλά είναι επίσης (απαραίτητη) για την οικονομία μας». (
Ursula von der Leyen, 7/11/2019,
πανηγυρική ομιλία στην Ολομέλεια του ΕΚ, ως νεοεκλεγείσα Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής).

Την Κυριακή 6/02 το KReport, παραπέμποντας στο άρθρο του Κ. Καλλίτση στην Καθημερινή, επισήμανε ότι η χώρα διανύει τα τελευταία χιλιόμετρα σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας και ως εκ τούτου η αναβάθμιση της πιστοληπτικής της ικανότητας είναι ζωτικής σημασίας, διότι έτσι θα διευκολυνθεί η ισχυρή αλλά και (κυρίως) διατηρήσιμη οικονομική μεγέθυνση. «Πάμε προς το εκεί;», τέθηκε το (ρητορικό) ερώτημα συνοδευόμενο από επισημάνσεις για τους κινδύνους που εγκυμονούν οι πρακτικές οριζόντιων  παροχών και ελαφρύνσεων, ο διαγκωνισμός παροχολογίας και η ακραία πόλωση.

Το ερώτημα «πάμε προς τα εκεί;» μπορεί -και πρέπει-να τεθεί και για το βαθμό  συμμετοχής της χώρας μας στον συντελούμενο ριζικό μετασχηματισμό του ευρωπαϊκού οικονομικού μοντέλου, σε εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας και του κλιματικού νόμου της Ένωσης.

Γιατί; Γιατί δεν φαίνεται να συνειδητοποιούμε ότι το διακύβευμα του συντελούμενου μετασχηματισμού υπερβαίνει κατά πολύ τη μείωση των εκπομπών CO2 και τη γενναία ανάπτυξη των ΑΠΕ. Το διακύβευμα είναι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας μέσα από τη διαδικασία πράσινης και ψηφιακής μετάβασης.

«Το είχαμε πάει πολύ μακριά, το παρατραβήξαμε»

Με  την ισχυρή παρότρυνση όχι μόνο των μεγάλων οικονομιών αλλά και χωρών συγκρίσιμων (πληθυσμιακά) με μας, που δίνουν έμφαση στην ανταγωνιστικότητα και την εξωστρέφεια της οικονομίας τους, η Ένωση επιχειρεί να αναζωογονήσει τα βιομηχανικά της οικοσυστήματα (κάθε τομέα οικονομικής δραστηριότητας), να ανακτήσει το χαμένο έδαφος σε τεχνολογίες αιχμής, να κερδίσει ηγετικές θέσεις στις νέες πράσινες τεχνολογίες, να περιορίσει τις «στρατηγικές εξαρτήσεις» της, να δρομολογήσει, με μια σειρά εργαλεία και κίνητρα, τον «επαναπατρισμό» στην Ευρώπη επιχειρήσεων από τρίτες χώρες.

Χαρακτηριστική είναι μια φράση που χρησιμοποίησε, με αφοπλιστική ειλικρίνεια, ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών Bruno Le Maire, μιλώντας πριν από λίγες εβδομάδες στην πρώτη εκδήλωση στο πλαίσιο της γαλλικής προεδρίας: «Διαπιστώσαμε -είπε- ότι το είχαμε πάει πολύ μακριά με τις βιομηχανικές μετεγκαταστάσεις (σε τρίτες χώρες). Ότι το είχαμε παρατραβήξει με την εγκατάλειψη της οικονομικής κυριαρχίας μας, στη βάση μιας λογικής εσφαλμένης και πλέον ξεπερασμένης, που έλεγε ότι οτιδήποτε μπορεί να παραχθεί πιο φτηνά στο εξωτερικό, ας παραχθεί στο εξωτερικό. Συνειδητοποιήσαμε τελικά ότι η (οικονομική) κυριαρχία έχει ένα τίμημα κι αυτό το τίμημα καλά θα κάνουμε να το καταβάλουμε».

Τί σημαίνουν όλα αυτά;

Σημαίνουν ότι μαζί και παράλληλα με τη φιλοδοξία της Ευρώπης να παραμείνει ηγετική δύναμη παγκοσμίως στην προσπάθεια καταπολέμησης της κλιματικής αλλαγής, γεννιέται ένα είδος «ευρωπαϊκού οικονομικού πατριωτισμού», δημιουργίας ευρωπαϊκής προστιθέμενης αξίας.

Δεν είναι λοιπόν μόνον αυτά που συνήθως απολαμβάνουν μεγάλης προβολής και δημοσιότητας στην Ελλάδα, όπως τί μας αναλογεί από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης και τί από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης.

Δράσεις για την οικονομική αφύπνιση

Τα τελευταία 2,5 χρόνια, είναι αναρίθμητες οι αποφάσεις, οι νομοθετικές προτάσεις και οι πρωτοβουλίες που αναλήφθηκαν για να υπηρετήσουν αυτήν την «οικονομική αφύπνιση», που μάλιστα ενισχύθηκε και επιταχύνθηκε από την πανδημική κρίση λόγω των τεράστιων ελλείψεων που διαπιστώθηκαν σε βασικά υγειονομικά αγαθά και των διαταραχών στην εφοδιαστική αλυσίδα.

Πλέον πρόσφατο παράδειγμα, η ανακοίνωση (8/02) για τον Ευρωπαϊκό Νόμο για τους Επεξεργαστές (European Chips Act), με στόχο να ενισχυθεί το οικοσύστημα παραγωγής μικροεπεξεργαστών στην ΕΕ από 10% σήμερα σε 20% ως το 2030.

Είναι ακόμα η ισχυρή ενθάρρυνση για συγκρότηση «Βιομηχανικών Συμμαχιών» (Industrial Alliances) γύρω από μεγάλης σημασίας αλυσίδες αξίας και κυρίως είναι τα «Σημαντικά Έργα Κοινού Ευρωπαϊκού Ενδιαφέροντος» ( IPCEIs). Κάποια  ήδη είναι σε φάση λειτουργίας και ανάπτυξης, όπως για τις μπαταρίες και τη μικροηλεκτρονική, ορισμένα σε τελικό στάδιο επεξεργασίας,  όπως το IPCEI του υδρογόνου, κάποια άλλα προετοιμάζονται. Εδώ όμως είναι που αρχίζουν για τη χώρα μας προβλήματα και προκλήσεις: Τα «Σημαντικά Έργα Κοινού Ευρωπαϊκού Ενδιαφέροντος» εγκρίνονται μεν σε ευρωπαϊκό επίπεδο αλλά δεν απολαμβάνουν άμεσης ευρωπαϊκής χρηματοδότησης αλλά έμμεσης ( εφόσον υπαχθούν π.χ. σε Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης, σε συνδυασμό με το νέο αναθεωρημένο καθεστώς για τις Κρατικές Ενισχύσεις (δηλαδή από εθνικούς προϋπολογισμούς). 

Και φυσικά δεν είναι μόνον τα IPCEIs. Όλο το πλαίσιο των κοινοτικών κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις –σε συνέχεια των έκτακτων μέτρων που υιοθετήθηκαν τον Μάρτιο 2020 για να εξασφαλιστεί ρευστότητα για τις επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους που πλήττονταν από την πανδημική κρίση- αναθεωρείται για να δοθεί στα κράτη-μέλη η δυνατότητα να υποστηρίξουν τις επιχειρήσεις στη διαδικασία της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης. Το σκεπτικό, απλό: Ο μετασχηματισμός της οικονομίας απαιτεί εμπροσθοβαρείς επενδύσεις πολύ μεγάλης κλίμακας και για να υλοποιηθεί, πέραν των ιδιωτικών κεφαλαίων, απαιτείται συμμετοχή του δημόσιου τομέα. Σε αυτή την κατεύθυνση, βρίσκεται υπό αναθεώρηση ο Γενικός Κανονισμός Απαλλαγής κατά κατηγορία (αφού τροποποιήθηκε μερικώς τον Ιούλιο 2021) και πρόσφατα, πριν από ένα μήνα, ανακοινώθηκαν οι νέες «Κατευθυντήριες Γραμμές για τις Κρατικές Ενισχύσεις για το κλίμα, την προστασία του περιβάλλοντος και την ενέργεια» που στοχεύουν «στην περαιτέρω διευκόλυνση της δημόσιας στήριξης για την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση», κατά τη σχετική ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Εμείς, άραγε, πάμε προς τα εκεί;

Είναι προφανές ότι οι χώρες με περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο έχουν περιορισμένες δυνατότητες να αξιοποιήσουν το πλαίσιο αυτό -και γι΄ αυτό, εν αναμονή και των αποφάσεων για αναπροσαρμογές στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, χρειάζεται ένας συντονισμός μεταξύ τους. Το επιχείρημα είναι υπαρκτό και σοβαρό, η διαδικασία οικονομικού μετασχηματισμού δεν νοείται, ούτε είναι προς το συμφέρον της Ένωσης, να διευρύνει τις ανισότητες ανάμεσα στα κράτη-μέλη.

Αυτό, βέβαια, είναι η μια πτυχή του ζητήματος.

Η άλλη πτυχή, η πιο σοβαρή, έχει να κάνει με αυτά που πράττουμε στο εσωτερικό και το εάν και κατά πόσο μπορούμε και θέλουμε να διεκδικήσουμε τη θέση μας στην οικοδόμηση το νέου ευρωπαϊκού οικονομικού μοντέλου.

Εάν θέλουμε να το κάνουμε και μάλιστα με αξιώσεις, δεν μπορεί να αρκεστούμε στο  ότι είμαστε «ευλογημένη χώρα» από την άποψη της αφθονίας των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας.

Το είπαμε και πριν: Η Ευρώπη, έχει ως προτεραιότητα την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας της μέσα από τη διαδικασία της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης, δημιουργώντας συνθήκες εκσυγχρονισμού και διεύρυνσης της παραγωγικής της βάσης, ενίσχυσης της καινοτομίας και της εξωστρέφειας. Να μείνουν οι επιχειρήσεις στην Ευρώπη, να μείνουν οι θέσεις εργασίας στην Ευρώπη, να μείνει η αξία στην Ευρώπη, αυτό είναι το τρίπτυχο που κυριαρχεί.

Και βεβαίως οι ισχυρές οικονομίες επιδιώκουν να επωφεληθούν κατεξοχήν, αλλά δεν είναι μόνον αυτές που επωφελούνται.

Η Πορτογαλία για παράδειγμα, βρίσκεται εδώ και καιρό στην πρωτοπορία των ευρωπαϊκών χωρών στην παραγωγή πράσινου υδρογόνου και  πρόσφατα  ανακοίνωσε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα εξόρυξης των πλούσιων κοιτασμάτων λιθίου που διαθέτει, για να τα αξιοποιήσει στην παραγωγή μπαταριών για ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Συμπέρασμα: Η Πορτογαλία, χώρα του ευρωπαϊκού νότου που έγινε μέλος της ΕΕ μετά από εμάς και πέρασε επίσης από τη μέγγενη των μνημονίων, έχει αποφασίσει ότι δεν θα μείνει πίσω αλλά θα πάρει με αξιώσεις μέρος στον ευρωπαϊκό οικονομικό μετασχηματισμό. Συμβάλλοντας στη δημιουργία ευρωπαϊκής προστιθέμενης αξίας, δημιουργεί αξία για την ίδια και προοπτικές για την οικονομία της.

Εμείς πάμε προς τα εκεί; Είναι το ερώτημα που τίθεται εκ νέου…