Kreport > articles > Τα Όρια της Δημοκρατίας: Η συμμετοχή ως διανεμητικό πρόβλημα του Στέφαν Λέσσενιχ, εκδόσεις Έναστρον, Αθήνα 2021

Τα Όρια της Δημοκρατίας: Η συμμετοχή ως διανεμητικό πρόβλημα του Στέφαν Λέσσενιχ, εκδόσεις Έναστρον, Αθήνα 2021

Γράφει ο Αντώνης Παπαγιαννίδης 

Δεν είναι τυχαίο που, στο ξεκίνημα ήδη αυτού του βιβλίου του κοινωνιολόγου Stephan Lessenich, διαδόχου του Ulrich Beck, που ξεκινάει σηκώνοντας το γάντι της συζήτησης για Μετα-δημοκρατία για να καταλήξει σε μιαν έκκληση για Αλληλεγγύη, τίθεται το – πολιτικά ταυτολογικό, υποτίθεται, στις χώρες μας – ερώτημα: Ποιος θα μπορούσε να μην είναι υπέρ της Δημοκρατίας; Της υπέρτατης αυτής αξίας των σύγχρονων κοινωνιών, που επέτρεψε να αποκτήσουν ουσιαστικό περιεχόμενο αξίες επίσης γενικευμένης αναγνώρισης όπως η ελευθερία ή η ισότητα; Που χάρισε την δυνατότητα κοινωνικής ένταξης παρόλες τις διαφορές, ενότητας μέσα στην πολυμορφία;

Και όμως: Όλο και συχνότερα – και οι πρόσφατες κρίσεις, από τον χώρο των πολλαπλών προσκρούσεων της οικονομίας μέχρις εκείνο της ανάδυσης των ταυτοτικών ρευμάτων εχθροπάθειας μπροστά στο φαινόμενο της μετανάστευσης και του Προσφυγικού, ή πάλι της διάδοσης των αυταρχισμών διεθνώς, ήδη και με τις μετενέργειες των μέτρων αντιμετώπισης της πανδημίας του κορωνοϊού – γίνεται λόγος για έκπτωση της φιλελεύθερης δημοκρατίας αν μη για «μελαγχολία της Δημοκρατίας». Πράγμα που εγκαθιστά στο παρελθόν ένα είδος «χρυσού αιώνα» της δημοκρατίας, μιας εποχής της ευρείας κοινωνικής συμμετοχής και των μεγάλων κομμάτων – της Χριστιανοδημοκρατίας και Σοσιαλδημοκρατίας, των Τόρηδων και των Εργατικών – ενώ τώρα σταδιακά εγκαθιστάμεθα σε κάτι σαν «σιδηρούν αιώνα» μιας μεταδημοκρατίας.

Όπου η κοινωνική ανισότητα συνεχώς αναπαράγεται, μεταβαλλόμενη, καθώς όσοι βρίσκονται με νέες κατακτήσεις δικαιωμάτων δεν αργούν να στραφούν – προκειμένου να τα κατοχυρώσουν – «εναντίον» άλλων στρωμάτων, ας πούμε των γυναικών (η πρόσφατη οικονομική κρίση, αλλά και η διαχείριση του κορωνοϊού προσέθεσε εδώ και τους νέους, όσο κι αν αυτό δεν ομολογείται…), των εργαζομένων στην άτυπη οικονομία, των ξένων/μεταναστών.

Εκείνο που συγκεντρώνει την προσοχή του Λέσσενιχ είναι τα νέα πεδία κοινωνικής σύγκρουσης που διαμορφώνονται, δίπλα στον παλιότερο ρατσισμό ή τον εθνικισμό, με την δημιουργία σε νέα βάση κατώτερων τάξεων ή πάλι την βία κατά των γυναικών. Σε διεθνές, πάλι, επίπεδο η διχοτομία μεταξύ των χωρών του Πρώτου Κόσμου και των Άλλων έρχεται να ενισχυθεί με την πολύ απτή επίπτωση της κλιματικής κρίσης: Ίσως να τραντάξει η ορολογία του περί «Πολέμου κατά της Φύσης», πλην όμως άμα δει κανείς το πώς η εμπέδωση δικαιωμάτων που φθάσαμε να θεωρούμε κεκτημένα στηρίζεται στην χρήση φθηνών φυσικών πόρων/Φύσης, αφυπνίζεται σε μια πραγματικότητα. (Που, πιο κοντά σ’ εμάς, κινδυνεύει να γίνει επώδυνα αισθητή με τους κλιματικούς πρόσφυγες/μετανάστες…).

Μπορεί στο βάθος της βιωμένης πραγματικότητας τα διανεμητικού χαρακτήρα –σε κάθε επίπεδο! – προβλήματα να οδηγήσουν συμμετοχικές διαδικασίες σε μια νέου τύπου αλληλεγγύη; Δεν καταλήγει αποθαρρυντικά ο Λέσσενιχ, δεν επιτρέπει όμως και εύκολη επανάπαυση.