Kreport > articles > Νομοθετώντας επ’ ευκαιρία

Νομοθετώντας επ’ ευκαιρία

Του Γιώργου Φλωρίδη

 

«Βία δεν είναι μόνο η μεταξύ των ανθρώπων
εμπειρία μιας δύναμης αντίθετης στις επιθυμίες μας.
Είναι η εμπειρία μιας δύναμης αντίθετης στην ελευθερία μας»
(F. Worms, Οι χρόνιες παθήσεις της δημοκρατίας) 

Αν υπάρχει, μεταξύ των άλλων, μια βασική παθογένεια της δημοκρατίας μας, δηλαδή του πολιτικού συστήματος και των πολιτών, είναι ότι κάθε τόσο όλοι δηλώνουν έκπληκτοι και αγανακτούν από ένα γεγονός, που φυσιολογικά θα έπρεπε μετά βεβαιότητος να αναμένουν.

Όλοι ζήσαμε τα προηγούμενα χρόνια τη βίαιη και ανεξέλεγκτη δράση των ταγμάτων εφόδου της Χρυσής Αυγής, αναμένοντας, κυριολεκτικά μαρμαρωμένοι, το μοιραίο: Τη δολοφονία κάποιου που θεωρούσαν αντίπαλό τους. Κι όταν αυτή συνέβη, τότε αγανακτήσαμε και εξεγερθήκαμε. Βρέθηκε, επιτέλους, ένας εισαγγελικός λειτουργός, ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χαράλαμπος Βουρλιώτης, ώστε να συνενώσει τις διάφορες δικογραφίες και τα πράγματα να πάρουν το δρόμο τους.

Πόση βία, όμως, ανεχτήκαμε από του Χρυσαυγίτες και μάλιστα εντός Κοινοβουλίου. Πόσοι άνθρωποι ταπεινώθηκαν από τις συμπεριφορές τους. Και πόσων η ζωή κινδύνεψε.

Με αφορμή τον τραγικό θάνατο του νεαρού Άλκη στη Θεσσαλονίκη, φούντωσε πάλι η συζήτηση για την «οπαδική» βία.

Λες και δεν γινόμαστε μάρτυρες τόσα χρόνια, ατέλειωτων περιστατικών βίας με αφορμή αθλητικά γεγονότα ή εκτός αυτών.

Λες και δεν ζούμε τη βία στις διαδηλώσεις, όπου ανθρώπινες ζωές κινδυνεύουν και περιουσίες καταστρέφονται.

Λες και δεν ζούμε τη βία στα Πανεπιστήμια, όπου μάλιστα, κάποιοι φτάνουν να απειλούν, αν δεν το επιδιώκουν κιόλας, ότι αν εμφανιστεί η Πανεπιστημιακή Αστυνομία, θα υπάρξουν θύματα.

Ή, μήπως, δεν ζούμε σε κάθε γωνιά της ελληνικής επικράτειας, τους κάθε λογής νταήδες να επιτίθενται και να βιαιοπραγούν κατά αδύναμων συνανθρώπων μας, καταρρακώνοντας την αξιοπρέπεια και την ανθρώπινη υπόστασή τους.

Τι συμβαίνει λοιπόν; Ποιο θεσμικό πλαίσιο της κοινωνικής μας οργάνωσης, επιτρέπει τέτοια διάχυση της βίας, αλλά και της εν γένει εγκληματικότητας στη χώρα μας;

Η απάντηση πρέπει, κυρίως, να αναζητηθεί στο ποινικό οικοδόμημα της πατρίδας μας.

Δεν γνωρίζω αν σε κάποια δυτική δημοκρατία, υπάρχει στο ποινικό της σύστημα τόση φροντίδα και για τους πάσης φύσεως εγκληματίες, όσο στο δικό μας.

Φροντίδα, ώστε οι ποινές που επιβάλλονται, να περιορίζονται σε ασφυκτικό βαθμό από κάθε λογής ελαφρυντικά, που ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει. Στη συνέχεια, οι ποινές που επιβάλλονται, να μην εκτελούνται, γιατί οι προϋποθέσεις που θέτει ο Κώδικας είναι πάλι εξωφρενικές.

Και αν τελικά επιβληθούν ποινές που πρέπει να εκτελεσθούν, τότε κάποιες άλλες διατάξεις θα φροντίσουν ώστε οι φυλακισθέντες να βγουν πολύ γρήγορα έξω. Και αν κάποιοι κινδυνεύουν να παραμείνουν πολύ στις φυλακές, τότε κάποιος «νόμος Παρασκευόπουλου» και όχι μόνο Παρασκευόπουλου, θα φροντίσει για την ταχύτερη έξοδό τους.

Υπάρχει, επομένως, η απόλυτη αίσθηση ατιμωρησίας. Άλλωστε, η αίσθηση αυτή είναι διάχυτη σε όλους, αφού οι μαθητές και οι φοιτητές μπορούν να σπάνε και διαλύουν σχολεία και Πανεπιστήμια χωρίς καμία επίπτωση, το ίδιο οι οπαδοί των ομάδων, το ίδιο και οι λεγόμενοι αντιεξουσιαστές και πάει λέγοντας.

Η βασική εναρμόνιση του ποινικού μας συστήματος, με τα ισχύοντα σε σοβαρές ευρωπαϊκές χώρες, είναι ένα πρώτο, αλλά σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της αντιμετώπισης της διάχυτης εγκληματικότητας και όχι μόνο της βίας. Προς την κατεύθυνση αυτή, σίγουρα δεν βοηθάει η θέσπιση ιδιώνυμων εγκλημάτων, όπως π.χ για τη λεγόμενη αθλητική ή οπαδική βία. Γιατί τότε, θα χρειαστούμε ιδιώνυμα εγκλήματα για τη βία των διαδηλώσεων, τη βία στα Πανεπιστήμια, τη βία κατά πολιτικών και αυτοδιοικητικών στελεχών, τη βία στους χώρους αναψυχής, πράγμα που δεν έχει τελειωμό.

Τα ιδιώνυμα εγκλήματα, στοχοποιούν διάφορες κοινωνικές ομάδες, οι οποίες στη συνέχεια αυτοθυματοποιούνται ως διωκόμενες συνολικά και αντιδρούν ομαδικά.

Οι γενικής εφαρμογής ποινικές διατάξεις, αδιακρίτως προς όλους τους παρανομούντες, οι οποίες θα επιβάλουν την εκτέλεση των ποινών, όχι απαραίτητα μεγάλων σε διάρκεια, μπορούν να περιορίσουν τα φαινόμενα εγκληματικότητας στη χώρα μας και ιδιαίτερα αυτά της βίας.

Όσο αρνούμαστε να δούμε το συνολικότερο πρόβλημα και επιμένουμε σε πρόσκαιρες και αποσπασματικές ρυθμίσεις, θα είμαστε στο ίδιο έργο θεατές. Μέχρι την επόμενη δολοφονία.