Kreport > articles > Τρεις υποθέσεις για ένα απροσδόκητο εκλογικό αποτέλεσμα

Τρεις υποθέσεις για ένα απροσδόκητο εκλογικό αποτέλεσμα

Του Andre Freire (*)

Το Πορτογαλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (PS) έλαβε μια απροσδόκητα απόλυτη πλειοψηφία στο κοινοβούλιο (117/230, με 41,8% των ψήφων· 108 το 2019). Η συντριπτική πλειονότητα των δημοσκοπήσεων που δημοσιεύθηκαν τις τελευταίες δύο εβδομάδες, και ειδικά οι τελευταίες στις 28/1, παρουσίαζαν μια κατάσταση ισορροπίας μεταξύ του PS, που εμφάνιζε ελαφρώς πτωτικές τάσεις, και του PSD (κεντροδεξιά, φιλελεύθερη ), με ανοδικές τάσεις, καθώς και μία γενικότερη ισορροπία μεταξύ των δυνάμεων της ευρύτερης αριστεράς κα της δεξιάς. Η εικόνα που έδιναν οι δημοσκοπήσεις ήταν, επομένως, πως όλα ήταν ανοιχτά, αλλά η απόλυτη πλειοψηφία αποτελούσε ένα μάλλον απίθανο ενδεχόμενο. Θα μπορούσε να υπάρχει μια πλειοψηφία των κομμάτων της αριστεράς στο Κοινοβούλιο, που χρειάζεται συνεννόηση για να σχηματίσει κυβέρνηση, ή μια αντίστοιχη πλειοψηφία της δεξιάς.

Ωστόσο, παρά την έλλειψη καταμέτρησης των ψήφων των δύο «περιφερειών» του εξωτερικού (με 2 έδρες ο καθένας, συνήθως μοιράζονται μεταξύ PS και PSD), γνωρίζουμε ήδη σήμερα ότι το PS είχε μια μη αναμενόμενη απόλυτη πλειοψηφία και θα κυβερνήσει μόνο του.  Η ριζοσπαστική αριστερά έχασε πολλές ψήφους και έδρες. Το Μπλόκο της Αριστεράς (BE) από 19 εξέλεξε μόνο 5 βουλευτές· οι Κομμουνιστές και ο δορυφόρος τους, οι Πράσινοι, PCP-PEVαπό 12 μόνο 6, με το PEV να μένει εκτός κοινοβουλίου καθώς και κομμουνιστές με μακρά παρουσία, όπως ο συνταγματολόγος AntónioFilipe και ο πρώην κοινοβουλευτικός αρχηγός, JoãoOliveira. Το Κόμμα «Άνθρωποι, Ζώα και Φύση» (PAN) από τέσσερις βρέθηκε με μόλις μία έδρα. Εξαίρεση, το φιλοευρωπαϊκό αριστερό LIVRE που κράτησε τη μία έδρα που κατείχε.

Στα δεξιά, η κατάσταση είναι πιο περίπλοκη. Το PSD αύξησε ελάχιστα τις ψήφους, αλλά από τις 79 έδρες έπεσε στις 76. Το ιστορικό δεξιό συντηρητικό κόμμα, κοντά στη χριστιανική δημοκρατία, το CDS-PP, έμεινε εκτός κοινοβουλίου για πρώτη φορά από το 1975. Υπάρχουν όμως δύο ανερχόμενα αστέρια: το λαϊκίστικο ριζοσπαστικό δεξιό κόμμα «Αρκετά» (Chega), το οποίο αύξησε τη δύναμή του από μία σε 12 έδρες και τώρα συγκροτεί την τρίτη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική ομάδα. Και η Φιλελεύθερη Πρωτοβουλία, ένα νέο, έντονα φιλελεύθερο, κόμμα που αύξησε τη δύναμή του από μία σε 8 έδρες.

Από μία πλευρά, η Πορτογαλία παραμένει εξαίρεση στη Νότια Ευρώπη μετά την οικονομική κρίση: Παρά τη ρευστότητα του, το πορτογαλικό κομματικό σύστημα παραμένει ένας ατελής δικομματισμός (PS και PSD μαζί 84% των εδρών και 69% των ψήφων), που δεν θυμίζει τον κατακερματισμό και τις κυβερνήσεις συνασπισμού που αποτελούν πλέον τη νόρμα σε χώρες της Νότιας Ευρώπης.

Από την άλλη, με την πολύ ισχυρή ανάπτυξη του λαϊκίστικου ριζοσπαστικού δεξιού κόμματος, Chega, η Πορτογαλία παύει πλέον να αποτελεί εξαίρεση σε ό,τι αφορά την αδύναμη παρουσία της λαϊκίστικης ριζοσπαστικής δεξιάς στο πολιτικό σύστημα: το Chega έγινε τρίτο κόμμα στο κοινοβούλιο. Είναι το τυπικό λαϊκίστικο κόμμα που ποντάρει στην αφήγηση της διαιρετικής τομής μεταξύ της ελίτ (διεφθαρμένη και προνομιούχα) έναντι του λαού (αδιάφθορη και περιφρονημένη από την ελίτ), δίνοντας έτσι μεγάλη έμφαση στα ζητήματα της διαφθοράς, αλλά και στα δήθεν προνόμια των μειονοτήτων, προσφύγων, καθώς και  των  μειονεκτούντων από κοινωνικοοικονομική άποψη. Οι τελευταίοι είναι  αποδέκτες κοινωνικής στήριξης από το κράτος αλλά, σύμφωνα με το Chega, δεν θέλουν να εργαστούν και υποστηρίζονται από αυτούς που εργάζονται. Βασικά, το Chega ποντάρει στην πολιτική δυσαρέσκειας των κατώτερων μεσαίων στρωμάτων, που είναι κυρίως χαμηλόμισθοι φτωχοί εργαζόμενοι και αισθάνονται αδικημένοι σε σχέση με τις ομάδες που λαμβάνουν κοινωνική υποστήριξη.

Τι εξηγεί όμως αυτή την απρόσμενη απόλυτη πλειοψηφία του PS; Και τι γίνεται με την αδυναμία του PSD να ηγηθεί μιας εναλλακτικής δεξιάς πλειοψηφίας;

Εδώ μπορώ να εκθέσω μόνο μερικές υποθέσεις εργασίας που θα πρέπει να ελεγχθούν από μελλοντικές έρευνες.

Πρώτη υπόθεση: Οι δημοσκοπήσεις ήταν λάθος και μας παραπλάνησαν. Δεν το νομίζω. Οι πορτογαλικές δημοσκοπήσεις τείνουν, κατά μέσο όρο, να έχουν καλές επιδόσεις με την πάροδο του χρόνου, δηλαδή εκείνες που βρίσκονται πιο κοντά στις εκλογές. Πολύ περισσότερο επειδή, ειδικότερα, εταιρείες που χρησιμοποιούν διαφορετικές μεθόδους κατέληξαν σε παρόμοια αποτελέσματα κατά τη διάρκεια όλης της προεκλογικής περιόδου και ειδικά σε αυτά που δημοσιεύθηκαν τις τελευταίες μέρες πριν από τις εκλογές. Μου φαίνεται πιο λογικό να υποθέσει κάποιος ότι η οριακή κατάσταση που παρουσίαζαν οι δημοσκοπήσεις πιθανόν οδήγησε πολλούς ψηφοφόρους της ριζοσπαστικής αριστεράς να επιλέξουν την τελευταία στιγμή το PS για να αποτραπεί η νίκη της δεξιάς (που θα έφερνε ιδιωτικοποίηση της υγείας και άλλες ιδιωτικοποιήσεις, φοροελαφρύνσεις για τις εταιρείες κι όχι για τους εργαζομένους κ.λπ.).

Δεύτερη υπόθεση: Η προεκλογική εκστρατεία του PS ήταν εξαιρετική και του PSD καταστροφική. Τίποτα απ’ τα δύο. Η εκστρατεία του PS αποτελεί μια περιπτωσιολογική μελέτη για το τι δεν έπρεπε να γίνει. Ξεκίνησε λέγοντας ότι μπορούσε να επαναδιαπραγματευτεί με την αριστερά, συνέχισε διακηρύσσοντας πως μόνο η απόλυτη πλειοψηφία θα έδινε σταθερότητα, και στο τέλος δήλωνε πως θα δεχόταν κάθε λαϊκή ετυμηγορία και θα διαπραγματευόταν με όλους για να κυβερνήσει, αν χρειαζόταν. Το PSD, αντίθετα, κρατούσε πάντα ανοιχτές τις πόρτες για μια κυβέρνηση της δεξιάς, με γραπτές συμφωνίες, και, ως εκ τούτου, με μεγαλύτερη αναμενόμενη σταθερότητα.

Τρίτη υπόθεση: Τα κόμματα της ριζοσπαστικής αριστεράς τιμωρήθηκαν για την καταψήφιση του Προϋπολογισμού και το PS τελικά ωφελήθηκε. Αυτή η υπόθεση έχει δύο θεμελιώδη προβλήματα. Αφενός, κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής περιόδου 2019-2022 το PS αρνήθηκε μια γραπτή συμφωνία με το BE, η οποία θα έδινε σταθερότητα στο νομοθετικό σώμα, και σπατάλησε χρόνο μιλώντας για συνεννοήσεις στα αριστερά αλλά ψηφίζοντας ως επί το πλείστον με το PSD εντός της Βουλής (περίπου στο 60% των περιπτώσεων· κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί και κατά την κοινοβουλευτική περίοδο 2015-2019 όταν η αριστερά συγκυβερνούσε ). Αφετέρου, το PAN βοήθησε να περάσουν όλοι οι προϋπολογισμοί του PS μεταξύ 2019 και 2022, αλλά επίσης υπέστη σοβαρές απώλειες.

Για όλους αυτούς τους λόγους, η εξήγηση που εστιάζει στη «χρήσιμη ψήφο» προς το PS  από ψηφοφόρους των δύο μικρών αριστερών κομμάτων μου φαίνεται η πιο εύλογη, αν και δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι ορισμένοι από τους αριστερούς ψηφοφόρους υιοθέτησαν επίσης την αφήγηση που προτείνεται από το PS και τα κυρίαρχα μέσα μαζικής ενημέρωσης, η οποία σχετίζεται με την τρίτη υπόθεση.

(*) O Andre Freire είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο ISCTE – Instituto Universitário de Lisboa