Kreport > articles > Γιατί πετυχαίνουν οι Πορτογάλοι;

Γιατί πετυχαίνουν οι Πορτογάλοι;

Του Παύλου Τσίμα

«Η απόλυτη (κοινοβουλευτική) πλειοψηφία δεν σημαίνει απόλυτη εξουσία, δεν σημαίνει ότι μπορείς να κυβερνάς μόνος». Αυτή η δήλωση του Αντόνιο Κόστα, η πρώτη του δήλωση μετά την αναπάντεχη νίκη του στις πορτογαλικές εκλογές της περασμένης Κυριακής, θα έπρεπε, πιστεύω, να μεταφραστεί στα ελληνικά. Προς γενική χρήση από το ελληνικό πολιτικό προσωπικό, της Δεξιάς και της Αριστεράς. Γι’ αυτό και ξεκινώ από αυτήν. Αλλά και γιατί αυτή, ως πνεύμα, εξηγεί και πολλά από τα υπόλοιπα ενδιαφέροντα που είδαμε στις πρόσφατες πορτογαλικές κάλπες, που συζητήθηκαν, νομίζω, λιγότερο απ’ όσο τους άξιζε. Κι όσο συζητήθηκαν ήταν μόνον επειδή οι δημοσκοπήσεις εκεί «έπεσαν έξω». Άρα μπορεί να πέφτουν έξω κι εδώ.

Η αλήθεια είναι ότι, πράγματι, την παραμονή των εκλογών, όλες οι δημοσιευμένες δημοσκοπήσεις έδειχναν μια τάση να κλείνει η ψαλίδα ανάμεσα στους σοσιαλιστές και το κόμμα της κεντροδεξιάς, που από πορτογαλική παραξενιά ονομάζεται Σοσιαλδημοκρατικό. Κάποιες έδειχναν ισοπαλία, κάποιες ακόμη και προβάδισμα της κεντροδεξιάς. Το αποτέλεσμα ήταν θεαματικά διαφορετικό. Οι σοσιαλιστές όχι μόνον κέρδισαν, αλλά πέτυχαν και κάτι τόσο σπάνιο στο αναλογικό εκλογικό σύστημα της χώρας, όσο το τετράφυλλο τριφύλλι: αυτοδύναμη πλειοψηφία. Μα όσες αναλύσεις κι αν διαβάσετε στον πορτογαλικό Τύπο, πολύ δύσκολα θα συναντήσετε το εύκολο «έπεσαν έξω οι δημοσκοπήσεις». Γιατί στην Πορτογαλία δεν συνηθίζουν να αμφισβητούν τις δημοσκοπήσεις. Τις χρησιμοποιούν για να ερμηνεύσουν την κίνηση του εκλογικού ρευστού, ακόμη και την ημέρα των εκλογών που- κατά την λογικότερη και επικρατέστερη ερμηνεία- μετατόπισε, προ του φόβου της ακυβερνησίας ή δυσκυβερνησίας, ψηφοφόρους της ριζοσπαστικής αριστεράς προς τους σοσιαλιστές. Το Κομμουνιστικό κόμμα και το «Μπλόκο», τα δύο αριστερά κόμματα που είχαν στηρίξει πρώτα και ανατρέψει, εν τέλει, την προηγούμενη κυβέρνηση Κόστα, έχασαν τις 20 από τις 31 έδρες που διέθεταν στην προηγούμενη Βουλή. Είναι μόνιμη ή συγκυριακή η μετακίνηση; Αδύνατον να το πει κανείς. Αλλά είναι φανερό ότι η «ζαριά» του σοσιαλιστή Κόστα, που προτίμησε να πέσει η κυβέρνησή του παρά να υποχωρήσει σε υπερβολικές, κατά την  κρίση του, αξιώσεις των αριστερών εταίρων του στον προϋπολογισμό του 2022, του έφερε εξάρες. Μια απροσδόκητη αυτοδυναμία. Είναι, επίσης, φανερό ότι για ένα κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς η εμπειρία της συμμετοχής στην διαχείριση της εξουσίας, έστω και έμμεσα, με ψήφο ανοχής στην κυβέρνηση, έστω και υποστηρίζοντας μια κυβέρνηση που έβγαλε με επιτυχία την χώρα από την κρίση, αποκατέστησε αδικίες και, επιπλέον, διαχειρίστηκε καλύτερα από κάθε άλλον στην Ευρώπη την πανδημία, είναι δύσκολη. Δύσπεπτη. Απαιτεί προσαρμογές φυσιογνωμίας δύσκολες, πολιτικά και πνευματικά. Εκείνοι το πλήρωσαν- κι ας μην το είχαν πάρει ποτέ τόσο αψήφιστα όσο οι δικοί μας του ΣΥΡΙΖΑ.

Politics are always local, λέει το γνωστό ρητό. Και η Πορτογαλία είναι από πολλές απόψεις μια εξαίρεση στο ευρωπαϊκό πολιτικό τοπίο. Μα ασφαλώς κάποιες από τις τάσεις που εκεί καταγράφονται έχουν διεθνές ενδιαφέρον.

Αποδείχθηκε, πρώτον, ότι η επιβίωση του δικομματισμού μπορεί να είναι όλο και δυσκολότερη, μα δεν είναι εντελώς αδύνατη. Στην Πορτογαλία τα δύο κυρίαρχα κόμματα συγκέντρωσαν περίπου το 70% των ψήφων. Ο πολιτικός κατακερματισμός που χαρακτηρίζει άλλες χώρες, του νότου ιδίως, δεν επιβεβαιώθηκε.

Αποδείχθηκε, δεύτερον, ότι μια ρεαλιστική έμφαση σε θέματα κοινωνικής δικαιοσύνης είναι η σωστή πολιτική. Το μπλοκ της κεντροδεξιάς (το ένα από τα κόμματα του οποίου έμεινε εκτός βουλής για πρώτη φορά από το 1975) είχε να επιδείξει μια αποτελεσματική διαχείριση του «μνημονίου», σε πολύ λιγότερο χρόνο από ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις (και αυτή η σύγκριση γίνεται συχνά στην Πορτογαλία) και με πολύ ηπιότερες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες. Η κυβέρνηση των σοσιαλιστών, που την διαδέχθηκε, δεν ανέτρεψε την επιτυχία τους, δεν υποσχέθηκε ποτέ αυθαίρετη κατάργηση μνημονιακών μέτρων, ολοκλήρωσε τις υποχρεώσεις με ρεαλισμό, προσθέτοντας ισχυρές δόσεις κοινωνικής δικαιοσύνης. Στην σύγκριση μεταξύ των δύο συνταγών, οι ψηφοφόροι διάλεξαν την δεύτερη.

Και, τρίτον, αποδείχθηκε (και) στις πορτογαλικές κάλπες ότι το «αντί-συστημικό ρεύμα» είναι σε φάση ύφεσης στην Ευρώπη. Μα ό,τι απομένει από αυτό, και δεν είναι ασήμαντο, εκφράζεται πια αποκλειστικά από τον λόγο της ακροδεξιάς. Οι ριζοσπάστες της αριστεράς τιμωρήθηκαν από τους ψηφοφόρους τους επειδή θεωρήθηκε ότι έριξαν, με υπερβολικές απαιτήσεις, την κυβέρνηση. Και ένα κόμμα ακραία λαϊκιστικό, ξενοφοβικό και ρατσιστικό, που φιλοξενεί νοσταλγούς της δικτατορίας Σαλαζάρ, το Chega, έγινε το τρίτο κόμμα στην Βουλή, με 12 από μόλις έναν εκπροσώπους.

Η Πορτογαλία επιστρέφει, πότε-πότε, στον δικό μας δημόσιο διάλογο. Συνήθως αποσπασματικά. Αναρωτιόμαστε γιατί εκείνοι τα καταφέρνουν τα τελευταία χρόνια τόσο καλύτερα από εμάς.  Πώς κατάφεραν να τελειώσουν μέσα σε τρία χρόνια μ ένα μνημόνιο παρόμοιο με το δικό μας, αλλά που εμάς μας πήρε μια δεκαετία; Πώς κατάφεραν να εφαρμόσουν την ίδια σκληρή συνταγή, χωρίς να χάσουν το στοίχημα της ανάπτυξης; Πώς κατάφεραν να φθάσουν γρηγορότερα από όλους στα υψηλότερα ποσοστά εμβολιασμού στην Ευρώπη; Η απάντηση είναι απλή. Εκείνοι δεν θεωρούν ντροπή και αμαρτία την συναίνεση στην πολιτική. Η αντιπολίτευση, παρ’ ότι η κυβέρνηση ήταν μια εύθραυστη κυβέρνηση μειοψηφίας, έδωσε την ψήφο της και ανέλαβε το κόστος να στηρίξει τρία προγράμματα λιτότητας, από την άνοιξη του 2010 ως την άνοιξη του 2011, προκειμένου, όπως έλεγαν, «να μην έχουμε την μοίρα της Ελλάδας». Κι όταν η τρόικα- με επικεφαλής τον γνώριμό μας Πολ Τόμσεν- αριβάρισε εν τέλει στις όχθες του Τάγου, τα «συστημικά» κόμματα δεσμεύθηκαν να αποδεχθούν το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης, το μνημόνιο δηλαδή, και να κάνουν εκλογές ώστε να το νομιμοποιήσουν πολιτικά και να επιλεγεί το κόμμα που θα το εφαρμόσει. Είναι αυτή η κουλτούρα που εξηγεί τις επιτυχίες. Κι είναι αυτή που αποτυπώνεται στην πρώτη δήλωση του νικητή των εκλογών της περασμένης Κυριακής. Πως η αυτοδυναμία δεν είναι παντοδυναμία. Πως η απόλυτη πλειοψηφία (στην Βουλή) δεν σημαίνει απόλυτη εξουσία. Πως η πολιτική, δηλαδή, δεν είναι παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, όπως παρ’ ημίν θεωρείται.