Kreport > articles > Γαλλικές προεδρικές εκλογές: Η παράδοξη μάχη της  Δεξιάς για την επόμενη ημέρα (4/2)

Γαλλικές προεδρικές εκλογές: Η παράδοξη μάχη της  Δεξιάς για την επόμενη ημέρα (4/2)

Του Γιώργου Σεφερτζή

Με την προσοχή όλων στραμμένη στη στιγμή που ο Πρόεδρος Μακρόν θα αποφασίσει να ανακοινώσει επισήμως ότι θα διεκδικήσει την επανεκλογή του στο αξίωμα που κατέχει τα τελευταία πέντε χρόνια, ο πολιτικός χρόνος μοιάζει κατά μια έννοια να έχει σταματήσει και μαζί του να έχει παγώσει η δημοσκοπική εικόνα των τάσεων της κοινής γνώμης.

Ο Γάλλος Πρόεδρος εξακολουθεί,  βέβαια, να προηγείται με διαφορά συγκεντρώνοντας το 1/4 των ψηφοφόρων που δηλώνουν ότι θα συμμετάσχουν στις εκλογές. Πλην όμως τα ποσοστά που αντιπροσωπεύουν τα δυο μεγέθη που θα κρίνουν την τελική έκβαση της αναμέτρησης, η αποχή και οι αναποφάσιστοι, είναι ακόμα πάρα πολύ ψηλά για να μπορεί να προεξοφληθεί η νίκη του.

Αν και σε ό,τι αφορά στα ποσοστά της αποχής η εκτίμηση είναι πως θα παραμείνουν μέχρι τέλους τόσο μεγάλα ώστε ενδεχομένως να τεθεί ζήτημα πολιτικής νομιμοποίησης του όποιου νικητή των εκλογών, το κατά τα άλλα λογικώς αναμενόμενο είναι να αρχίσουν να μειώνονται τα ποσοστά των αναποφάσιστων αφ’ ης στιγμής ο Εμμανουέλ Μακρόν ρίξει τον κύβο μπαίνοντας στην εκλογική μάχη.

Αυτό, ωστόσο, δεν φαίνεται να συμβαίνει πριν την παρέλευση ίσως και κάποιων ακόμα εβδομάδων, παρά το γεγονός ότι στο επιτελείο των Ηλυσίων Πεδίων οι μηχανές ζεσταίνονται και όλα δείχνουν ότι ο απερχόμενος Πρόεδρος έχει πάρει  μόνος του και συμβουλευόμενος τον εαυτό του τις αποφάσεις του. Μια ακόμα ένδειξη του αυστηρά προσωποπαγούς χαρακτήρα της μακρονίας.

Εκείνο που κυρίως εκκρεμεί, πέραν της τελικής επιλογής του χρόνου και του τρόπου δημοσιοποίησης της υποψηφιότητας, είναι προφανώς η στοιχειοθέτηση του αφηγήματος που θα την συνοδεύει. Αν τελικώς δεν περιέχει έναν καλό λόγο για τον οποίο θα πρέπει να ανανεωθεί η θητεία του, ο απερχόμενος Πρόεδρος θα διακινδυνεύσει να δει το σενάριο της αμφίρροπης και αμφίβολης αναμέτρησης να επαληθεύεται. Πολύ δύσκολα οι Γάλλοι θα επανεκλέξουν έναν Πρόεδρο που δεν θα έχει προηγουμένως εξηγήσει ικανοποιητικά προς τι μια δεύτερη θητεία. Ήταν, άλλωστε, αυτή η δυσκολία που απέτρεψε τον προκάτοχό του Φρανσουά Ολάντ να δοκιμάσει για δεύτερη φορά την τύχη του.

Δυο εκλογικές αναμετρήσεις σε μια

Στο μεταξύ το μόνο σίγουρο είναι ότι για την γαλλική δεξιά οι επικείμενες πια προεδρικές εκλογές έχουν αποκτήσει ένα άλλο στρατηγικού χαρακτήρα ενδιαφέρον. Σε σημείο μάλιστα που δεν θα ήταν λάθος να μιλάμε για μια προεκλογική περίοδο μέσα στην προεκλογική περίοδο.

Το ακόμα μεγαλύτερο παράδοξο είναι πως, ενώ με την πασιφανή συντηρητική στροφή της γαλλικής κοινωνίας η δεξιά έχει κατά κάποιον τρόπο κερδίσει τον πόλεμο της ιδεολογικής ηγεμονίας, η μάχη για την πολιτική ανασύνθεσή της ενόψει της επομένης των προεδρικών εκλογών βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη.

Η υποψήφια της κεντροδεξιάς Βαλερί Πεκρές, η καταρχάς πλέον επίφοβη αντίπαλος του Μακρόν, δεν έχει καταφέρει, μέχρι τώρα τουλάχιστον, να δείξει ότι διαθέτει ούτε το προσωπικό χάρισμα που απαιτείται για να συσπειρώσει την δεξιόστροφη κοινωνική πλειοψηφία ούτε την προγραμματική σαφήνεια που θα της επέτρεπε να διατηρήσει την εκλογική δυναμική που εμφάνισε μετά τον θρίαμβο της κατάκτησης του χρίσματος των Ρεπουμπλικανών στις εσωκομματικές εκλογές του περασμένου Δεκεμβρίου. Δήλωσε εξαρχής ότι ανήκει σε μια δεξιά που δεν κρύβει την ιδεολογία της. Αλλά στην συνέχεια δεν μπόρεσε να ισορροπήσει τις αντίρροπες εσωτερικές δυνάμεις της ακρότερης λαϊκής και της μετριοπαθέστερης εκσυγχρονιστικής δεξιάς. Αποτέλεσμα: να έχει σήμερα περιπέσει σε μια πλήρη σχεδόν δημοσκοπική στασιμότητα κινούμενη στην περιοχή του 16% με την Μαρίν Λε Πεν να έχει αντιστοίχως σταθεροποιήσει το διευρυνόμενο σε  δυο περίπου μονάδες προβάδισμά της στην περιοχή του 18%.

Της τελευταίας, ωστόσο, η εκλογική επιρροή φαίνεται να πιάνει ταβάνι στην περιοχή του 18%, επίπεδο αισθητά κατώτερο αυτού στο οποίο κυμαίνονταν τα ποσοστά της κατά την αντίστοιχη προεκλογική περίοδο του 2017. Κατά πολύ, όμως, προβληματικότερο είναι για αυτήν το γεγονός ότι δέχεται τελευταία αλλεπάλληλα χτυπήματα εκ των έσω. Δυο προβεβλημένοι παλιοί συνεργάτες της και σημερινοί ευρωβουλευτές, ο Ζιλμπέρ  Κολλάρ και ο Ζερόμ Ριβιέρ, έχουν ήδη αποχωρήσει προσφέροντας τη δημόσια υποστήριξή τους στον ακροδεξιό ανταγωνιστή της Ερίκ Ζεμμούρ. Σοβαρότερα ίσως αποδειχθούν τα πλήγματα που θα επιφέρουν στην υποψηφιότητα της Λε Πεν η αποστασιοποίηση υπέρ του Ζεμμούρ του εκτελούντος μέχρι σήμερα χρέη εκπροσώπου της Νικολά Μπαι και η διαφαινόμενη προσχώρηση στο στρατόπεδο του πρώτου της Μαριόν-Μαρεσάλ, της νεαρής ανηψιάς της Λε Πεν και ιδιαιτέρως επιδραστικής προσωπικότητας του πολιτικού παρασκηνίου.

Πέραν της συναισθηματικής φόρτισης που ήδη προκαλεί το ενδεχόμενο μιας τέτοιας προσχώρησης στην υποψήφια της υπερσυντηρητικής Εθνικής Συσπείρωσης, η τυχόν επιβεβαίωσή του είναι μάλλον βέβαιο ότι θα επηρεάσει σε μεγαλύτερο βαθμό τους συσχετισμούς μεταξύ των συνιστωσών της δεξιάς και ιδιαίτερα της εθνικιστικής ακροδεξιάς. Ενδεικτικό της πίεσης υπό την οποία τελεί ήταν το κάλεσμα που Μαρίν Λε Πεν απηύθυνε το περασμένο Σάββατο  σε όλα τα επαμφοτερίζοντα στελέχη της να ξεκαθαρίσουν την στάση τους και να το κάνουν εδώ και τώρα.

Το διακύβευμα της επόμενης ημέρας

 Υποτίθεται ότι οι προβληματισμοί όσων στελεχών της ευρύτερης δεξιάς κάνουν δεύτερες σκέψεις ενόψει του πρώτου γύρου των εκλογών του προσεχούς Απριλίου αφορούν στο ποια από τις τρεις αντίπαλες του Μακρόν υποψηφιότητες συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες να επικρατήσει του σημερινού Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας.

Στην πραγματικότητα, όμως, είναι σαφές ότι εκείνο που ανοίγουν τόσο οι προβληματισμοί τους όσο και οι μετακινήσεις τους είναι το παιχνίδι της ανασυγκρότησης των δεξιών πολιτικών ρευμάτων  και ενόψει των βουλευτικών εκλογών, που θα ακολουθήσουν αμέσως μετά τις προεδρικές, και ενόψει των εξελίξεων που είναι σίγουρο ότι θα υπάρξουν σε περίπτωση που η πάλαι ποτέ κραταιά γαλλική συντηρητική παράταξη μείνει εκτός του νυμφώνος της εξουσίας για τρίτη συναπτή πενταετία. Πολύ περισσότερο που η επαπειλούμενη πολιτική περιθωριοποίηση της δεξιάς σε μια εποχή ιδεολογικής κυριαρχίας της θα συνιστά ένα παράδοξο φαινόμενο εξαιρετικά δύσπεπτο για όσους δεν έχουν ακόμα συνέλθει από το σοκ που προκάλεσε στην γαλλική πολιτική σκηνή το φαινόμενο Μακρόν.

Το γεγονός ότι ο Μακρόν πετυχαίνει από το 2017 να ενσωματώνει τα πιο φιλελεύθερα αστικά τμήματα των Γάλλων συντηρητικών, μόνο μερικώς μπορεί να ερμηνεύσει την πιθανολογούμενη επικράτησή του και στις εκλογές του 2022. Όπως και το άλλο παράδοξο γεγονός της ενσωμάτωσης των κομμουνιστογενών λαϊκών στρωμάτων στην εκλογική βάση της Λε Πεν μόνο μερικώς εξηγεί την ανάσχεση της αρχικής δυναμικής του ριζοσπαστικού Ζεμμούρ και τη σημερινή δημοσκοπική καθήλωσή του στην περιοχή του 13%.

Η απήχηση του τελευταίου έχει περιοριστεί στα μεσοανώτερα, υψηλότερου μορφωτικού επιπέδου και μικρότερης μέσης ηλικίας κοινωνικά στρώματα. Και σίγουρα το γεγονός ότι δεν φαίνεται να έχει καμία πιθανότητα να περάσει στον δεύτερο γύρο δεν θα βοηθήσει πολύ την προσπάθειά του είτε να συγκεντρώσει τις αναγκαίες 500 υπογραφές τοπικών αρχόντων για να παραμείνει μέχρι τέλους στην εκλογική κούρσα,  είτε για να πετύχει το στόχο που είχε εξαρχής εξελισσόμενος σε game changer παράγοντα της γαλλικής πολιτικής ζωής. Ίσως, όμως, να το πετύχει την επόμενη ημέρα των εκλογών με το νέο κόμμα “Ανακατάκτηση” που έχει δημιουργήσει, και με την στήριξη προσωπικοτήτων σαν και αυτές που τον προσεγγίζουν σήμερα εγκαταλείποντας την πιο συγκαταβατική με το πολιτικό σύστημα Μαρίν Λε Πεν. Εξού και ο αγώνας που συνεχίζει να κάνει απτόητος διεκδικώντας την γκωλική κληρονομιά.

Τίποτα ασφαλώς δεν αποκλείει οποιαδήποτε ενδιάμεση ανατροπή. Είναι πολύ μεγάλα τα ποσοστά των πολιτών που μοιάζουν ακόμα  να τα έχουν χαμένα μετεωριζόμενοι όχι μόνο μεταξύ αποχής και συμμετοχής, αλλά και μεταξύ Ζεμμούρ και Μακρόν (!). Ιδιαίτερα ενδιαφέροντα σημεία των καιρών για την αποδικωποίηση των οποίων πολλές παραδοσιακές αναλύσεις θα πρέπει να αναθεωρηθούν και νέες σχολές πολιτικών επιστημών να ανοίξουν. Λαμβάνοντας πρωτίστως υπόψη όχι μόνο τις συνέπειες της υπαρξιακής κρίσης που προκάλεσε η εμπειρία της πανδημίας, αλλά και το δεδομένο ότι ποτέ ίσως στο παρελθόν δεν υπήρξε τέτοιος συνωστισμός στους προθαλάμους των ψυχιάτρων. Ιδίως των χωρών  που, όπως η Γαλλία βιώνουν, το μετατραυματικό σοκ της κατάρρευσης των εθνικών ταυτοτήτων. Αλλά και των χωρών που, όπως η Ελλάδα, βρίσκονται στην δίνη της αποδόμησης του λόγου μέσα από το διαδικτυακό παράλληλο σύμπαν των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης.