Kreport > articles > «Οικονομολόγοι τεχνοκράτες στην ελληνική πολιτική σκηνή: 1974-2019» του Νίκου Σουλιώτη, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2021

«Οικονομολόγοι τεχνοκράτες στην ελληνική πολιτική σκηνή: 1974-2019» του Νίκου Σουλιώτη, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2021

Γράφει ο Αντώνης Παπαγιαννίδης

 Άνθρωποι με τεχνική και επιστημονική γνώση στα Οικονομικά είχαν αναδειχθεί και διαδραματίσει ρόλο στην ελληνική πολιτική και πριν τη Μεταπολίτευση: Ο Παναγής Παπαληγούρας (παρά την βασική νομική κατάρτιση, μαθητής του Κέλσεν στην Γενεύη), ο Γεώργιος Καρτάλης (από τα νομικά στα οικονομικά, από την Λειψία στο LSE), ο πρωτεϊκός Σπύρος Μαρκεζίνης (νομικά και οικονομικά στο ΕΚΠΑ) ακόμη-ακόμη ο Γιάννης Μπούτος (κι εδώ LSE). Κομβικές στιγμές της οικονομικής διαδρομής της μεταπολεμικής περιόδου – αλλά και ακόμη πιο παλιά, στα χρόνια του Μεσοπολέμου με Βαρβαρέσο και Διομήδη και Τσουδερό – έδωσαν στην ενσωμάτωση οικονομικής τεχνογνωσίας σημαντική θέση στην άσκηση πολιτικής στο προσκήνιο. Αυτά, μαζί και με την εξωστρέφεια που απαιτούσαν αν μη τι άλλο οι περιπέτειες των χρεοκοπιών, του εξωτερικού δανεισμού, των νομισματικών σταθεροποιήσεων, εγκαθιστούσαν τους «οικονομιστές» – για να θυμηθούμε και Εμμ. Ροϊδη – στο προσκήνιο της πολιτικής.

Ωστόσο, εκείνο που επιχειρεί σ’ αυτό του το βιβλίο ο Νίκος Σουλιώτης, με μια εργαλειοθήκη όπου η κοινωνιολογική προσέγγιση των πολιτικών και διευθυντικών ελίτ έρχεται να διασυνδεθεί με την καταγραφόμενη επιστημονική κατάρτισή τους, είναι η επανατοποθέτηση στις απολύτως κρίσιμες (και) για το μέλλον περιόδους της Μεταπολίτευσης της γνώριμης συζήτησης για τον ρόλο των τεχνοκρατών στην πολιτική. Στις περιόδους της πορείας προς την ΕΟΚ, ύστερα των πειραμάτων της κοινωνικοποίησης και της ετερόδοξης προσέγγισης (με αρχική πυξίδα τη θεωρία της εξάρτησης). αργότερα των ευρωπαϊκών προσδέσεων και των φιλελεύθερων προσεγγίσεων. εν συνεχεία των εκσυγχρονιστών με απόληξη την Ευρωζώνη. και εν τέλει της μεγάλης περιπέτειας των Μνημονίων. Και μάλιστα του είδους εκεινού των τεχνοκρατών που φέρουν συνειδητά την σφραγίδα της «οικονομικής ειδημοσύνης».

Δεν είναι αναλυτικά ευθύγραμμο το να βάζει κανείς στον ίδιο καμβά Ανδρέα Παπανδρέου/Γεράσιμο Αρσένη της πρώτης φάσης διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ με το οικονομικό επιτελείο Κώστα Σημίτη/Νίκου Γκαργκάνα-Γιάννη Σπράου στην φάση του προγράμματος σταθεροποίησης. Ούτε, μετά την μεταβατική – όπως απεδείχθη – περίοδο Στέφανου Μάνου/Γιώργου Αλογοσκούφη-Μιράντας Ξαφά, να ομοιομορφοποιήσει την πορεία προς την Ευρωζώνη με κεντρικό ρόλο Γιάννου Παπαντωνίου-Νίκου Χριστοδουλάκη-Λουκά Παπαδήμου (και, ήδη , παρουσία Γιάννη Στουρνάρα) και με νέα εκδοχή σταθεροποιητικής πρακτικής. Πάντως, το γεγονός και μόνον ότι η Νέα Δημοκρατία της επόμενης περιόδου, του Κώστα Καραμανλή, υιοθετεί το μοντέλο του «οικονομολόγου τεχνοπολιτικού» κατά την διατύπωση του Ν. Σουλιώτη, με Γ. Αλογοσκούφη ή Τρ. Κολλίντζα ή ακόμη Γ. Προβόπουλο, δίπλα βέβαια στους επιχειρηματικής προελεύσεως Γ. Παπαθανασίου και Χρ. Φώλια, δείχνει πόσο αυτό το μοντέλο είχε πλέον ριζώσει.

Η κοινωνική στρατολόγηση εκείνων που προσήλθαν να στελεχώσουν αυτή την προσέγγιση της άσκησης πολιτικής, ο ρόλος των ακαδημαϊκών σπουδών/διαδρομών αλλά και της (ελληνικής εκδοχής) προσγείωσης σχολών και δεξαμενών οικονομικής σκέψης (από μια κεϋνσιανή θεμελίωση ριζοσπαστισμού στην «νεοφιλελεύθερη ειδημοσύνη») καθώς και η σταθερά εντεινόμενη ακτινοβολία μέχρις επικράτησης του «φιλοευρωπαίου οικονομολόγου τεχνοπολιτικού», έτσι όπως ανατέμνεται από τον Ν. Σουλιώτη, βοηθά πολύ όποιον θελήσει να κατανοήσει τις σταδιακές μεταμορφώσεις αλλά ταυτόχρονα και τις σταθερές διαχείρισης (ή: Μη-διαχείρισης) της οικονομικής πολιτικής στα χρόνια της Μεταπολίτευσης.

Και βέβαια, η προσγείωση στα χρόνια των μνημονίων με το μετέωρο βήμα της εκκίνησης επί Γιώργου Παπανδρέου με Γ. Παπακωνσταντίνου/Λ. Κατσέλη, η μεταβατική φάση Β. Βενιζέλου και η ιδιότυπη φάση Λουκά Παπαδήμου, η καθοριστική εν συνεχεία παρουσία Γιάννη Στουρνάρα, η απογείωση της ετερόδοξης διαχείρισης επί Γιάνη Βαρουφάκη, με σχετική προσγείωση Ευ. Τσακαλώτου/Γ. Σταθάκη (με συνεχή προσπάθεια διατήρησης στοιχείων αριστερής προσέγγισης) κλείνει έναν κύκλο όπου: (α) Οι πολιτικές ηγεσίες στρατολογούν επιστημονικά καταρτισμένο προσωπικό, με την «ειδημοσύνη» ως εγγυητική βάση, (β) η επιστήμη, η παρακολούθηση των επιστημονικών εξελίξεων ή/και της διαμάχης σχολών σκέψης, αποκτά πολιτική λειτουργία, (γ) η ακαδημαϊκή διαδρομή και/ή η θητεία σε διεθνείς οργανισμούς λειτουργεί τόσο ως εισιτήριο, όσο και ως εγγύηση «αξιόπιστης» λειτουργίας στο διεθνές/Ευρωπαϊκό περιβάλλον.

Μια ακόμη προσέγγιση αυτού του βιβλίου αφορά την ιχνηλάτηση της διαδρομής του προσωπικού εκείνου που κλήθηκε να διαχειριστεί – με προσέλκυση κατά κύριο λόγο από την αγορά και τους τραπεζικούς /χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς – τις διαδικασίες των ιδιωτικοποιήσεων. Και εν συνεχεία (μετά την συμφωνία του 2015) την φάση διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας/ των ΤΑΙΠΕΔ, ΤΧΣ, ΕΕΣΥΠ. Πρόκειται για ένα πεδίο, η μελέτη του οποίου υπόσχεται να αποκτήσει αυξημένο ενδιαφέρον στα χρόνια που έρχονται.

Ίσως το πιο καθοριστικό από τα συμπεράσματα της δουλειάς του Ν. Σουλιώτη, μετά από την εξαντλητική διαδρομή που επέλεξε να κάνει, είναι πολύ κοντά στην διαισθητική διαπίστωση κάθε παρατηρητή των χρόνων της Μεταπολίτευσης: «Αν η όσμωση επιστημονικής ειδημοσύνης-πολιτικής δεν σηματοδοτεί υποχώρηση της πολιτικής, το αντίθετο μπορεί (ή: Πρέπει, θα λέγαμε…) να ειπωθεί για την δημοκρατική λογοδοσία». Και, πιο επεξηγηματικά: «Η ανάθεση κυβερνητικών θέσεων, ειδικά υπουργικών χαρτοφυλακίων, σε τεχνοκράτες εξ ορισμού συνεπάγεται την άσκηση της εξουσίας από πρόσωπα που δεν αναφέρονται στο εκλογικό σώμα».  Άλλωστε, «η οικονομική ορθοδοξία μπορεί να εφαρμοστεί πιο δογματικά» όχι μόνον /όχι τόσο από τους δικούς της πιστούς, αλλά και στις χώρες «οι οποίες στερούνται της τεχνοκρατικής ικανότητας να διαμορφώσουν εναλλακτικά σχέδια οικονομικής πολιτικής».

Κι έτσι πορευόμαστε, θα έλεγε κανείς.