Kreport > articles > Ο ρόλος της Ευρώπης στην αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης

Ο ρόλος της Ευρώπης στην αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης

Του Δημήτρη Λιάκου (*)

Διανύοντας την τελευταία εβδομάδα του πρώτου μήνα του νέου έτους, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το 2022 προμηνύεται ως ιδιαίτερα αβέβαιο. Και αν στο μέτωπο της πανδημίας οι προσδοκίες πλέον έχουν έναν πιο αισιόδοξο τόνο, στην ενεργειακή κρίση και στις επιπτώσεις των πληθωριστικών πιέσεων αναμένονται αρκετά ακόμα επεισόδια. Το σύνθετο παζλ που έχει δημιουργηθεί καθιστά επιτακτική την ανάγκη των πολιτικών παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση των συνεπειών στο οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο.

Είναι προφανές ότι η ενεργειακή κρίση και η άνοδος των τιμών των αγροτικών προϊόντων προκαλεί την όξυνση του προβλήματος των ανισοτήτων και του ενδεχομένου φτωχοποίησης /περιθωριοποίησης σημαντικών τμημάτων της κοινωνίας. Αν ανατρέξουμε στα ιστορικά δεδομένα θα διαπιστώσουμε ότι οι αναταράξεις που προκάλεσαν οι πανδημίες και οι ανατιμήσεις βασικών ειδών είχαν ως συνέπεια την κοινωνική αναστάτωση, που σε ορισμένες περιπτώσεις έφθασαν στην εκδήλωση εξεγέρσεων και την πρόκληση σημαντικών πολιτικών εξελίξεων. Και αν σήμερα οι πιθανότητες εξεγέρσεων είναι μικρότερες, η εμφάνιση ακραίων πολιτικών φαινομένων, συντηρητικοποίησης της κοινωνίας και διασποράς ανορθολογικών θεωρήσεων είναι φαινόμενα που δεν θα πρέπει να διαφεύγουν του ενδιαφέροντος των δημοκρατικών δυνάμεων και των κυβερνήσεων ως μια κρίσιμη παράμετρος στη λήψη των αποφάσεων.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η ανταπόκριση στην πρόσφατη ενεργειακή κρίση δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως επαρκής. Η προτροπή της ΕΕ προς τις χώρες μέλη να χρησιμοποιήσουν αποκλειστικά τα δημοσιονομικά περιθώρια τους, θέτοντας ταυτόχρονα σημαντικούς περιορισμούς στις χώρες με αυξημένο δημόσιο χρέος – όπως η Ελλάδα, μειώνει ουσιαστικά τις δυνατότητες και το βεληνεκές των όποιων εθνικών πρωτοβουλιών/λύσεων. Απαιτείται μια άλλη προσέγγιση, παρόμοια με εκείνη που εφαρμόστηκε στην αρχή της πανδημίας, την άνοιξη του 2020. Η εφαρμογή και υλοποίηση ενός πανευρωπαϊκού προγράμματος για την ενίσχυση και ικανοποίηση των ενεργειακών αναγκών των ευάλωτων νοικοκυριών, των ανέργων και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ακολουθώντας το παράδειγμα του προγράμματος SURE (για την απασχόληση) είναι μια σκέψη που αξίζει να συζητηθεί. Παράλληλα μια συλλογική και συντονισμένη προσπάθεια διαπραγμάτευσης με χώρες παραγωγούς, αποσκοπώντας στην κάλυψη των συνολικών αναγκών και στη διαφοροποίηση του μίγματος των προμηθευτών μπορεί να φέρει καλύτερα αποτελέσματα από τις μεμονωμένες προσπάθειες των χωρών μελών. Όσον αφορά τα περιθώρια των χωρών μελών η επικείμενη διαπραγμάτευση για το μελλοντικό δημοσιονομικό πλαίσιο οφείλει να λάβει σοβαρά υπόψη τις αυξημένες κοινωνικές απαιτήσεις, άρα και τις όποιες μεγαλύτερες δαπάνες, αλλά και τις εκτιμήσεις που κάνουν λόγο για παρατεταμένη αστάθεια στην αγορά ενέργειας λόγω της κλιματικής κρίσης και των γεωπολιτικών αναταράξεων. Στο μελλοντικό πλαίσιο της ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης πρέπει να ενταχθούν εργαλεία αντιμετώπισης έκτακτων συνθηκών, μέσω της δημιουργίας δημοσιονομικών σταθεροποιητών, με τρόπο όσο το δυνατόν πιο αυτόματο και πιο ευέλικτο. Όσον αφορά τις αναδιανεμητικές παρεμβάσεις των κυβερνήσεων οφείλουν να είναι στοχευμένες προτεραιοποιώντας την ενίσχυση των πιο αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων και στην αύξηση του επιπέδου των μισθών και συνολικά του διαθέσιμου εισοδήματος. Παράλληλα πρέπει να εμπεριέχουν το στοιχείο των ενδιάμεσων στόχων (άμεσοι και μεσομακροχρόνιοι), συμπεριλαμβάνοντας ταυτόχρονα την ρυθμιστική διάσταση στην προσπάθεια αποφυγής στρεβλώσεων στην ενεργειακή αγορά.

Η κλιματική αλλαγή ήδη έχει αρχίσει να αφήνει τα αποτυπώματα της σε πολλούς τομείς, συμπεριλαμβανόμενου του ενεργειακού κλάδου. Δεν είναι τυχαίο γεγονός η σημαντική αύξηση της τιμής των δικαιωμάτων διοξειδίου του άνθρακα από τα 21,5 € τον Ιανουάριο του 2019 στα 85 € της προηγούμενης εβδομάδας, κόστος που μετακυλίεται μέσω των λογαριασμών στους τελικούς καταναλωτές. Η “πράσινη” μετάβαση και η επίτευξη της κλιματικής ουδετερότητας είναι απαραίτητοι μακροπρόθεσμοι στόχοι, αλλά απαιτούν τη λήψη των κατάλληλων μέτρων προκειμένου να είναι καθολικά συμπεριληπτικοί και να εξαλείφουν, μεταξύ άλλων, τον κίνδυνο της ενεργειακής φτώχειας. Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας δίνει την ευκαιρία για την προώθηση των επενδύσεων προς την κατεύθυνση της παραγωγής καθαρής ενέργειας, μείωσης των ρύπων και εξοικονόμησης στην τελική κατανάλωση. Ωστόσο απαιτούνται ενδιάμεσα στάδια και ταυτόχρονα επενδύσεις στις υφιστάμενες υποδομές τόσο για τη συντήρηση τους όσο και για την σταδιακή μετάβαση σε καθαρές μορφές ενέργειας.  Σε αυτό το πλαίσιο η διαπραγμάτευση που διεξάγεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο για το EU taxonomy που θα δημιουργήσει το πλαίσιο των “επιτρεπόμενων” χρηματοδοτήσεων από το χρηματοπιστωτικό σύστημα, είναι θέμα με ιδιαίτερη σημασία. Σε εθνικό επίπεδο η υλοποίηση προγραμμάτων τόσο για την εξοικονόμηση όσο και την παραγωγή ενέργειας στην κλίμακα της οικίας και των αγροτοκτηνοτροφικών μονάδων, συνδυαστικά με το υφιστάμενο πλαίσιο των ενεργειακών κοινοτήτων, μπορεί να συμβάλει εκτός από τους ποσοτικούς στόχους και στην έμπρακτη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών στον στόχο της κλιματικής ουδετερότητας.

Η ενεργειακή κρίση, όπως και η πανδημία επηρεάζει το σύνολο των ευρωπαϊκών χώρων με ασύμμετρες συνέπειες λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της κάθε χώρας. Η ποιοτική διαφοροποίηση που επέφερε η κρίση του covid-19 μέσω του συντονισμού των ενεργειών και της προώθησης κοινών λύσεων μπορεί να αποτελέσει τον οδηγό και στην παρούσα συγκυρία. Αδιαμφισβήτητα σημαντικό μέρος της ευθύνης φέρουν οι εθνικές κυβερνήσεις αλλά η κοινή προσπάθεια μπορεί να φέρει καλύτερα και γρηγορότερα τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα και να δημιουργήσει καλύτερες συνθήκες στην επίτευξη των στόχων της κοινωνικής συνοχής και της δίκαιης και συμμετοχικής “πράσινης” μετάβασης.

(*) Ο Δημήτρης Λιάκος είναι οικονομολόγος, πρώην Υφυπουργός