Kreport > Uncategorized > Η άρνηση της Ουάσιγκτον και τα σενάρια της επόμενης ημέρας

Η άρνηση της Ουάσιγκτον και τα σενάρια της επόμενης ημέρας

Όπως ήταν αναμενόμενο. οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ απέρριψαν χθες την γραπτή πρόταση που τους είχε στείλει η Ρωσία στα τέλη Δεκεμβρίου.  Η Μόσχα ζητά ρητή δέσμευση ότι η Ουκρανία δεν θα γίνει ποτέ μέλος της Ατλαντικής Συμμαχίας καθώς και επιστροφή στο στάτους κβο του 1997, δηλαδή αποχώρηση των νατοϊκών δυνάμεων  από τις χώρες που προσχώρησαν στο ΝΑΤΟ μετά το 1997. Για να κατοχυρωθούν αυτά, το Κρεμλίνο ζητά διμερή Συνθήκη με την Μόσχα και συμφωνία με το ΝΑΤΟ.

Σύμφωνα με τον Μπλίνκεν η απάντηση των ΗΠΑ περιέχει ένα σοβαρό διπλωματικό προωθητικό μονοπάτι. Αυτό που η Μόσχα  θεωρεί απειλή για τα ζωτικά της συμφέροντα, είναι θέμα ουσίας κι όχι διατύπωσης.

Οι ΗΠΑ αρνούνται να δεχθούν ρητούς περιορισμούς στο δικαίωμα ενός κυρίαρχου κράτους να επιλέγει τις συμμαχίες που επιθυμεί, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα ανάψουν πράσινο φως στο Κίεβο, ούτε ότι θα αγνοήσουν  την Μόσχα. Θεωρητικά, η Ουκρανία θα μπορεί να προσχωρήσει στο ΝΑΤΟ. Στην πράξη, όμως, εφόσον αποκατασταθεί αμοιβαία εμπιστοσύνη, θα μπορούσε να υπάρξει μια παρασκηνιακή συμφωνία κυρίων Μπάιντεν –Πούτιν που να δίνει στην Μόσχα τις εγγυήσεις που ζητά.

Τόσο η προσχώρηση ή όχι της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, όσο και η απόσυρση των νατοϊκών δυνάμεων από τις χώρες που προσχώρησαν μετά το 1997, μπορούν να αντιμετωπισθούν με μια συνολική συμφωνία κυρίων, ότι δεν θα συνεχισθεί η διεύρυνση προς ανατολάς κι άλλες δύο, τις ακόλουθες:

-Πρώτη, η αναβίωση της Συνθήκης Σουλτς – Σεβαρντνάτζε του 1987  για κατάργηση των πυραύλων μέσου βεληνεκούς στην Ευρώπη, από την οποία αποχώρησαν οι ΗΠΑ το 2018 με απόφαση Τραμπ. Αν αναβιώσει αυτή η συμφωνία, παύει να υπάρχει δυνατότητα ανάπτυξης αμερικανικών πυραύλων στα σύνορα τη Ρωσίας με την Ουκρανία.

-Δεύτερη, θα μπορούσε να είναι μια επανέκδοση της Συμφωνίας της Βιέννης, που υπεγράφη στα τέλη της 10ετίας του 1980 μετά από πολυετή σκληρή διαπραγμάτευση, για την αμοιβαία και ισόρροπη μείωση των συμβατικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Ευρώπη.

Υπάρχει η εμπειρία αυτής της μακρόσυρτης διαπραγμάτευσης, που μπορεί να οδηγήσει σχετικά σύντομα σε διατυπώσεις οι οποίες αφενός θα ικανοποιούν τη Ρωσία, αφετέρου δεν θα δίνουν την εντύπωση ότι το ΝΑΤΟ υποχώρησε σε τελεσιγραφικού τύπου απαίτηση του Πούτιν.

Λογικά, όποια κι αν είναι η απάντηση της Μόσχας στην απάντηση των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, θα πρέπει να περιμένουμε νέα συνάντηση Μπλίνκεν-Λαβρόφ ή, ακόμη, μια νέα τηλεδιάσκεψη ή δια ζώσης συνάντηση των δύο προέδρων, Μπάιντεν και Πούτιν.

Αν τα παραπάνω επιβεβαιωθούν από τις εξελίξεις, η εκτόνωση της κρίσης θα παραπέμπει στην κρίση της Κούβας τον Οκτώβριο του 1962. Τότε, η κυρίαρχη εντύπωση ήταν ότι η ΕΣΣΔ μπροστά στην αποφασιστικότητα των ΗΠΑ υποχώρησε ατάκτως. Τότε, κανείς δεν ήξερε ότι στην μυστική συνάντησή τους, με μεσολαβητή τον Ρόμπερτ Κένεντι, ο Τζον Κένεντι και ο Νικήτας Χρουτσόφ είχαν συνάψει μια συμφωνία κυρίων, απόρρητη βέβαια, που προέβλεπε ότι λίγο μετά την απόσυρση των σοβιετικών πυραύλων θα αποσυρθούν και οι αντίστοιχοι αμερικανικοί από την Τουρκία. Αυτός ήταν και ο στόχος της Μόσχας, που ήταν και ο πραγματικός νικητής εκείνης της παρτίδας σκακιού, που είχε κάνει την ανθρωπότητα να κρατά την αναπνοή της.