Kreport > articles > Fake news, πανδημία, Δημοκρατία

Fake news, πανδημία, Δημοκρατία

Του  Παύλου Τσίμα

Τον Ιανουάριο του 2011 παρακολουθούσα την γέννηση της αραβικής άνοιξης στην Τυνησία. Αυτόπτης ενός σπάνιου κοινωνικού φαινομένου: μιας νικηφόρας επανάστασης, μιας εξέγερσης που ανέτρεπε μια δικτατορία 23 χρόνων (η συνέχεια της ιστορίας είναι μια άλλη υπόθεση). Είχα γνωρίσει μερικούς από τους πρωταγωνιστές των γεγονότων. Νέοι και νέες, που χρησιμοποιούσαν ένα νέο όπλο για να οργανώνονται και να κινητοποιούν, ένα Μέσο Κοινωνικής Δικτύωσης που το καθεστώς δεν μπορούσε να λογοκρίνει, δεν προλάβαινε καν να παρακολουθήσει. Το twitter ήταν τότε πολύ νέο και οι παντοδύναμες μυστικές υπηρεσίες του Μπεν Αλί, που το αγνοούσαν, αποδείχθηκαν αδύναμες μπροστά του.

Ήταν η εποχή που τα αναδυόμενα social media υπόσχονταν κάτι σαν δημοκρατική επανάσταση. Έδιναν καθολικό δικαίωμα συμμετοχής στην επικοινωνία, έδιναν δημόσιο λόγο σε όσους δεν είχαν φωνή, κατέλυαν την κάθετη ιεραρχία του λόγου, που δεν θα ήταν πια μονοσήμαντη, από πάνω προς τα κάτω, αλλά και αντίστροφης φοράς.

Fast forward πέντε χρόνια μετά. Το 2016, ο ρόλος που διαδραμάτισαν τα social media στο βρετανικό δημοψήφισμα και στην εκλογή Τραμπ (και μάλιστα με την εκ των υστέρων αποκάλυψη της υπόθεσης Cambridge Analytica) τα έφερε στο κέντρο μιας συζήτησης με αρνητικό πια πρόσημο. Όχι πια ως δημοκρατικό θαύμα μα ως εν δυνάμει κίνδυνο για την δημοκρατία, όχι ως ευλογία αλλά ως μάστιγα. Για να φθάσουμε σήμερα, στον καιρό της πανδημίας, τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης  να κατηγορούνται πως έγιναν ο βιότοπος όλων των θεωριών συνομωσίας σχετικά με την πανδημία και τα εμβόλια και των αντι-εμβολιαστικών προλήψεων. «Σκοτώνουν ανθρώπους», είπε ο Πρόεδρος Μπάιντεν για τις μεγάλες πλατφόρμες των social media. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας προειδοποίησε ότι ζούμε μια infodemia, μια πανδημία παραπληροφόρησης εξ ίσου επικίνδυνη με την πανδημία την ίδια, γιατί μας εμποδίζει να νικήσουμε την πανδημία. Και σ όλον τον κόσμο έχει ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση, αναζητώντας τρόπους αποτελεσματικής αντίδρασης της δημοκρατίας στην καταιγίδα των fake news, ελέγχου όχι των εκατοντάδων εκατομμυρίων των χρηστών, μα των λίγων τεχνολογικών κολοσσών που ελέγχουν τις πλατφόρμες των social media.

Αυτή είναι μια από τις τέσσερις μεγάλες, οικουμενικές συζητήσεις αυτή την ώρα (μαζί με την συζήτηση για την πανδημία, την κλιματική αλλαγή και την αντιμετώπιση των ανισοτήτων). Κι είναι μια συζήτηση που μας αφορά. Για πολλούς λόγους.

Πρώτον, επειδή η Ελλάδα είναι μια τυπική χώρα Facebook. Υπολογίζεται ότι το 78% των ανθρώπων ηλικίας 13-74 έχουν ένα τουλάχιστον ενεργό προφίλ στα social media και το 72% κάνει καθημερινή χρήση. Το 92% αυτού του πληθυσμού χρησιμοποιεί FB- το οποίο σύμφωνα με πολλές διεθνείς έρευνες είναι μακράν η πρώτη πλατφόρμα διάδοσης fake news σχετικά με τα εμβόλια και την πανδημία.

Δεύτερον, επειδή είμαστε η δεύτερη χώρα στον κόσμο, μετά την Κένυα, ως προς το ποσοστό του πληθυσμού που χρησιμοποιεί κάποιο ΜΚΔ ως κύρια (και συχνά μοναδική) πηγή ενημέρωσης. Εκείνοι που δηλώνουν ότι ενημερώνονται κυρίως από τα ΜΚΔ στην Ελλάδα είναι περισσότεροι από το άθροισμα εκείνων που ενημερώνονται από εφημερίδες, τηλεόραση και ραδιόφωνο. Και τρίτον, επειδή στον δείκτη Media literacy η Ελλάδα βρίσκεται στην 27η θέση μεταξύ 35 ευρωπαϊκών χωρών, ως προς τον «μιντιακό εγγραμματισμό» του πληθυσμού, ως προς την ικανότητα κριτικής χρήσης των Μέσων και αντίστασης στα fake news.

Μα ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα; Έχει προσδιοριστεί με διαφορετικούς τρόπους, συχνά δαιμονοποιητικούς, που αποδίδουν στα social media όλα τα δεινά της δημοκρατίας- που ασφαλώς δεν γεννούνται στο διαδίκτυο, μα βρίσκουν εκεί έναν ιστορικά πρωτοφανή πολλαπλασιαστή.

Το πρόβλημα είναι ότι η ίδια η αρχιτεκτονική των social media, η επιχειρηματική λογική με την οποία λειτουργούν οι μεγάλες πλατφόρμες- «αγοράζουν την προσοχή μας και την πουλάνε σε όποιον ενδιαφέρεται», σύμφωνα με μια διάσημη περιγραφή- ευνοεί την μετατροπή της πλατφόρμας σε βιότοπο fake news. Το media lab του MIT είχε υπολογίσει ότι οι ψεύτικες ειδήσεις στα social media τρέχουν τρεις φορές γρηγορότερα απ’ ότι οι πραγματικές ειδήσεις.

Και το πρόβλημα είναι ότι η διάδοσή τους είναι εντελώς αδιαφανής. Μια πρόσφατη, συγκλονιστική έρευνα του Center for Countering Digital Hate στις ΗΠΑ αποκάλυψε ότι το 70% του αντι-εμβολιαστικού περιεχομένου στο Facebook το δημιουργούν 12, όλα κι όλα, φυσικά πρόσωπα, των οποίων τα στοιχεία δόθηκαν στην δημοσιότητα.  Δώδεκα φυσικά πρόσωπα παράγουν έναν όγκο αντι-εμβολιαστικών fake news, που φθάνουν τελικά, μέσω εκατοντάδων λογαριασμών-πολλαπλασιαστών, σε 62 εκατομμύρια χρήστες, με έναν συνολικό τζίρο πάνω από 1 δισ. δολάρια. Σύμφωνα με μιαν άλλη πρόσφατη αποκάλυψη (ρεπορτάζ ΝΥΤ) μια σκοτεινή εταιρεία «ψάρευε» influencers για να ανεβάζουν ιστορίες με αντι-εμβολιαστική αιχμή, έναντι αμοιβής φυσικά.

Θα μπορούσε, βέβαια, να πει κανείς ότι η παρουσίαση του ψέματος ως αλήθεια, η κατασκευή και διάδοση fake news είναι ένα πρόβλημα αρχαίο όσο ο κόσμος. Ένας αρχισυντάκτης των FT έγραφε κάποτε ότι το αρχαιότερο δείγμα του είδους ήταν μια ψεύτικη διαθήκη του Αντώνιου, που ο Οκταβιανός παρουσίασε στην Σύγκλητο για να στρέψει την Ρώμη εναντίον του αντιπάλου του, το 30 π.Χ. Αλλά αν το πρόβλημα είναι αρχαίο, αυτό που αντιμετωπίζουμε σήμερα είναι εντελώς νέο.

Ποτέ άλλοτε οι άνθρωποι δεν χρησιμοποιούσαμε μια κοινή πλατφόρμα για να επικοινωνούμε, να ενημερωνόμαστε, να ψωνίζουμε, να ακούμε μουσική, να βλέπουμε βίντεο, να αναζητούμε ερωτικό σύντροφο- δίνοντας στην πλατφόρμα αυτή, μέσω Τεχνητής Νοημοσύνης, την δυνατότητα να γνωρίζει για εμάς περισσότερα από όσα οι ίδιοι γνωρίζουμε για τον εαυτό μας. Ποτέ άλλοτε ένας αλγόριθμος, ως ψηφιακός αρχισυντάκτης, δεν μπορούσε να φθάνει κάθε λεπτό μια «εφημερίδα» μόνον για εμάς, κομμένη στα μέτρα μας, στα μέτρα των αντιλήψεων και των προκαταλήψεων που έχουμε ήδη φανερώσει, και να μας προσφέρει μηνύματα τα οποία «αδυνατούμε να αρνηθούμε». Και ποτέ άλλοτε ένας άνθρωπος, μια οργάνωση, οι μυστικές υπηρεσίες μιας χώρας ή μια συμμορία δεν μπορούσε να διαδώσει με τόσο μεγάλη ταχύτητα και αποτελεσματικότητα ένα ψέμα σε εκατομμύρια μάτια και αυτιά- στα οποία το ψέμα δεν εμφανίζεται ως κάτι που είπε ή έγραψε κάποιος άγνωστός μας, μα με την οικεία φωνή ενός virtual φίλου. Έτσι ώστε, τελικά, κάτι που εμφανίζεται ως- και μπορεί πράγματι να είναι- μια τεχνολογία στην υπηρεσία της ελευθερίας του λόγου και της δημοκρατίας, να εξελιχθεί σε μια πρωτοφανή συγκέντρωση οικονομικής και πολιτικής ισχύος, χωρίς λογοδοσία. Power without responsibility.

Τι να κάνουμε, λοιπόν;

Τέσσερις «συνταγές λύσης» έχουν προταθεί.

Η μία είναι η «αυτορρύθμιση». Οι ίδιοι οι τεχνολογικοί κολοσσοί να λάβουν μέτρα για τον περιορισμό των fake news, του λόγου μίσους, και για την ενίσχυση της διαφάνειας. Μοιάζει ουτοπικό (θα πρέπει να στραφούν αυτοί οι οργανισμοί ενάντια στην λογική τους την ίδια) ή προβληματικό (όπως, για παράδειγμα, να λογοκρίνει μια ιδιωτική εταιρεία τον Πρόεδρο των ΗΠΑ).

Η δεύτερη είναι η «αστυνομική» λογοκρισία- που δοκιμάζεται σε χώρες όπως η Ουγγαρία ή η Τουρκία (όπου εκατοντάδες άνθρωποι οδηγήθηκαν στην φυλακή για ένα λάθος like sτην λάθος ανάρτηση). Προφανώς η «λύση» είναι χειρότερη από το ίδιο το πρόβλημα.

Η τρίτη είναι η ρύθμιση, η επιβολή από την Δημοκρατία κανόνων και ελέγχων, όχι στα social media ως υπηρεσία, αλλά στην τεχνολογική υποδομή που χρησιμοποιούν. Να «ανακτήσουν οι δημοκρατικοί θεσμοί τον έλεγχο των ορίων του δημόσιου λόγου», όπως έχει διατυπωθεί σε νομοθετικές πρωτοβουλίες στην Ουάσιγκτον ή τις Βρυξέλλες. Σωστό και αναγκαίο, μα ανέφικτο σε εθνικό επίπεδο. Απαιτεί αποτελεσματική διεθνή συναίνεση και συνεργασία.

Μένει μια τέταρτη συνταγή που είναι άμεσα εφικτή και επείγει: Η εκπαίδευση. Η ενσωμάτωση στην εκπαιδευτική ύλη- από πότε; Από το νηπιαγωγείο, λένε οι ειδικοί- των γνώσεων και δεξιοτήτων που προάγουν τον ψηφιακό εγγραμματισμό, την ικανότητα κριτικής πρόσληψης και χρήσης των Μέσων.

Σε αυτό το θέμα ήταν αφιερωμένη μια ειδική συνεδρίαση της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής, λίγο πριν τις θερινές της διακοπές, στην οποία ειδικοί της εκπαίδευσης και της τεχνολογίας παρουσίασαν παραδείγματα και εμπειρία. Η συζήτηση άνοιξε- τουλάχιστον- και παρ’ ημίν.