Kreport > articles > Το κούρεμα, η μεταβίβαση και η τιμή ενός δανείου  

Το κούρεμα, η μεταβίβαση και η τιμή ενός δανείου  

Του Θόδωρου Καλαντώνη (*)

Μολονότι τα κουρεία έμεναν κλειστά, η πιο δημοφιλής λέξη στις τραπεζικές/επιχειρηματικές συζητήσεις στην αρχή του 2021 είναι το haircut. Όλοι ρωτούν εάν μπορεί να γίνει «κούρεμα» στο δάνειό τους, είτε είναι ένα παλιό στεγαστικό που έχουν μείνει λίγες δόσεις, είτε ένα χθεσινό επιχειρηματικό, ανεξάρτητα από το εάν το πληρώνουν ή όχι, ανεξάρτητα από το εάν μπορούν ή όχι να το αποπληρώσουν.

Με τις ελληνικές τράπεζες να έχουν βγάλει από τους ισολογισμούς τους δάνεια ύψους περίπου 50 δισεκατομμύρια ευρώ μέχρι σήμερα και να προγραμματίζουν αντίστοιχες συναλλαγές για άλλα 30 δισεκατομμύρια φέτος, έχει σημασία να διευκρινιστεί τι σημαίνει αυτή η νέα πραγματικότητα. Έχει σημασία για τον σχεδιασμό των επιχειρήσεων, για τον τρόπο που βλέπουν όλοι οι συμμετέχοντες την οικονομία αλλά και για το πώς αντιμετωπίζει η κοινωνία μια αλλαγή την οποία δεν έχει ακόμη κατανοήσει.

Καταρχάς, πώς απαλλάσσονται οι τράπεζες από παλιά, προβληματικά δάνεια; Με συγκεκριμένους τρόπους.

Πρώτον, με διαγραφή της απαίτησής τους. Κάποια δάνεια δεν θα πληρωθούν ποτέ, δεν έχουν εγγυήσεις, άρα η διεκδίκηση της είσπραξης κοστίζει πιο πολύ από όσο αξίζει. Το πρόβλημα είναι ότι σε αυτή την περίπτωση η τράπεζα αναλαμβάνει όλο το κόστος. Το πληρώνει κατά ένα μέρος με χρήματα (προβλέψεις) που έχει βάλει στην άκρη το προηγούμενο διάστημα  καθώς έβλεπε την αδιέξοδη πορεία του δανείου, και το υπόλοιπο είτε με νέες προβλέψεις εις βάρος της μελλοντικής κερδοφορίας είτε από τα κεφάλαιά της.

Δεύτερον, με ρευστοποίηση των εξασφαλίσεων (συχνότερα ακινήτων, άλλοτε ομολόγων, μετοχών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων) που φέρει το δάνειο. Σε αυτή την περίπτωση ανακτά συνήθως μέρος της αξίας. Το υπόλοιπο και πάλι πλήττει ή την κερδοφορία ή τα κεφάλαια της τράπεζας.

Τρίτον, με ρυθμίσεις, ώστε το προβληματικό δάνειο να αναβιώσει και να αποπληρώνεται, δηλαδή να γίνει βιώσιμο. Είναι η καλύτερη λύση, είναι αυτή που κατεξοχήν επιδιώκει όποιος διαχειρίζεται μια αθέτηση οφειλής, αλλά δεν είναι πάντοτε εφικτή.

Και, τέλος, μεταβιβάζοντας χαρτοφυλάκια – δηλαδή δέσμες δανείων. Η μεταβίβαση γίνεται είτε με πώληση, είτε με τη λεγόμενη «τιτλοποίηση», δηλαδή με την έκδοση ομολόγων, που πληρώνονται από τη διαχείριση των συνδεδεμένων με αυτήν δανείων. Τα ομόλογα αυτά εξοφλούνται κατά ορισμένη σειρά προτεραιότητας, σαν διαδοχικά δοχεία που μόνο όταν γεμίσει/αποπληρωθεί εντελώς το πρώτο, τότε αρχίζει η ροή προς το επόμενο  (senior, mezzanine και junior bonds).

Και στις δύο περιπτώσεις, είτε δηλαδή πρόκειται για πώληση είτε για τιτλοποίηση, οι αποφάσεις για τη διαχείριση του δανείου που μεταβιβάστηκε δεν λαμβάνονται από την Τράπεζα, αλλά από τον αγοραστή των δανείων (στην περίπτωση της πώληση) ή των σχετικών ομολόγων (στην τιτλοποίηση).

Και στις δύο περιπτώσεις, η μεταβίβαση των προβληματικών δανείων γίνεται σε μια τιμή αγοράς, που είναι χαμηλότερη -και το συνηθέστερο πολύ χαμηλότερη- από την ονομαστική αξία τους. Αυτή η διαφορά βρίσκεται στην αφετηρία μιας σοβαρής παρανόησης, κάποτε ακούσιας, μερικές φορές όμως εσκεμμένης. Πρώτα από όλα, οι συναλλαγές αυτές αφορούν προβληματικά χαρτοφυλάκια. Επομένως, εξ ορισμού πρόκειται για δάνεια που δεν πληρώνονται από τους οφειλέτες με βάση την αρχική αξία της συμφωνίας χορήγησής τους – επομένως η οφειλή (κεφάλαιο συν τόκοι) δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για τον καθορισμό της τρέχουσας εμπορικής αξίας τους. Μεγαλύτερη σημασία έχουν άλλοι παράγοντες, όπως:

-Οι εγγυήσεις, τις οποίες έχει δώσει ο δανειολήπτης και τι ποσοστό της οφειλής μπορούν να επιστρέψουν στον πιστωτή αν ρευστοποιηθούν.

-Η αξία αυτών των εγγυήσεων που δεν είναι σταθερή στο χρόνο (για τα ακίνητα, για παράδειγμα, εξαρτάται από την εξέλιξη της αγοράς ακινήτων, που συνήθως συναρτάται με την συνολική πορεία της οικονομίας).

-Η δυνατότητα των οφειλετών να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, η οποία συναρτάται με τις εξελίξεις στην αγορά εργασίας, άρα την γενική τάση της οικονομίας.

Με την έννοια αυτή, οι αγοραστές των δανείων επενδύουν, ουσιαστικά, σε ένα θετικό σενάριο μακροοικονομικών εξελίξεων και η εκτίμησή τους αντικατοπτρίζεται στις τιμές που προσφέρουν για να αγοράσουν τα χαρτοφυλάκια των δανείων.

Οι οφειλέτες ακούν συχνά ότι μια πώληση δανείων έγινε, παραδείγματος χάριν, στο 30% της ονομαστικής αξίας. Και το ερμηνεύουν ως δυνατότητα διαπραγμάτευσής τους με τον αγοραστή του δανείου, ανεξάρτητα από τους συγκεκριμένους όρους του, με βάση συζήτησης το 30% της οφειλής. Όσοι σκέπτονται έτσι κάνουν ένα θεμελιώδες σφάλμα. Το αντίτιμο αφορά τα δάνεια της συναλλαγής ως σύνολο και σε καμία περίπτωση μεμονωμένα. Αυτό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι οι Τράπεζες, για να προσελκύσουν ενδιαφερόμενους, εντάσσουν στο «πακέτο» ενός χαρτοφυλακίου και ενήμερα δάνεια, που εξυπηρετούνται κανονικά. Θα πίστευε κανείς ότι ο αγοραστής έχει πρόθεση ή υποχρέωση να χαρίσει μέρος ενός εξυπηρετούμενου δανείου σε έναν φερέγγυο οφειλέτη, επειδή το αγόρασε ως τμήμα χαρτοφυλακίου που περιλάμβανε και προβληματικά δάνεια και για το οποίο πλήρωσε ένα κλάσμα της συνολικής ονομαστικής αξίας του; Η λογική του συνόλου είναι η βάση αυτών των συναλλαγών. Ο αγοραστής ξέρει πως από ορισμένα τουλάχιστον από τα δάνεια που πληρώνει δεν θα πάρει απολύτως τίποτα. Από άλλα, όμως, γνωρίζει ή εκτιμά ότι θα ανακτήσει το σύνολο της οφειλής. Η τιμή που προσφέρει στην ανταγωνιστική διαδικασία προκύπτει από την εκτίμησή του για το μέσο όρο απόδοσης μπορεί να έχει, με ενεργή διαχείριση, το χαρτοφυλάκιο συνολικά. Επομένως, η τιμή αγοράς του «πακέτου» των δανείων μιας συναλλαγής δεν είναι το στοιχείο που καθορίζει το ύψος της ανάκτησης που προσδοκά ο τελικός ιδιοκτήτης από κάθε δάνειο χωριστά.

Αυτό δεν σημαίνει πως η χαμηλή τιμή αγοράς του χαρτοφυλακίου δεν έχει σημασία. Η πωλήτρια Τράπεζα έχει ήδη αναλάβει ένα μεγάλο μέρος των απωλειών – είναι το κόστος της για το ρίσκο που πήρε δίνοντας τα δάνεια. Οι νέοι ιδιοκτήτες έχουν πολύ μεγαλύτερη ευελιξία, τόσο από θεσμική άποψη όσο και από οικονομική, ανάλογα με το ύψος του τιμήματος.

Όπως είδαμε στο πρόσφατο παρελθόν, τελικά η πραγματικότητα επιβάλλεται. Μετά από 10 χρόνια οικονομικής κρίσης θα ήταν παράλογο να χάσουμε μερικά ακόμη για να φτάσουμε νομοτελειακά στις λύσεις που η αγορά έχει αναδείξει σε όλες τις άλλες χώρες. Οι μηχανισμοί και οι φορείς τους έχουν καθοριστική σημασία. Αλλά όλα καταλήγουν σε ένα τελικό λογαριασμό. Θα βοηθήσει πολύ την γρήγορη ανάκαμψη της οικονομίας η αναγνώριση πως τελικά τα χρέη πάντοτε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο πληρώνονται. Η διαφορά είναι εάν θα τα πληρώσει εκείνος που οφείλει ή κάποιος άλλος.

(*) Ο Θόδωρος Καλαντώνης είναι Εκτελεστικός Πρόεδρος της doValue Greece.