Kreport > articles > Τέσσερις ενστάσεις στο νομοσχέδιο για τις συλλογικές εργασιακές σχέσεις

Τέσσερις ενστάσεις στο νομοσχέδιο για τις συλλογικές εργασιακές σχέσεις

Του Κώστα Παπαδημητρίου (*)

Το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο του Υπουργείου Εργασίας, το οποίο προκαλεί ήδη έντονες συζητήσεις στους χώρους εργασίας και στην πολιτική σκηνή,  ασχολείται με ζητήματα που αφορούν  όλο το εύρος του εργατικού δικαίου. Και ασφαλώς περιέχει διατάξεις, οι οποίες θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως ευνοϊκές για τους εργαζομένους, όπως η κατάργηση της αναχρονιστικής διάκρισης εργατών και υπαλλήλων, η χορήγηση άδειας για τη φροντίδα τέκνου και στον πατέρα ή ορισμένες διατάξεις για τη συμφιλίωση οικογενειακής και προσωπικής ζωής.

Ως προς τις λοιπές διατάξεις, που θεωρούνται ότι απομειώνουν τα δικαιώματα των εργαζομένων, συχνότερα γίνεται λόγος για το (σοβαρό) ζήτημα της διευθέτησης του ωραρίου, δηλαδή της υπέρβασης του ημερήσιου ωραρίου με αντάλλαγμα μεταγενέστερη μείωσή του ή άδεια, καθώς με τον τρόπο αυτό δίνεται η δυνατότητα να παρακάμπτεται, χωρίς συμπληρωματική αμοιβή, το κανονικό ωράριο με μια ατομική συμφωνία εργοδότη εργαζομένου, της οποίας η γνησιότητα  δεν είναι εξασφαλισμένη.

Όμως, η αιχμή του δόρατος θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μας, να αφορά το συλλογικό εργατικό δίκαιο, το οποίο δέχεται και τις πιο σημαντικές αναταράξεις σε κρίσιμα σημεία του.

Μείωση της προστασίας των συνδικαλιστικών στελεχών

Κατ’ αρχάς, με τις νέες ρυθμίσεις μεταβάλλεται πλήρως το καθεστώς προστασίας των συνδικαλιστικών στελεχών έναντι της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.  Με το ισχύον καθεστώς προβλέπεται ότι τα προστατευόμενα στελέχη απολύονται μόνο για συγκεκριμένους λόγους και αφού προηγουμένως χορηγηθεί άδεια  από μια ειδική επιτροπή. Με τις νέες ρυθμίσεις  όχι μόνο διευρύνονται εξαιρετικά οι λόγοι προσφυγής στην καταγγελία, αλλά απουσιάζει πλέον κάθε είδους προληπτικός έλεγχος.

Ειδικότερα, θα μπορούν να απομακρύνονται εκλεγμένοι συνδικαλιστικές όχι μόνο για προσωπικούς, αλλά και για οικονομικούς λόγους. Π.χ. η συνειδητή κατάργηση της θέσης εργασίας στελέχους θα μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας. Αυτό, όμως, μπορεί να οδηγήσει σε μεθοδεύσεις για απόλυση συνδικαλιστών.

Μάλιστα, τα παραπάνω συνδυάζονται και με το γεγονός ότι η καταγγελία του συνδικαλιστικού στελέχους θα γίνεται, σύμφωνα με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, χωρίς προληπτικό έλεγχο εκ μέρους κάποιας Επιτροπής. Δηλαδή ο εργοδότης θα μπορεί να απολύσει το στέλεχος αμέσως, απλά επικαλούμενος σπουδαίο λόγο, και στη συνέχεια θα πρέπει να  αναμένεται, προφανώς  μετά από μήνες, η απόφαση του Δικαστηρίου για να κρίνει εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος. Η μείωση της προστασίας είναι σαφής.

Μητρώο συνδικαλιστικών στελεχών και η αρχή της αναλογικότητας

Και με τις ισχύουσες ρυθμίσεις ήδη προβλεπόταν η λειτουργία ηλεκτρονικού μητρώου των συνδικαλιστικών οργανώσεων.  Όμως, αυτή η ρύθμιση ποτέ δεν είχε υλοποιηθεί, γιατί ποτέ δεν εκδόθηκε  η προβλεπόμενη υπουργική απόφαση.

Όμως, πλέον  προβλέπεται ότι, όταν μια συνδικαλιστική οργάνωση δεν ενημερώνει το ηλεκτρονικό μητρώο,  δεν θα  μπορεί να ασκήσει απεργία, δεν θα  μπορεί να υπογράψει συλλογική σύμβαση εργασίας και τα συνδικαλιστικά στελέχη της δεν θα δικαιούνται  προστασίας.

Κάποιος θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι πρέπει να προβλεφθούν κάποιες κυρώσεις εάν δεν γίνεται αυτή η ενημέρωση, αλλά ευχερώς μπορεί να αντιταχθεί ότι  κάτι τέτοιο δεν μπορεί να θίγει το σκληρό πυρήνα συνταγματικά προβλεπόμενων δικαιωμάτων. Μήπως οι προτεινόμενες ρυθμίσεις παραβιάζουν την θεμελιώδη αρχή της αναλογικότητας;

Δεν διασφαλίζεται η μυστικότητα της ψηφοφορίας για κήρυξη απεργίας

Το ζήτημα της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας σε περίπτωση απεργίας δεν είναι  κάτι νέο. Είχε ήδη προβλεφθεί και στο ν. 4635/2019, αλλά δεν είχε ενεργοποιηθεί, μιας και δεν εκδόθηκε, ούτε εδώ,  η προβλεπόμενη υπουργική απόφαση. Επί πλέον, θα έπρεπε να την προβλέπει και το καταστατικό της συνδικαλιστικής οργάνωσης.

Με τις νέες διατάξεις επιβάλλεται η ηλεκτρονική ψηφοφορία ειδικά στην περίπτωση απεργίας και ανεξάρτητα από καταστατικές ρυθμίσεις. Και θα μπορέσει να ισχυρισθεί κανείς ότι με την ηλεκτρονική ψηφοφορία εξασφαλίζεται η ευρύτερη συμμετοχή εργαζομένων.

Όμως, με τις προτεινόμενες διατάξεις δε φαίνεται να διασφαλίζεται η μυστικότητα της ψηφοφορίας, κρίσιμο στοιχείο για την ομαλότητα της λειτουργίας του θεσμού. Δεν μπορεί λοιπόν να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να ασκούνται, ένθεν και ένθεν, δηλαδή τόσο από τον εργοδότη, όσο και από συναδέλφους του συμμετέχοντος στην ψηφοφορία, ελεγχόμενες πιέσεις για να κινηθεί η ψήφος του προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις, παράμετρος που δεν φαίνεται να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη.

Το προσωπικό εξυπηρέτησης στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου

Με τις ρυθμίσεις που ισχύουν προβλέπεται ότι σε επιχειρήσεις κοινής ωφελείας οι συνδικαλιστικές οργανώσεις που κηρύσσουν την απεργία, οφείλουν πέρα από το προσωπικό ασφαλείας για την αποτροπή καταστροφών να παρέχουν και προσωπικό με το οποίο θα εξυπηρετούνται οι στοιχειώδεις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου.  Το προσωπικό ορίζεται είτε με συλλογική σύμβαση εργασίας είτε με απόφαση  μιας Επιτροπής (Επιτροπή του άρθρου 15 ν. 1264/1982), στην οποία προεδρεύει δικαστικός, με κριτήριο «το είδος και την κοινωνική κρισιμότητα των αγαθών και των υπηρεσιών που παρέχει η επιχείρηση και η ανάγκη διασφάλισης της άσκησης του δικαιώματος της απεργίας».

Στην προτεινόμενη ρύθμιση όχι μόνο δεν γίνεται αναφορά στη διασφάλιση του δικαιώματος απεργίας, αλλά κυρίως επιβάλλεται υποχρέωση ελάχιστης παροχής υπηρεσιών στο 1/3 της κανονικής υπηρεσίας. Όμως, με τον τρόπο αυτό, δεν λαμβάνονται συγκεκριμένα υπόψη οι κοινωνικές ανάγκες, δηλαδή σε κάθε περίπτωση, όπως γίνεται μέχρι σήμερα, αλλά οριζόντια προβλέπεται ένα ελάχιστο ποσοστό υπηρεσιών.

Δεν διασφαλίζεται, έτσι, η απαιτούμενη ισορροπία μεταξύ του δικαιώματος απεργίας και των αναγκών του κοινωνικού συνόλου, ώστε να επιτυγχάνεται ο σεβασμός του κανόνα της αναλογικότητας.    Μήπως λοιπόν, και εδώ, οδεύουμε πέραν αυτού που είναι αναγκαίο;

Νομίζουμε λοιπόν ότι, στο πλαίσιο της διαβούλευσης, πρέπει να επανεξετασθούν οπωσδήποτε τα παραπάνω σημεία. Ο συνδικαλισμός στη χώρα μας δεν είναι, ασφαλώς, χωρίς αδυναμίες ούτε χωρίς αμαρτίες. Αυτό όμως δεν δικαιολογεί τη διατάραξη ευαίσθητων  ισορροπιών, το σεβασμό των οποίων επιβάλλει το συνταγματικό μας πλαίσιο. Όσο κι’ αν οι επιχειρήσεις έχουν να προσφέρουν πολλά στην οικονομία της χώρας, άλλο τόσο είναι αναγκαία η λειτουργία τους με σεβασμό σε ορισμένα θεμελιώδη συλλογικά θεμελιώδη δικαιώματα των εργαζομένων.

(*) Ο Κώστας Δ. Παπαδημητρίου είναι καθηγητής Εργατικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών