Kreport > articles > Οι «αγκυλώσεις» της οικονομίας και ο ελέφαντας στο δωμάτιο

Οι «αγκυλώσεις» της οικονομίας και ο ελέφαντας στο δωμάτιο

του Ηλία Κικίλια (*)

Η χαμηλή παραγωγικότητα και η χαμηλή συμμετοχή των παραγωγικών συντελεστών, εργασίας και κεφαλαίου, στην οικονομική ζωή σε σύγκριση με τους εταίρους μας στην ΕΕ, αποτελούν σύμφωνα με τις περισσότερες αναλύσεις τα κεντρικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας τουλάχιστον τις δυο τελευταίες δεκαετίες. Στην πρόσφατη «Έκθεση Πισσαρίδη» οι αιτίες στις οποίες οφείλονται τα χαρακτηριστικά αυτά συνδέονται κατά κύριο λόγο, πρώτον, με την αναποτελεσματική λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και των θεσμών που συμβάλλουν στον κλειστό χαρακτήρα των αγορών, την εσωστρέφεια της οικονομίας και τη χαμηλή ένταση του ανταγωνισμού, και, δεύτερον, με ένα υπέρμετρα μεγάλο τμήμα των επιχειρήσεων και της απασχόλησης να δραστηριοποιείται στο πεδίο των διεθνώς μη εμπορεύσιμων προϊόντων και υπηρεσιών, με το πρόβλημα αυτό να σχετίζεται με το πολύ μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων και το υψηλό ποσοστό της αυτοαπασχόλησης και της άτυπης οικονομίας.

Στις παραπάνω αναλύσεις – και στην «Έκθεση Πισσαρίδη» – τα αλληλεξαρτώμενα αυτά γνωρίσματα θεωρούνται, κατά κάποιο αδιευκρίνιστο τρόπο, εγγενή και διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας.  Στην περίπτωση, για παράδειγμα, της υστέρησης του τομέα των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και της μεταποίησης, πολλές αναλύσεις αποδίδουν το φαινόμενο αυτό σε κάποιες, πάλι αδιευκρίνιστες, κρατικές πολιτικές που επέλεξαν να αναπτύξουν κάποιους κλάδους – τους εσωστρεφείς, το εμπόριο, τον τουρισμό, την ναυτιλία – και παραμέλησαν κάποιους άλλους.  Από τις αναλύσεις αυτές προκύπτουν ευνόητα αντίστοιχες συστάσεις κλαδικά προσανατολισμένων πολιτικών.

Καταρχήν είναι γνωστό ότι ιστορική συγκρότηση της ελληνικής οικονομίας κινήθηκε κατά κύριο λόγο γύρω από την μικροσκοπική οικογενειακή επιχείρηση, την εργασία των μη-αμειβόμενων «συμβοηθούντων μελών», την αυτοαπασχόληση και πολυαπασχόληση και γενικότερα γύρω από μια εξαιρετικά εκτεταμένη ιδιοκτησία μικρής και πολύ μικρής κλίμακας.  Για το λόγο αυτό, είμαι από αυτούς που υποστηρίζουν ότι η πληθώρα των αναπτυξιακών προγραμμάτων επιχορήγησης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων – συμπεριλαμβανομένου του αγροτικού τομέα – και τα αντίστοιχα δισεκατομμύρια που δαπανήθηκαν τα τελευταία 30 χρόνια, στην ουσία αποτελούσαν μια ιδιότυπη μορφή όχι αναπτυξιακής ή κλαδικής αλλά αφανούς κοινωνικής πολιτικής ala grecque, αφού στην ουσία δεν είχαν πραγματικά αναπτυξιακούς στόχους αλλά στόχευαν στην διατήρηση και προώθηση της ευημερίας των εκατοντάδων χιλιάδων οικογενειών που αποτελούν την άλλη πλευρά του νομίσματος της μικρομεσαίας επιχείρησης.

Οι ιστορικοί και κοινωνικοί παράγοντες έχουν σαφέστατα τη σημασία τους αλλά το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, είναι πως αυτά τα χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας κατόρθωσαν να συντηρηθούν και να συνεχίσουν να αποτελούν τα βασικά γνωρίσματα της οικονομικής ζωής ιδιαίτερα κατά τις δυο προηγούμενες δεκαετίες.  Ποιος ήταν ο αποφασιστικός παράγοντας που αιμοδοτούσε την χαμηλή παραγωγικότητα μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων, τη χαμηλή συμμετοχή των παραγωγικών συντελεστών  και την εσωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας ;

Ο «ελέφαντας στο δωμάτιο» δεν είναι άλλος από την άλλοτε αμέριμνη, όπως στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 2000, και άλλοτε ασύδοτη, όπως στο δεύτερο μισό, μακροοικονομική και κυρίως δημοσιονομική πολιτική γενικευμένων παροχών, που στηρίχθηκε στον φθηνό δανεισμό από το εξωτερικό και οδήγησε σε μια συνεχή διόγκωση της εγχώριας ζήτησης και των αντίστοιχων κλάδων που παρήγαγαν μη εμπορεύσιμα διεθνώς αγαθά και υπηρεσίες και μια – αναγκαστικά – ταυτόχρονη υποχώρηση των εξωστρεφών κλάδων λόγω της αναπόφευκτης κάμψης – μάλλον, του καταποντισμού – της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της χώρας.  

Η άκρατη επέκταση των εσωτερικών ελλειμμάτων και τα πλεονεκτήματα της συμμετοχής στην Ευρωζώνη, αφενός, σε συνδυασμό με την αδράνεια της πολιτείας και την πολιτική αντίπραξη στον σχεδιασμό και την εφαρμογή των απαραίτητων διαρθρωτικών πολιτικών, αφετέρου, επιδείνωσαν την θεμελιώδη διαρθρωτική ανισορροπία μεταξύ του διεθνούς/εξαγωγικού και του εσωστρεφούς/προστατευμένου τομέα που χαρακτήριζε την ελληνική οικονομία ήδη πριν την είσοδο της Ελλάδας  στην ευρωζώνη.   Από την εισαγωγή του ευρώ ως την έναρξη της οικονομικής κρίσης έλαβε χώρα, λόγω της μεταβολής των σχετικών τιμών, μια ταχεία εσωτερική μεταφορά εγχώριας ζήτησης και παραγωγικών πόρων από κλάδους του διεθνή τομέα σε κλάδους παροχής υπηρεσιών εγχώριας κατανάλωσης του προστατευμένου τομέα με συνέπεια την ταχεία συρρίκνωση του διεθνή τομέα της χώρας.  Είναι ενδεικτικό ότι το σύνολο της αύξησης της απασχόλησης κατά 11,5% ή 460 χιλ. μεταξύ 2000 και 2009 οφείλεται αποκλειστικά στην αύξηση θέσεων εργασίας στους κλάδους του προστατευμένου τομέα, όπως είναι το εμπόριο, ο δημόσιος τομέας, οι κατασκευές και οι υπηρεσίες εγχώριας κατανάλωσης. Στην εξέλιξη αυτή οφείλεται κατά τα 2/3 η απώλεια διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας την δεκαετία του 2000.  Το υπόλοιπο 1/3 οφείλεται κατά κύριο λόγο στην ολιγοπωλιακή διάρθρωση  των κλάδων και αγορών της βιομηχανίας και το ρυθμιστικό πλαίσιο της οικονομίας που συντηρεί την διάρθρωση αυτή: Μεταξύ του 2000 και του 2009 το μοναδιαίο κόστος εργασίας στη βιομηχανία αυξήθηκε κατά 20% και οι τιμές κατά 24%, με συνέπεια την αύξηση των περιθωρίων κέρδους πρωτογενώς κατά 4% αλλά τελικά κατά 20%, συνυπολογίζοντας ότι τα περιθώρια κέρδους των κύριων εμπορικών εταίρων μας στις αγορές αυτές μειώθηκαν την ίδια περίοδο κατά 16%.

Η μακροοικονομική πολιτική ήταν, συνεπώς, η βασική αιτία για την χαμηλή παραγωγικότητα και τα λοιπά γνωρίσματα και τελικά για την εκτίναξη των δίδυμων ελλειμμάτων, με το δημοσιονομικό έλλειμμα να τροφοδοτεί το εξωτερικό έλλειμμα, που οδήγησε τελικά, αφενός, στην κρίση χρέους/χρεωκοπία και αφετέρου – με τη βοήθεια και των υπερβολικά τιμωρητικών πολιτικών που επέβαλαν οι εταίροι μας – στην κατακόρυφη μείωση του ΑΕΠ, την εκτόξευση της ανεργίας και σε μια πρωτοφανή σε βάθος και ένταση ύφεση που βίωσε η χώρα, λόγω της εσωστρεφούς οικονομίας που είχε επεκταθεί την προηγούμενη δεκαετία.  Η χαμηλή παραγωγικότητα και τα συγγενή γνωρίσματα, συνεπώς, δεν είναι απλά εγγεγραμμένα στα οικονομικά και κοινωνικά γονίδια της χώρας μας.  Συντηρούνται και αναπαράγονται από τις οικονομικές πολιτικές που εφαρμόζουν οι εκάστοτε κυβερνήσεις.

Ο βασικός μηχανισμός αντιστροφής της πολιτικής των ανεξέλεγκτων δίδυμων ελλειμμάτων της οικονομίας ήταν καταρχήν η δραστική μείωση των πρωτογενών ελλειμμάτων και στη συνέχεια η επίτευξη σημαντικών πρωτογενών πλεονασμάτων.  Μια από τις σημαντικότερες επιπτώσεις της πολιτικής αυτής ήταν η μεγάλη ανάκαμψη της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της χώρας.  Η ανάκαμψη της παραγωγικότητας, η περαιτέρω βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και η επέκταση των κλάδων που παράγουν διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα και υπηρεσίες έχουν ως απαραίτητη προϋπόθεση την ταχύτερη δυνατή επιστροφή σε ήπια δημοσιονομικά πρωτογενή πλεονάσματα.

(*) Ο Ηλίας Κικίλιας είναι Διευθυντής Ερευνών ΕΚΚΕ, Γενικός Διευθυντής ΙΝΣΕΤΕ, π. Διοικητής ΟΑΕΔ