Kreport > articles > Κράτος, επιχειρήσεις και αγορές απέναντι στις νέες προκλήσεις

Κράτος, επιχειρήσεις και αγορές απέναντι στις νέες προκλήσεις

του Ηλία Κικίλια (*)

Η πανδημία μας προσέφερε ένα κρίσιμο μάθημα, ότι απέναντι στις κρίσεις – αλλά και τις μεγάλες προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής, των ψηφιακών κολοσσών και των θηριωδών ανισοτήτων – η κυβερνητική παρέμβαση είναι αποτελεσματική μόνο όταν ο κρατικός μηχανισμός διαθέτει τις απαραίτητες ικανότητες και δυνατότητες να δράσει. Οι κυβερνήσεις, συνεπώς, πρέπει να επενδύσουν στην ενδυνάμωση των κρατών σε κρίσιμες περιοχές όπως είναι η αναβάθμιση της ικανότητας για στρατηγικές παρεμβάσεις μακράς πνοής, οι συνεργασίες δημόσιου και ιδιωτικού τομέα που πραγματικά υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και η εξειδίκευση στις ψηφιακές τεχνολογίες και τα data.

Η συμβατική άποψη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το κράτος ως έναν αδέξιο γραφειοκρατικό μηχανισμό που δεν είναι ικανός για καινοτομία, σχεδιασμό και στρατηγική.  Στην καλύτερη περίπτωση ο ρόλος του είναι να διορθώνει, να ρυθμίζει και να αναδιανέμει.  Η πανδημία μας έδωσε την αφορμή για μια ριζική αναθεώρηση του ρόλου του κράτους και των ικανοτήτων και δυνατοτήτων που πρέπει να κατέχει. Ένα κράτος που στην καλύτερη περίπτωση «διορθώνει τις αποτυχίες της αγοράς» και στην χειρότερη περιορίζεται στον ρόλο του εξωτερικού αναθέτη (outsourcing) δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις μεγάλες προκλήσεις της εποχής μας.

Έγινε επίσης φανερό ότι καμιά μεγάλη πρόκληση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί χωρίς μια νέα προσέγγιση της συνεργασίας μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα που με τη σειρά της απαιτεί ριζικές αλλαγές στο corporate governance, στον τρόπο, δηλαδή, που διοικούνται οι επιχειρήσεις, τους στόχους που θέτουν και τα μέσα που χρησιμοποιούν.  Ένα δυναμικό στρατηγικό κράτος μπορεί να επιταχύνει την αναδιάρθρωση των επιχειρηματικών στρατηγικών με καινοτομικά εργαλεία πολιτικής που δημιουργούν κίνητρα για παραγωγικές επενδύσεις και αντικίνητρα για βραχυπρόθεσμη χρηματιστική κερδοφορία με επαναγορές μετοχών και θηριώδεις αμοιβές και προσόδους. 

Οι πολιτικές που βασίζονται στην υπόθεση ότι οι επιχειρήσεις θέλουν πάντοτε να επενδύσουν και απλά χρειάζονται ένα φορολογικό κίνητρο, είναι απλοϊκές και αφελείς.  Τα κίνητρα αυτά, αν δεν συνοδεύονται από στρατηγικές άμεσες επενδύσεις του κράτους, σπανίως θα πετύχουν πράγματα που δεν θα γινόντουσαν έτσι κι αλλιώς, με αποτέλεσμα απλά να αυξάνουν την κερδοφορία χωρίς την επιπλέον αύξηση των επενδύσεων και της απασχόλησης, που πρέπει να αποτελούν τον πρωταρχικό στόχο της πολιτικής μαζί με την συνεργασία για την ανταπόκριση στις μεγάλες προκλήσεις της εποχής. Τα παραδείγματα της Γαλλίας, όπου η Air France και η Renault έπρεπε να δεσμευτούν στην μείωση των εκπομπών άνθρακα για να έχουν πρόσβαση στα εθνικά προγράμματα ανάκαμψης, και της Δανίας και Αυστρίας, όπου οι εταιρείες που έλαβαν ενίσχυση έπρεπε να δεσμευτούν να μην χρησιμοποιούν φορολογικούς παραδείσους, είναι ενδεικτικά.

Στις απαιτήσεις της νέας εποχής δεν μπορεί να ανταποκριθεί ούτε το φιλελεύθερο κράτος της «Δεξιάς» ούτε το παραδοσιακό παρεμβατικό κράτος της «Αριστεράς».  Το κράτος που απαιτεί η νέα εποχή συνεπάγεται την επιλογή στρατηγικών κατευθύνσεων και τον σχεδιασμό πολιτικών για τις αναγκαίες επενδύσεις, την καινοτομία και την συνεργασία μεταξύ μιας μεγάλης ποικιλίας δρώντων στην οικονομία με την σύμπραξη των επιχειρήσεων και των πολιτών και την ανάπτυξη εργαλείων πολιτικής που ανταμείβουν αυτούς που είναι πρόθυμοι να αναμετρηθούν με τις προκλήσεις.  Την αξιοποίηση των επιχορηγήσεων, των δανείων, των κινήτρων και των δημοσίων συμβάσεων για την επινόηση των πλέον καινοτομικών προσεγγίσεων στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων προβλημάτων, από την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής ως τη μείωση του ψηφιακού χάσματος και της θηριώδους ανισότητας.

Συνεπάγεται, επίσης, περισσότερο την επιλογή σχετικά με το τι είδους αγορές επιθυμούμε και πως πρέπει να λειτουργούν, και λιγότερο την απλή ενασχόληση σχετικά με ποιο πρόβλημα της αγοράς πρέπει να επιλυθεί.  Τα τελευταία χρόνια συνειδητοποιήσαμε ότι οι καταχρηστικές εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης και της ψηφιακής τεχνολογίας δεν αντιμετωπίζονται απλά με την εφαρμογή κάποιων ηθικών αρχών γιατί δεν οφείλονται σε κάποια αμιγώς τεχνικά συστήματα που είναι αντικειμενικά και ουδέτερα. Απορρέουν, αντίθετα, από μια τεράστια συγκέντρωση εξουσίας και την έλλειψη κατάλληλων και αποτελεσματικών ρυθμίσεων και θεσμών δημοκρατικής λογοδοσίας.  Αν αποδεχθούμε ότι οι αγορές δεν είναι ούτε αιώνιες ούτε αυθύπαρκτες οντότητες αλλά το αποτέλεσμα πολυ-παραγοντικών κοινωνικών διεργασιών, η κυβερνητική πολιτική είναι ο σημαντικότερος ίσως παράγοντας που συν-διαμορφώνει και συν-δημιουργεί τις ανταγωνιστικές αγορές.

Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής απαιτούν την συνεχή αναβάθμιση των δημόσιων υποδομών, η ψηφιακή επανάσταση απαιτεί νέα προσόντα και δεξιότητες, η πανδημία υπέδειξε ότι τα δημόσια συστήματα υγείας πρέπει να ενισχυθούν και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα απαιτηθούν υψηλότερες δημόσιες δαπάνες. Αλλά οι πόροι δεν είναι πλέον ούτε το μοναδικό ούτε το κύριο θέμα.  Η πρωταρχική πρόκληση είναι πως θα χρησιμοποιήσουμε την τεχνολογία για καλύτερη πρόγνωση, πρόληψη και διάγνωση, είτε για την κλιματική αλλαγή είτε για την υγεία. Πως θα αξιοποιήσουμε τις δυνατότητες της on line εκπαίδευσης για να αναβαθμίσουμε τους τρόπους που εκπαιδεύουμε τη νέα γενιά, τους ανέργους και τους εργαζόμενους, τι νέα προσόντα απαιτούνται από τους εκπαιδευτικούς και να αποφασίσουμε αν στο μέλλον θα ανήκουμε στα έθνη με υψηλό επίπεδο ουσιαστικής εκπαίδευσης και παιδείας.

Οι νέες προκλήσεις απαιτούν πολιτικές που καθοδηγούνται από μια ισχυρή αίσθηση δημοσίου σκοπού, επικεντρωμένες στην επίλυση βασικών κοινωνικών προβλημάτων, ένα νέο στρατηγικό ρόλο του «κράτους -επενδυτή» και συνεπώς επενδύσεις στην συνεχή δημιουργία γνώσεων και αυτοπεποίθησης στον εσωτερικό του μηχανισμό – δεν αρκούν οι μετακλητοί υπάλληλοι των υπουργών – για να μπορεί να συνεργαστεί με τον ιδιωτικό τομέα με τολμηρό, ουσιαστικό και αποτελεσματικό τρόπο.  Μια οριζόντια δομή με εξειδικευμένα στελέχη υψηλότατου επιπέδου εντός της δημόσιας διοίκησης, με αμοιβές και όρους εργασίας αντίστοιχους της ιδιωτικής αγοράς, είναι απολύτως απαραίτητη.

Μια βαθιά αίσθηση αδικίας, αδυναμίας και δυσπιστίας στις ελίτ, ιδιαίτερα τις πολιτικές και επιχειρηματικές ελίτ, έχει διαβρώσει την εμπιστοσύνη στους δημοκρατικούς θεσμούς.  Η εθνική σωτηρία υπερτερεί της διεθνούς συνεργασίας προς ικανοποίηση των αυταρχικών καθεστώτων και των δημαγωγών που αξιοποιούν το κύμα του λαϊκισμού και εκμεταλλεύονται το κλίμα φόβου.  Τα κράτη, οι επιχειρήσεις, οι αγορές, οι πολιτικές και επιχειρηματικές ελίτ πρέπει να μεταμορφωθούν.

 

(*) Διευθυντής Ερευνών ΕΚΚΕ, Γενικός Διευθυντής ΙΝΣΕΤΕ, π. Διοικητής ΟΑΕΔ