Kreport > articles > ΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ 2021 Η ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΟΗΕ ΓΙΑ ΤΟ ΚΛΙΜΑ  (9.8.2021)

ΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ 2021 Η ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΟΗΕ ΓΙΑ ΤΟ ΚΛΙΜΑ  (9.8.2021)

(Intergovernmental Panel on Climate Change, IPCC)

Στο συνοπτικό αυτό κείμενο παρουσιάζονται τα βασικά συμπεράσματα της ομάδας εργασίας (Working Group I, WGI) στην Έκτη Έκθεση Αξιολόγησης (Sixth Assessment Report, AR6) της Διακυβερνητικής Επιτροπής του ΟΗΕ (Intergovernmental Panel on Climate Change, IPC) (AR6), σχετικά με τις αλλαγές του κλίματος, ενσωματώνοντας νέα στοιχεία από την επιστήμη του κλίματος.

Στάθης Λιδωρίκης

Σεπτέμβριος 2021

 

  1. Η σημερινή παγκόσμια κατάσταση του κλίματος
    • Είναι πλέον αδιαμφισβήτητο ότι η ανθρώπινη επίδραση έχει θερμάνει την ατμόσφαιρα, τον ωκεανό και τη γη. Στην ατμόσφαιρα, τον ωκεανό, την κρυόσφαιρα[1] και τη βιόσφαιρα[2] έχουν συμβεί εκτεταμένες και γρήγορες αλλαγές

Σύμφωνα με την έκθεση, οι παρατηρούμενες αυξήσεις στις καλά αναμειγμένες συγκεντρώσεις αερίων θερμοκηπίου (GHG) από το 1750 περίπου, αναμφίβολα προκαλούνται από ανθρώπινες δραστηριότητες. Μετά το 2011 (οι μετρήσεις που αναφέρονται στην 5η έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής του ΟΗΕ, AR5), οι συγκεντρώσεις συνέχισαν να αυξάνονται στην ατμόσφαιρα, φθάνοντας τους ετήσιους μέσους όρους των 410 ppm (μέρη ανά εκατομμύριο, parts per million) για το διοξείδιο του άνθρακα (CO2), 1.866 (μέρη ανά δισεκατομμύριο, parts per billion, ppb) για τo μεθάνιο (CH4) και 332 ppb  για οξείδιο του αζώτου (N2O) το 2019. Κατά τις προηγούμενες έξι δεκαετίες, η ξηρά και οι ωκεανοί έχουν απορροφήσει σχεδόν σταθερό ποσοστό (παγκοσμίως περίπου 56% ετησίως) των εκπομπών CO2 από ανθρώπινες δραστηριότητες, με περιφερειακές διαφορές.

Κάθε μία από τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες ήταν διαδοχικά πιο ζεστή από οποιαδήποτε δεκαετία μετά το 1850. Κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα (2001-2020), η παγκόσμια θερμοκρασία στην επιφάνεια της Γης ήταν κατά 0,99 (0,84-1,10)°C υψηλότερη απ’ ότι την περίοδο 1850-1900, ενώ κατά την τελευταία δεκαετία 2011-2020 η παγκόσμια θερμοκρασία στην επιφάνεια της Γης ήταν 1,09 (0,95 έως 1,20) ° C υψηλότερη σε σχέση με την περίοδο 1850-1900, με τις μεγαλύτερες αυξήσεις στην ξηρά [1,59 (1,34 έως 1,83) οC) από ό, τι στον ωκεανό [0,88(0,68 έως 1,01)]° C). Η εκτιμώμενη αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας στην επιφάνεια της Γης μετά την τελευταία έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής του ΟΗΕ (AR5 το 2014) οφείλεται κυρίως στην περαιτέρω θέρμανση μετά την χρονική περίοδο 2003-2012 [+0,19 (0,16 έως 0,22) ° C].

Ο παγκόσμιος μέσος όρος βροχοπτώσεων στη γη πιθανόν να έχει αυξηθεί μετά  το 1950, με ταχύτερο ρυθμό αύξησης μετά τη δεκαετία του 1980. Είναι πιθανό ότι η ανθρώπινη επιρροή συνέβαλε στο πρότυπο των παρατηρούμενων αλλαγών στις βροχοπτώσεις από τα μέσα του 20ού αιώνα, και εξαιρετικά πιθανό ότι η ανθρώπινη επίδραση συνέβαλε στο πρότυπο των παρατηρούμενων αλλαγών στην αλατότητα των ωκεανών κοντά στην επιφάνεια.

Η ανθρώπινη επιρροή είναι πιθανότατα ο κύριος μοχλός της παγκόσμιας υποχώρησης των παγετώνων από τη δεκαετία του 1990 και της μείωσης της περιοχής πάγου της Αρκτικής θάλασσας μεταξύ 1979-1988 και 2010-2019 (περίπου 40% τον Σεπτέμβριο και περίπου 10% τον Μάρτιο). Αντίθετα, δεν υπήρξε σημαντική τάση στον θαλάσσιο πάγο της Ανταρκτικής από το 1979 έως το 2020 λόγω περιφερειακά αντίθετων τάσεων και μεγάλης εσωτερικής μεταβλητότητας. Η ανθρώπινη επιρροή πιθανότατα συνέβαλε στην μείωση της ανοιξιάτικης κάλυψης με χιόνι του βόρειου ημισφαιρίου μετά το 1950. Είναι πολύ πιθανό ότι η ανθρώπινη επιρροή συνέβαλε στην παρατηρούμενη τήξη της επιφάνειας του πάγου της Γροιλανδίας κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, αλλά υπάρχουν μόνο περιορισμένες ενδείξεις της ανθρώπινης επίδρασης στην απώλεια μάζας του Ανταρκτικού Πάγου.

Μετά τη δεκαετία του 1970, είναι σχεδόν βέβαιο ότι το άνω επίπεδο των ωκεανών (0–700 μ.) έχει θερμανθεί και εξαιρετικά πιθανό ότι η ανθρώπινη επιρροή αποτελεί τον κύριο παράγοντα. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (CO2) που προκλήθηκαν από την ανθρώπινη δραστηριότητα αποτελούν τον κύριο παράγοντα της σημερινής παγκόσμιας οξίνισης της επιφάνειας των ωκεανών. Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι, από τα μέσα του 20ου αιώνα, έχουν μειωθεί τα επίπεδα οξυγόνου σε πολλά άνω τμήματα των ωκεανών (100-800 μέτρα) με την εκτίμηση ότι η ανθρώπινη επιρροή συνέβαλε σε αυτήν την μείωση.

Κατά τη χρονική περίοδο 1901-2018, η παγκόσμια μέση στάθμη της θάλασσας αυξήθηκε κατά 0,20 μέτρα (0,15 έως 0,25). Πιο συγκεκριμένα, μεταξύ 1901 και 1971, ο μέσος ρυθμός ανόδου της στάθμης της θάλασσας ήταν 1,3 mm/έτος (0,6 έως 2,1), αυξανόμενος σε 1,9 mm/έτος (0,8 έως 2,9) μεταξύ 1971 και 2006, με περαιτέρω αύξηση στα 3,7 mm/έτος (3,2 έως 4,2) μεταξύ 2006 και 2018. Η ανθρώπινη επιρροή αποτελεί πιθανότατα τον κύριο παράγοντα αυτών των αυξήσεων τουλάχιστον από το 1971.

Η ανθρώπινη επιρροή έχει θερμάνει το κλίμα με ρυθμό που δεν έχει προηγούμενο τουλάχιστον κατά τα τελευταία 2000 χρόνια. Η παρατηρούμενη υπερθέρμανση οφείλεται στις εκπομπές αερίων από ανθρώπινες δραστηριότητες, με την υπερθέρμανση από τα αέρια θερμοκηπίου να καλύπτεται εν μέρει από την ψύξη αερολυμάτων[3].

 

  • Η κλίμακα των πρόσφατων αλλαγών σε ολόκληρο το κλιματικό σύστημα στο σύνολό του και η παρούσα κατάσταση πολλών πτυχών του κλιματικού συστήματος είναι πρωτοφανείς σε διάστημα πολλών αιώνων και για χιλιάδες χρόνια.

Το 2019, οι συγκεντρώσεις διοξειδίου του άνθρακα (CO2) στην ατμόσφαιρα ήταν υψηλότερες από οποιαδήποτε άλλη χρονική στιγμή σε τουλάχιστον 2 εκατ. χρόνια και οι συγκεντρώσεις μεθανίου (CH4) και οξειδίου του αζώτου (N2O) ήταν υψηλότερες από οποιαδήποτε άλλη χρονική στιγμή σε τουλάχιστον 800.000 χρόνια. Μετά το 1750, οι αυξήσεις στις συγκεντρώσεις διοξειδίου του άνθρακα (47%) και μεθανίου (156%) υπερβαίνουν κατά πολύ (και οι αυξήσεις του οξειδίου του αζώτου (23%) είναι παρόμοιες), τις φυσικές πολυετείς αλλαγές μεταξύ παγετωνικών και μεσοπαγετωνικών περιόδων[4].

Μετά το 1970, η παγκόσμια θερμοκρασία στην επιφάνεια της Γης αυξήθηκε ταχύτερα σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη περίοδο 50 ετών, τουλάχιστον τα τελευταία 2000 χρόνια. Κατά την πρόσφατη δεκαετία (2011-2020) οι θερμοκρασίες ξεπερνούν αυτές της πιο πρόσφατης θερμής περιόδου πολλών αιώνων, περίπου πριν από 6500 χρόνια.

Κατά τη δεκαετία 2011-2020, ο ετήσιος μέσος όρος της έκτασης πάγου της Αρκτικής θάλασσας έφθασε στο χαμηλότερο επίπεδο από τουλάχιστον το 1850. Στα τέλη του καλοκαιριού η έκταση πάγου της Αρκτικής θάλασσας ήταν μικρότερη από οποιαδήποτε άλλη φορά τουλάχιστον κατά τα τελευταία 1000 χρόνια. Μετά τη δεκαετία 1950, η παγκόσμια υποχώρηση των παγετώνων, με σχεδόν όλους τους παγετώνες του κόσμου να υποχωρούν ταυτόχρονα, είναι πρωτοφανής, τουλάχιστον κατά τα τελευταία 2000 χρόνια.

Μετά το 1900, ο παγκόσμιος μέσος όρος της στάθμης της θάλασσας αυξήθηκε ταχύτερα σε σχέση με οποιονδήποτε προηγούμενο αιώνα, τουλάχιστον κατά τα τελευταία 3000 χρόνια. Ο παγκόσμιος ωκεανός θερμάνθηκε ταχύτερα τον τελευταίο αιώνα από ό, τι από το τέλος της τελευταίας περιόδου τήξης των πάγων (πριν από περίπου 11.000 χρόνια). O δείκτης οξύτητας (pH) στην ανοικτή επιφάνεια του ωκεανού κατά τις τελευταίες δεκαετίες είναι ασυνήθιστα τόσο χαμηλός όσο δεν ήταν κατά τα τελευταία 2 εκατομμύρια χρόνια.

 

  • Η κλιματική αλλαγή που προκαλείται από την ανθρώπινη παρέμβαση επηρεάζει ήδη πολλά καιρικά και κλιματικά ακραία φαινόμενα σε κάθε περιοχή του πλανήτη. Ενδείξεις παρατηρούμενων αλλαγών σε ακραία φαινόμενα όπως π.χ. καύσωνες, έντονες βροχοπτώσεις, ξηρασίες και τροπικοί κυκλώνες, και, ιδιαίτερα η απόδοση τους στην ανθρώπινη επιρροή, έχουν ενισχυθεί μετά από την προηγούμενη έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών τo 2014 (AR5).

Είναι ουσιαστικά βέβαιο ότι, από τη δεκαετία 1950, τα ακραία θερμικά φαινόμενα (όπως οι καύσωνες), έχουν γίνει πιο συχνά και πιο έντονα στις περισσότερες χερσαίες περιοχές, ενώ τα ψυχρά ακραία φαινόμενα (όπως κύματα ψύχους) είναι λιγότερο συχνά και λιγότερο σοβαρά, με μεγάλη πιθανότητα ότι η κλιματική αλλαγή που προκαλείται από τις ανθρώπινες δραστηριότητες αποτελεί τον κύριο παράγοντα των αλλαγών αυτών. Ορισμένα πρόσφατα θερμά ακραία φαινόμενα, που παρατηρήθηκαν κατά την τελευταία δεκαετία, θα ήταν εξαιρετικά απίθανο να συμβούν χωρίς ανθρώπινη επιρροή στο κλιματικό σύστημα. Μετά τη δεκαετία 1980, οι θαλάσσιοι καύσωνες έχουν σχεδόν διπλασιαστεί σε συχνότητα και η ανθρώπινη επιρροή πιθανότατα έχει συμβάλλει κατά το μεγαλύτερο μέρος, τουλάχιστον από το 2006.

Από τη δεκαετία 1950 έχει αυξηθεί η συχνότητα και η ένταση των ισχυρών βροχοπτώσεων στο μεγαλύτερο μέρος των εδαφικών εκτάσεων, με την εκτίμηση ότι τα δεδομένα παρατήρησης είναι επαρκή για ανάλυση τάσεων, με τον ανθρώπινο παράγοντα να θεωρείται ότι αποτελεί τον κύριο παράγοντα για την κλιματική αυτή αλλαγή. Η κλιματική αλλαγή που προκλήθηκε από τον άνθρωπο συνέβαλε στην αύξηση των γεωργικών και οικολογικών ξηρασιών σε ορισμένες περιοχές λόγω της αυξημένης εξάτμισης και διαπνοής της γης (evapotranspiration)[5].

Οι μειώσεις στην βροχόπτωση των παγκόσμιων μουσώνων[6]  από τη δεκαετία του 1950 έως τη δεκαετία του 1980 αποδίδονται εν μέρει στις εκπομπές αερολυμάτων στο βόρειο ημισφαίριο που προκλήθηκαν από την ανθρώπινη δραστηριότητα, αλλά οι αυξήσεις έκτοτε προήλθαν από την αύξηση στις συγκεντρώσεις αερίων θερμοκηπίου (GHG). Στη Νότια Ασία, την Ανατολική Ασία και την  Δυτική Αφρική οι αυξήσεις στις βροχοπτώσεις των μουσώνων, λόγω της θέρμανσης από τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, αντισταθμίστηκαν από τις μειώσεις των βροχοπτώσεων μουσώνων λόγω ψύξης από τις εκπομπές αερολυμάτων που προκλήθηκαν από τον άνθρωπο κατά τον 20ό αιώνα. Οι αυξήσεις στις βροχοπτώσεις μουσώνων της Δυτικής Αφρικής από τη δεκαετία του 1980 οφείλονται εν μέρει στην αυξανόμενη επίδραση των αερίων του θερμοκηπίου και στις μειώσεις της ψυκτικής επίδρασης των ανθρωπογενών εκπομπών αερολυμάτων στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική.

Είναι πιθανό ότι τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες αυξήθηκε η παγκόσμια αναλογία εμφάνισης μεγάλων τροπικών κυκλώνων (κατηγορία 3–5)[7] και το γεωγραφικό πλάτος, όπου τροπικοί κυκλώνες στο δυτικό Βόρειο Ειρηνικό φτάνουν στην κορύφωση της ένταση τους, έχει μετατοπιστεί βόρεια. Αυτές οι αλλαγές δεν μπορούν να εξηγηθούν μόνο με εσωτερική μεταβλητότητα. Μελέτες απόδοσης συμβάντων και φυσική κατανόηση δείχνουν ότι η κλιματική αλλαγή που προκαλείται από τον άνθρωπο αυξάνει τις έντονες βροχοπτώσεις που σχετίζονται με τους τροπικούς κυκλώνες, αλλά τα περιορισμένα δεδομένα εμποδίζουν τη σαφή ανίχνευση παλαιότερων τάσεων σε παγκόσμια κλίμακα.

 

Από τη δεκαετία του 50, η ανθρώπινη επιρροή ενδεχόμενα να έχει αυξήσει την πιθανότητα σύνθετων ακραίων γεγονότων[8]. Αυτό περιλαμβάνει αυξήσεις στη συχνότητα ταυτόχρονων καυσώνων και ξηρασιών σε παγκόσμια κλίμακα, καιρικές συνθήκες πυρκαγιάς σε ορισμένες περιοχές όλων των κατοικημένων ηπείρων και πλημμύρες σε ορισμένες περιοχές

 

  • Βελτιωμένη γνώση των κλιματικών διεργασιών, παλαιοκλιματικά στοιχεία και η ανταπόκριση τoυ κλιματικού συστήματος στην αυξανόμενη επίδραση στην ακτινοβολία (radiative forcing)[9] δίνουν μια καλύτερη εκτίμηση της ισορροπίας της κλιματικής ευαισθησίας στο επίπεδο των 3 ° C με στενότερο εύρος σε σύγκριση με την 5η έκθεση (AR5).

Η  επίδραση στην προσπίπτουσα ακτινοβολία (radiative forcing) το 2019 των 2,72 W/m2 που προκαλείται από τον άνθρωπο (1,96 έως 3,48) σε σχέση με το 1750 έχει θερμάνει το κλιματικό σύστημα. Αυτή η θέρμανση οφείλεται κυρίως στις αυξημένες συγκεντρώσεις αερίων θερμοκηπίου (GHG), εν μέρει μειούμενες με ψύξη λόγω αυξημένων συγκεντρώσεων αερολυμάτων. Σε σχέση με τα στοιχεία της 5ης έκθεσης (AR5), η επίδραση στην προσπίπτουσα ακτινοβολία (radiative forcing) αυξήθηκε κατά 0,43 W/m2 (19%) εκ των οποίων 0,34 W/m2 οφείλονται στην αύξηση των συγκεντρώσεων αερίων θερμοκηπίου (GHG) από το 2011. Το υπόλοιπο της αύξησης οφείλεται στη βελτιωμένη επιστημονική κατανόηση και τις αλλαγές στην αξιολόγηση της επίδρασης των αερολυμάτων, οι οποίες περιλαμβάνουν μειώσεις σε συγκέντρωση και βελτίωση στον υπολογισμό.

 

Η καθαρή θετική επίδραση στην ακτινοβολία που προκαλείται από τον άνθρωπο έχει προκαλέσει συσσώρευση πρόσθετης ενέργειας (θέρμανση) στο κλιματικό σύστημα, εν μέρει μειωμένη από την αυξημένη απώλεια ενέργειας στο διάστημα ως απόκριση της θέρμανσης της επιφάνειας. Ο μέσος ρυθμός θέρμανσης του κλιματικού συστήματος αυξήθηκε από 0,50 (0,32 σε 0,69) W/m2 για την περίοδο 1971–2006, σε 0,79 (0,52 έως 1,06) W/m2 για την περίοδο 2006–2018. Η θέρμανση του ωκεανού αντιπροσώπευε το 91% της θέρμανσης στο κλιματικό σύστημα, με τη θέρμανση της γης, την απώλεια πάγου και την ατμοσφαιρική θέρμανση να αντιπροσωπεύουν περίπου το 5%, 3% και 1%, αντίστοιχα.

Η θέρμανση του κλιματικού συστήματος έχει προκαλέσει την παγκόσμια αύξηση της μέσης στάθμης της θάλασσας λόγω της απώλειας πάγου στην ξηρά και θερμικής διαστολής από τη θέρμανση των ωκεανών. Η θερμική διαστολή εξηγεί το 50% της αύξησης της στάθμης της θάλασσας κατά τη διάρκεια της περιόδου 1971 -2018, ενώ η απώλεια πάγου από τους παγετώνες (glaciers) συνέβαλε κατά 22%, ο πάγος στην ξηρά (ice sheets)[10] το 20% και οι αλλαγές στην αποθήκευση του νερού της ξηράς κατά 8%. Κατά τις χρονικές περιόδους 1992-1999 και 2010-2019, ο ρυθμός απώλειας πάγου αυξήθηκε κατά τέσσερις φορές. Μαζί, ο παγετώδης πάγος στην ξηρά (Ice Sheet) και οι παγετώνες ήταν οι κυριότεροι συντελεστές της παγκόσμιας μέσης αύξησης της στάθμης της θάλασσας κατά την περίοδο 2006-2018.

Η ευαισθησία στην ισορροπία κλίματος (equilibrium climate sensitivity)[11] είναι ένας σημαντικός δείκτης που χρησιμοποιείται για την εκτίμηση του τρόπου με τον οποίο το κλίμα ανταποκρίνεται στην επίδραση ακτινοβολίας (radiative forcing). Με βάση μια σειρά στοιχείων, το πολύ πιθανό εύρος κλιματικής ισορροπίας είναι μεταξύ 2 ° C και 5 °C. Η 6η έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής του ΟΗΕ (AR6) εκτιμά σε 3 ° C με πιθανό εύρος 2,5 °C έως 4 ° C, σε σύγκριση με 1,5 °C έως 4,5 °C στην 5η έκθεση (AR5), που δεν παρείχε την καλύτερη εκτίμηση.

 

  1. Πιθανά μελλοντικά σενάρια για το κλίμα

2.1 Με βάση όλα τα εξεταζόμενα σενάρια για τις παγκόσμιες εκπομπές, η παγκόσμια θερμοκρασία στην επιφάνεια της Γης θα συνεχίσει να αυξάνεται τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του 21ου αιώνα, ενώ κατά την διάρκεια του αιώνα αυτού, η υπερθέρμανση του πλανήτη θα ξεπεράσει το επίπεδο των  1,5 ° C και 2 ° C, εκτός εάν κατά τις επόμενες δεκαετίες μειωθούν σημαντικά οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (CO2) και των άλλων αερίων θερμοκηπίου.

Οι μελλοντικές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (CO₂) προκαλούν μελλοντική πρόσθετη υπερθέρμανση, με τη συνολική υπερθέρμανση να κυριαρχείται από προηγούμενες και μελλοντικές εκπομπές CO₂.

Σε σύγκριση με την περίοδο 1850-1900, η μέση παγκόσμια θερμοκρασία στην επιφάνεια της Γης κατά την χρονική περίοδο 2081-2100 είναι πολύ πιθανό να είναι αυξημένη

  • κατά 1,0 ° C έως 1,8 ° C, σύμφωνα με το σενάριο πολύ χαμηλών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου,
  • κατά 2,1 ° C έως 3,5 ° C στο ενδιάμεσο σενάριο και
  • κατά 3,3 ° C έως 5,7 ° C κατά το σενάριο πολύ υψηλών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

 

 

Με βάση τα σενάρια υψηλών και πολύ υψηλών εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, που εξετάζονται στην έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής του ΟΗΕ,  και την αξιολόγηση πολλών αποδεικτικών στοιχείων, κατά τον 21ου αιώνα η υπερθέρμανση του πλανήτη θα ξεπεράσει τους 2 ° C, σε σχέση με τη χρονική περίοδο 1850–1900.  Αντίθετα, σύμφωνα με τα σενάρια πολύ χαμηλών και χαμηλών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, η υπερθέρμανση του πλανήτη θα ήταν εξαιρετικά απίθανο να ξεπεράσει τους 2 °C. Κατά τη μεσοπρόθεσμη περίοδο (2041-2060), η υπέρβαση του επιπέδου υπερθέρμανσης του πλανήτη στους 2 ° C είναι πολύ πιθανό να συμβεί, σύμφωνα με το σενάριο πολύ υψηλών εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, πιθανότατα να συμβεί υπό υψηλές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου και πιθανότατα να μην συμβεί σύμφωνα με το σενάριο ενδιάμεσων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

Κατά τη διάρκεια του 21ου αιώνα και σύμφωνα με τα σενάρια της έκθεσης ενδιάμεσο, υψηλό και πολύ υψηλό,  θα ξεπεραστεί η υπερθέρμανση του πλανήτη κατά 1,5 ° C, σε σχέση με την περίοδο 1850-1900. Στο άμεσο διάστημα (2021-2040) και σύμφωνα με τα πέντε ενδεικτικά σενάρια, η υπερθέρμανση του πλανήτη είναι πολύ πιθανό να υπερβεί το επίπεδο των  1,5 ° C.  

Σε κάθε έτος, η παγκόσμια θερμοκρασία στην επιφάνεια της Γης μπορεί να ποικίλει πάνω ή κάτω από την μακροπρόθεσμη τάση που οφείλεται στην ανθρώπινη πρόκληση, λόγω της σημαντικής φυσικής μεταβλητότητας (κλιματικές διακυμάνσεις που συμβαίνουν χωρίς την ανθρώπινη παρέμβαση). Η εμφάνιση μεμονωμένων ετών με μεταβολή της παγκόσμιας επιφανειακής θερμοκρασίας πάνω από ένα ορισμένο επίπεδο, για παράδειγμα 1,5 °C ή 2 ºC, σε σχέση με την περίοδο 1850-1900, δεν συνεπάγεται ότι έχει επιτευχθεί αυτό το επίπεδο υπερθέρμανσης του πλανήτη.

 

2.2 Πολλές αλλαγές στο κλιματικό σύστημα γίνονται μεγαλύτερες σε άμεση σχέση με την αύξηση της παγκόσμιας υπερθέρμανσης. Οι αλλαγές αυτές περιλαμβάνουν αυξήσεις στη συχνότητα και την ένταση των θερμών ακραίων φαινομένων, των θαλάσσιων καυσώνων[12] και των έντονων βροχοπτώσεων, γεωργικών και οικολογικών ξηρασιών σε ορισμένες περιοχές και αναλογία έντονων τροπικών κυκλώνων, καθώς επίσης  μειώσεις στον πάγο της Αρκτικής θάλασσας, την κάλυψη χιονιού και το μόνιμα παγωμένο έδαφος (permafrost).

Σύμφωνα με την έκθεση, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι η επιφάνεια της ξηράς θα συνεχίσει να θερμαίνεται περισσότερο από την επιφάνεια του ωκεανού (πιθανότατα 1,4 έως 1,7 φορές περισσότερο). Επίσης, είναι σχεδόν βέβαιο ότι η Αρκτική θα συνεχίσει να θερμαίνεται περισσότερο από την παγκόσμια θερμοκρασία στην επιφάνεια, με ρυθμό πάνω από το διπλάσιο του ρυθμού της υπερθέρμανσης του πλανήτη.

Με κάθε επιπλέον αύξηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη, οι αλλαγές στα ακραία φαινόμενα συνεχίζουν να γίνονται μεγαλύτερες. Για παράδειγμα, κάθε αύξηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη κατά 0,5 °C προκαλεί σαφώς ορατές αυξήσεις στην ένταση και τη συχνότητα θερμών ακραίων καταστάσεων, όπως καύσωνες και ισχυρές βροχοπτώσεις, καθώς και γεωργικές και οικολογικές ξηρασίες σε ορισμένες περιοχές. Σε ορισμένες περιοχές, για κάθε επιπλέον αύξηση κατά 0,5 °C της υπερθέρμανσης του πλανήτη, παρατηρούνται ορατές αλλαγές στην ένταση και τη συχνότητα μετεωρολογικών ξηρασιών, με τις περισσότερες περιοχές να παρουσιάζουν αυξήσεις παρά μειώσεις.

Με την αύξηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη, σε ορισμένες περιφέρειες, οι αυξήσεις σε  συχνότητα και ένταση των υδρολογικών ξηρασιών γίνονται μεγαλύτερες. Εκτιμάται ότι, με πρόσθετη υπερθέρμανση του πλανήτη, ακόμη και στους 1,5 ° C, θα υπάρξει μια, χωρίς προηγούμενο, αυξανόμενη εμφάνιση ορισμένων ακραίων γεγονότων.

Μερικές περιοχές μεσαίου γεωγραφικού πλάτους (middle latitudes)[13] και ημίξηρες (semi-arid)[14], καθώς και η περιοχή μουσώνων της Νότιας Αμερικής[15], εκτιμάται ότι θα αντιμετωπίσουν την υψηλότερη αύξηση της θερμοκρασίας στις πιο ζεστές ημέρες, περίπου 1,5 με 2 φορές το ρυθμό της παγκόσμιας υπερθέρμανσης. Η Αρκτική αναμένεται να παρουσιάσει τη μεγαλύτερη αύξηση της θερμοκρασίας κατά τις πιο κρύες μέρες, με περίπου 3 φορές το ρυθμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Με επιπλέον παγκόσμια θέρμανση, η συχνότητα των θαλάσσιων καυσώνων θα συνεχίσει να αυξάνεται, ιδιαίτερα στον τροπικό ωκεανό και την Αρκτική.

Είναι πολύ πιθανό ότι, με επιπλέον υπερθέρμανση του πλανήτη, θα ενταθούν στις περισσότερες περιοχές τα φαινόμενα έντονων βροχοπτώσεων και θα γίνουν πιο συχνά,. Σε παγκόσμια κλίμακα, οι ακραίες καθημερινές βροχοπτώσεις προβλέπονται να ενταθούν κατά περίπου 7% για κάθε 1 °C υπερθέρμανσης του πλανήτη. Επίσης, με την αύξηση της παγκόσμιας υπερθέρμανσης προβλέπεται να ενταθεί σε παγκόσμια κλίμακα, η αναλογία των έντονων τροπικών κυκλώνων (κατηγορία 4 με μέση ταχύτητα ανέμου 160-199 χλμ/ώρα και κατηγορία 5 με μέση ταχύτητα ανέμου >200 χλμ/ώρα) και η κορύφωση των ταχυτήτων ανέμου.  

Πρόσθετη υπερθέρμανση αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω την απόψυξη του μόνιμου πάγου και την απώλεια της κάλυψης  εποχιακού χιονιού, του πάγου ξηράς και του πάγου της Αρκτικής θάλασσας. Σύμφωνα με τα πέντε ενδεικτικά σενάρια που εξετάζονται στην  έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής του ΟΗΕ, η Αρκτική είναι πιθανό να είναι πρακτικά χωρίς θαλάσσιο πάγο τον μήνα Σεπτέμβριο[16], τουλάχιστον μία φορά πριν από το 2050, με συχνότερα περιστατικά για υψηλότερα επίπεδα υπερθέρμανσης. Αντίθετα, για την προβλεπόμενη μείωση του θαλάσσιου πάγου στην Ανταρκτική υπάρχει χαμηλή εκτίμηση.

Έτσι, με κάθε επιπλέον αύξηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη, οι προβλεπόμενες αλλαγές στα ακραία φαινόμενα είναι μεγαλύτερες σε συχνότητα και ένταση.

2.3 Η συνεχής υπερθέρμανση του πλανήτη αναμένεται να εντείνει περαιτέρω   τον παγκόσμιο κύκλο του νερού, όπως η μεταβλητότητά του, οι παγκόσμιες βροχοπτώσεις μουσώνων και η σοβαρότητα των υγρών και ξηρών γεγονότων.

Μετά την 5η έκθεση (AR5) της Διακυβερνητικής Επιτροπής του ΟΗΕ το 2014, υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι ο παγκόσμιος κύκλος του νερού θα συνεχίσει να εντείνεται, καθώς οι παγκόσμιες θερμοκρασίες αυξάνονται, με τις βροχοπτώσεις και τις ροές επιφανειακών υδάτων να αναμένεται να γίνουν πιο άστατες στις περισσότερες χερσαίες περιοχές, κατά τη διάρκεια των εποχών και από έτος σε έτος. Κατά τη χρονική περίοδο 2081-2100, σε σχέση με την περίοδο 1995-2014, η μέση ετήσια παγκόσμια βροχόπτωση στο έδαφος προβλέπεται να αυξηθεί

  • κατά 0-5%, σύμφωνα με το σενάριο χαμηλών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου,
  • κατά 1.5-8% για το ενδιάμεσο σενάριο εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και
  • κατά 1–13% σύμφωνα με το σενάριο πολύ υψηλών εκπομπών αερίων θερμοκηπίου (GHG).

Οι βροχοπτώσεις αναμένεται να αυξηθούν σε υψηλά γεωγραφικά πλάτη, τον ισημερινό Ειρηνικό και τμήματα του στις περιοχές των μουσώνων, αλλά μειώνονται σε τμήματα των υποτροπικών και περιορισμένες περιοχές στις τροπικές περιοχές. Το τμήμα της παγκόσμιας γης που αντιμετωπίζει ανιχνεύσιμες αυξήσεις ή μειώσεις στη μέση εποχική βροχόπτωση αναμένεται να αυξηθεί.

Ένα θερμότερο κλίμα θα εντείνει τον πολύ υγρό και πολύ ξηρό καιρό και τα κλιματικά γεγονότα και τις εποχές, με επιπτώσεις για πλημμύρες ή ξηρασίες, αλλά η τοποθεσία και η συχνότητα αυτών των γεγονότων εξαρτώνται από τις προβλεπόμενες αλλαγές στην περιφερειακή ατμοσφαιρική κυκλοφορία, όπως  μουσώνες και καταιγίδες μεσαίου γεωγραφικού πλάτους.

Μεσοπρόθεσμα έως μακροπρόθεσμα η βροχόπτωση των μουσώνων αναμένεται να αυξηθεί σε παγκόσμια κλίμακα, ιδιαίτερα πάνω από τη Νότια και Νοτιοανατολική Ασία, την Ανατολική Ασία και τη Δυτική Αφρική. Η περίοδος των μουσώνων αναμένεται να έχει καθυστερημένη έναρξη στη Βόρεια και Νότια Αμερική και τη Δυτική Αφρική και μια καθυστερημένη υποχώρηση πάνω από τη Δυτική Αφρική.

2.4 Σύμφωνα με σενάρια με αυξανόμενες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (CO2), οι συλλέκτες άνθρακα (carbon sinks) στον ωκεανό και τη ξηρά προβλέπεται να είναι λιγότερο αποτελεσματικοί στην επιβράδυνση της συσσώρευσης διοξειδίου του άνθρακα (CO2) στην ατμόσφαιρα.

Ενώ οι φυσικοί συλλέκτες άνθρακα στην ξηρά και τους ωκεανούς, σε σενάρια αυξημένων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, προβλέπεται να απορροφούν, σε απόλυτους όρους, προοδευτικά μεγαλύτερη ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα, γίνονται λιγότερο αποτελεσματικοί, δηλαδή, το ποσοστό των εκπομπών που απορροφάται από την ξηρά και τους ωκεανούς μειώνεται με την αύξηση σωρευτικών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Αυτό αναμένεται να έχει ως αποτέλεσμα μεγαλύτερο ποσοστό εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα να παραμένει στο ατμόσφαιρα.

Βάσει προβλέψεων μοντέλων, σύμφωνα με το ενδιάμεσο σενάριο που σταθεροποιεί τις ατμοσφαιρικές συγκεντρώσεις διοξειδίου του άνθρακα (CO2) αυτό τον αιώνα,  τα ποσοστά CO2 που απορροφώνται από τη ξηρά και τους ωκεανούς προβλέπεται να μειωθούν κατά το δεύτερο μισό του 21ου αιώνα. Σύμφωνα με τα σενάρια πολύ χαμηλών και χαμηλών εκπομπών αερίων θερμοκηπίου (GHG), με τα οποία οι συγκεντρώσεις CO2 κορυφώνονται και μειώνονται κατά τη διάρκεια του 21ου αιώνα, η γη και οι ωκεανοί αρχίζουν να απορροφούν λιγότερο άνθρακα ως απόκριση των μειούμενων συγκεντρώσεων  ατμοσφαιρικού CO2 και μετατρέπονται σε αδύναμη καθαρή πηγή.

Το μέγεθος των ανατροφοδοτήσεων (feedbacks) μεταξύ της κλιματικής αλλαγής και του κύκλου του άνθρακα γίνεται μεγαλύτερο αλλά και πιο αβέβαιo σε σενάρια υψηλών εκπομπών CO2. Ωστόσο, προβολές μοντέλων για το κλίμα δείχνουν ότι οι αβεβαιότητες στις ατμοσφαιρικές συγκεντρώσεις CO2 έως το 2100 κυριαρχούνται από τις διαφορές μεταξύ σεναρίων για τις εκπομπές. Πρόσθετες αντιδράσεις των οικοσυστημάτων στη θέρμανση, που δεν περιλαμβάνονται πλήρως σε κλιματικά μοντέλα, όπως ροές CO2 και μεθανίου (CH4) από υγροτόπους, απόψυξη μόνιμου πάγου και πυρκαγιές, θα αυξήσουν περαιτέρω τις συγκεντρώσεις αυτών των αερίων στην ατμόσφαιρα.

  • Πολλές αλλαγές που οφείλονται σε παρελθούσες και μελλοντικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου είναι μη αναστρέψιμες για αιώνες έως χιλιετίες, ιδίως αλλαγές στον ωκεανό, τα στρώματα πάγου και την παγκόσμια στάθμη της θάλασσας.

Οι μέχρι σήμερα εκπομπές αερίων θερμοκηπίου μετά το 1750 έχουν δεσμεύσει (με μεγάλη πιθανότητα) τον παγκόσμιο ωκεανό σε μελλοντική υπερθέρμανση. Κατά  το υπόλοιπο χρονικό τμήμα του 21ου αιώνα και σε σχέση με τις αλλαγές 1971-2018, η υπερθέρμανση των ωκεανών θα κυμαίνεται από 2-4 έως 4-8 φορές. Με βάση πολλαπλά στοιχεία, η άνω διαστρωμάτωση του ωκεανού, η οξίνιση και η αποξυγόνωση των ωκεανών θα συνεχίσουν να αυξάνονται κατά τον 21ο αιώνα, σε ρυθμούς που εξαρτώνται από τις μελλοντικές εκπομπές. Οι αλλαγές είναι μη αναστρέψιμες σε εκατονταετή έως χιλιετείς κλίμακες χρόνου για την παγκόσμια θερμοκρασία των ωκεανών, την οξίνιση των ωκεανών και την αποξυγόνωση των ωκεανών.

 Οι παγετώνες στα βουνά και τους πόλους θα συνεχίσουν να λιώνουν για δεκαετίες ή αιώνες. Η συνεχιζόμενη απώλεια πάγου κατά τον 21ο αιώνα είναι σχεδόν βέβαιη για τον πάγο της Γροιλανδίας και πιθανότατα για τον πάγο της  Ανταρκτικής. Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ότι η συνολική απώλεια πάγου της Γροιλανδίας θα αυξηθεί με τις αθροιστικές εκπομπές.

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι η μέση παγκόσμια στάθμη της θάλασσας θα συνεχίσει να αυξάνεται όχι μόνο κατά τον 21ο αιώνα αλλά και μακροπρόθεσμα για αιώνες έως χιλιετίες, λόγω της συνεχούς θέρμανσης των ωκεανών και της τήξης των πάγων και θα παραμείνει αυξημένη για χιλιάδες χρόνια. Κατά τα επόμενα 2000 χρόνια, η μέση παγκόσμια στάθμη της θάλασσας θα αυξηθεί κατά περίπου 2 έως 3 μέτρα, εάν η θέρμανση περιοριστεί στους 1,5 °C, 2 έως 6 μέτρα εάν περιοριστεί στους 2 ° C και 19 έως 22 m με 5 ° C θέρμανσης και ενδεχόμενα να συνεχίσει να αυξάνεται κατά τις επόμενες χιλιετίες.

.

Συμπερασματικά, οι ανθρώπινες δραστηριότητες επηρεάζουν όλα τα κύρια στοιχεία του κλιματικού συστήματος, με μερικά να ανταποκρίνονται επί δεκαετίες και άλλα επί αιώνες.

[1] Κρυόσφαιρα: Ο όρος αυτός περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία της επιφάνειας της Γης που περιέχουν παγωμένο νερό σε οποιαδήποτε μορφή.

.

[2] Βιόσφαιρα: το σύνολο των ζωντανών οργανισμών και ο χώρος που αναπτύσσονται και αναπαράγονται στη Γη

[3] Η ρύπανση με αερολύματα αναφέρεται σε σωματίδια στον αέρα που εκπέμπονται από οχήματα και εργοστάσια που καίνε ορυκτά καύσιμα.  Ωστόσο, αυτά τα σωματίδια έχουν καθαρή επίδραση στην ψύξη του κλίματος, οπότε όταν μειώνονται οι εκπομπές αερολυμάτων αυτό οδηγεί σε καθαρό φαινόμενο θέρμανσης).

 

[4] Η παγετωνική περίοδος είναι ένα χρονικό διάστημα εντός μιας εποχής πάγου που χαρακτηρίζεται από ψυχρότερες θερμοκρασίες και προόδους παγετώνων. Η τελευταία Παγετωνική Περίοδος έληξε πριν από περίπου 15.000.

Η μεσωπαγετωνική περίοδος (interglacials), από την άλλη πλευρά, είναι περίοδοι θερμότερου κλίματος μεταξύ παγετωνικών περιόδων.

[5] Εvapotranspiration: Οι συνδυασμένες διαδικασίες μέσω των οποίων το νερό μεταφέρεται στην ατμόσφαιρα από ανοιχτές επιφάνειες νερού και πάγου, το γυμνό χώμα και τη βλάστηση που απαρτίζουν την επιφάνεια της Γης.

[6] Ως  παγκόσμιος μουσώνας ορίζεται η περιοχή στην οποία το ετήσιο  εύρος (τοπικό καλοκαίρι μείον τοπικός χειμώνας) της βροχόπτωσης είναι μεγαλύτερο από 2,5 χιλιοστά/ημέρα. Ως παγκόσμια βροχόπτωση των μουσώνων στη γη χαρακτηρίζεται η μέση βροχόπτωση σε χερσαίες περιοχές εντός του παγκόσμιου μουσώνα.

[7] Οι πέντε κατηγορίες ταχύτητας ανέμου, σύμφωνα με την κλίμακα Sffir-Simson: Κατηγορία1:119-153 Km/hr, Κατηγορία2:154-177 Km/hr, Κατηγορία3:178-208 Km/hr, Κατηγορία4:209-251 Km/hr, Κατηγορία5:>=252 Km/hr

[8] Με τον όρο σύνθετα ακραία γεγονότα (Compound extreme events) χαρακτηρίζεται ο συνδυασμός πολλαπλών κινητήριων δυνάμεων και κινδύνων που συμβάλλουν στον κοινωνικό ή περιβαλλοντικό κίνδυνο. Παραδείγματα είναι ταυτόχρονοι καύσωνες και ξηρασίες, σύνθετες πλημμύρες (π.χ., καταιγίδα σε συνδυασμό με έντονες βροχοπτώσεις ή/και ροή ποταμού), σύνθετες καιρικές συνθήκες πυρκαγιάς (δηλ. συνδυασμός θερμών, ξηρών και θυελλωδών συνθηκών) ή ταυτόχρονες ακραίες συνθήκες σε διαφορετικές τοποθεσίες.

 

[9] Radiative Forcing: Σύμφωνα με την Διακυβερνητική Επιτροπή του ΟΗΕ για το κλίμα, ο όρος αυτός αποτελεί ένα δείκτη της επίδρασης που έχει ένας δεδομένος κλιματικός παράγοντας στη μεταβολή της ποσότητας της ενεργειακής ακτινοβολίας που προσκρούει στην επιφάνεια της Γης. Αποτελεί δείκτη της σημασίας του παράγοντα ως δυνητικού μηχανισμού κλιματικής αλλαγής.

.

[10] Ice Sheets): Στην παγετολογία (glaciology), ένα στρώμα πάγου, γνωστό και ως ηπειρωτικός παγετώνας είναι μια μάζα παγετώδους πάγου (Ice Sheet), που καλύπτει το γύρω έδαφος και είναι μεγαλύτερη από 50.000 km2.

[11] Εquilibrium climate sensitivity (ECS): Με τον όρο αυτό χαρακτηρίζεται η μακροπρόθεσμη αύξηση της θερμοκρασίας (ισορροπία της παγκόσμιας μέσης θερμοκρασίας του αέρα κοντά στην επιφάνεια) που αναμένεται να προκύψει από τον διπλασιασμό της ατμοσφαιρικής συγκέντρωσης CO2. Είναι μια πρόβλεψη της νέας παγκόσμιας μέσης θερμοκρασίας κοντά στην επιφάνεια του αέρα.

[12] Ένα θαλάσσιο θερμικό κύμα είναι μια σύντομη περίοδος ασυνήθιστα υψηλών θερμοκρασιών σε μια θάλασσα ή ωκεανό

[13]   Περιοχή που βρίσκεται μεταξύ γεωγραφικού πλάτους 23°26’22” and 66°33’39” βόρεια, και 23°26’22” και 66°33’39” νότια. Το μεσαίο γεωγραφικό πλάτος του βόρειου ημισφαιρίου περιλαμβάνει περίπου 36 χώρες των κυριότερων περιοχών που κυμαίνονται από την Ανατολική Ασία (Korea, China, Japan and Mongolia), την Κεντρική Ασία (Uzbekistan, Kazakhstan, Turkmeni- stan, Tajikistan, Kyrgyzstan, Azerbaijan), την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, τη Δυτική Ευρώπη και ορισμένα μέρη της Βόρειας Αμερικής (HΠΑ).

[14] Οι ημίξηρες περιοχές χαρακτηρίζονται από μια μέση ετήσια βροχόπτωση μεταξύ 200 και 700 mm συχνά με θυελλώδη χαρακτήρα, και ομαδοποιούνται σε εναλλασσόμενες εποχές.

[15] Η υγρή περίοδος ξεκινά στα μέσα Σεπτεμβρίου στη δυτική λεκάνη του Αμαζονίου, στα μέσα   Οκτωβρίου στην κεντρική Βραζιλία και στα μέσα Νοεμβρίου στη Νοτιοανατολική Βραζιλία. Το τέλος της υγρής περιόδου συμβαίνει στις αρχές Απριλίου πάνω από την κεντρική Βραζιλία και στα μέσα έως τα τέλη Μαΐου στη νότια λεκάνη του Αμαζονίου

[16] Σήμερα η μέση μηνιαία θαλάσσια περιοχή πάγου είναι μικρότερη από 1 εκατ. km2, που είναι περίπου το 15% της μέσης θαλάσσιας περιοχής πάγου Σεπτεμβρίου που παρατηρήθηκε κατά την περίοδο 1979-1988).