Kreport > articles > Δημοσιονομικός χώρος: Μείωση φορολογίας ή μείωση ασφαλιστικών εισφορών;

Δημοσιονομικός χώρος: Μείωση φορολογίας ή μείωση ασφαλιστικών εισφορών;

Η κυβέρνηση προβαίνει σε μέτρα και για την νομοθετική υλοποίηση της πρόσφατης ανακοίνωσής για τη μείωση του συντελεστή φορολογίας κερδών των νομικών προσώπων από το 24% στο 22% (ενώ είχαν προηγηθεί και άλλες μειώσεις). Γενικώς, είναι καλό να μειώνονται οι όποιοι φόροι, έτσι δεν είναι; Η αυθόρμητη απάντηση σύμφωνα με το «κοινό αίσθημα» και την περιρρέουσα πεποίθηση είναι «προφανώς ναι». Αλλά μια πιο ορθολογική απάντηση στο ερώτημα είναι: «προφανώς εξαρτάται». Εξαρτάται από πλήθος παραγόντων: Τις συνθήκες της χώρας, (δημοσιονομικές, κοινωνικές, φάση οικονομικού κύκλου,…), τους επιδιωκόμενους στόχους (ανάπτυξη, ξένες επενδύσεις, απασχόληση, αποταμίευση, κοινωνική συνοχή,…) και σε ποιους φόρους αναφερόμαστε (άμεσοι, έμμεσοι, επί του κεφαλαίου, της εργασίας, της περιουσίας,…).

Στη χώρα της Ευρωζώνης με το μεγαλύτερο χρέος και στην οποία διαδραματίστηκε πριν μερικά χρόνια η μεγαλύτερη οικονομική κρίση του τελευταίου αιώνα, που απαίτησε τη μεγαλύτερη κινητοποίηση κεφαλαίων για τη διάσωσή της και το μεγαλύτερο κούρεμα χρέους, η όποια σκέψη μείωσης της φορολογίας χρήζει πολλαπλής στάθμισης πριν μετατραπεί σε απόφαση. Η υπερήφανη επίκληση του επιχειρήματος «πείσαμε τους θεσμούς που μας εποπτεύουν» και της «επιβράβευσης» των αγορών δεν επαρκούν. Έχει αποδειχτεί με οδυνηρό τρόπο πως ενίοτε και οι θεσμοί (οι επόπτες μας) κάνουν λάθη, και μάλιστα σοβαρά, και στις δύο κατευθύνσεις. Το ότι οι επόπτες μας συμφώνησαν, δεν καθιστά το όποιο μέτρο εξ ορισμού ορθό. Δεν πρέπει να έχουμε την αυταπάτη πως οι μηχανισμοί εποπτείας θα προλαμβάνουν πάντα δικά μας λάθη. Ιδίως όταν «δίνουμε μάχη» να τους πείσουμε. Ούτε οι αγορές είναι αλάθητες –και αυτό το ζήσαμε, και στις δύο κατευθύνσεις επίσης.

Η πρόσφατη εμπειρία της Ελληνικής κρίσης είναι πολύ νωπή και επώδυνη για να ξεχάσουμε τα διδάγματά της και ιδίως το γεγονός ότι ούτε οι αγορές, ούτε οι Ευρωπαϊκοί μηχανισμοί διείδαν έγκαιρα το black swan event που εκκολάπτονταν στην Ελλάδα (βοηθούσης και της απόκρυψης της πραγματικής δημοσιονομικής κατάστασης από τις Ελληνικές Αρχές).

 

Ποσοτική αποτίμηση

Εν πάσει περιπτώσει, είναι χρήσιμο να επιχειρήσουμε μια αποτίμηση του μέτρου της μείωσης φορολογίας κερδών στις πραγματικές συνθήκες και το context της Ελλάδας της παρούσας συγκυρίας στην Ελλάδα.

Είναι ορθό μέτρο; Τι θα αποφέρει;

Και κυρίως:

  • είναι η καλύτερη δυνατή αξιοποίηση του όποιου δημοσιονομικού χώρου ήταν διαθέσιμος (με την υπόθεση εργασίας πως το περιθώριο ήταν υπαρκτό);
  • εξετάστηκαν εναλλακτικά σενάρια, υπήρξε λογική βελτιστοποίησης ως προς τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα;

Χρήσιμα στοιχεία απάντησης μπορεί να μας δώσει σχετικά πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ (Νοέμβριος 2019 – εδώ).

Το ενδιαφέρον της μελέτης με τίτλο «Στρατηγικές Παρεμβάσεις για την Ανάπτυξη της Βιομηχανίας: Ανάλυση Επιδράσεων και Πολιτικών» έγκειται στο ότι προβαίνει σε ποσοτική αποτίμηση μέτρων πολιτικής «για την άμβλυνση των εμποδίων που αντιμετωπίζει η εγχώρια μεταποίηση σε σύγκριση με τα ισχύοντα στον χώρο του Ευρωπαϊκού ανταγωνισμού».

Βασικά, εξετάζονται τα εξής μέτρα πολιτικής:

1) Εφαρμογή ταχύτερων φορολογικών αποσβέσεων μηχανολογικού εξοπλισμού από τις επιχειρήσεις

2) Μείωση μη μισθολογικού κόστους

3) Μείωση ενεργειακού κόστους στους κλάδους υψηλής ενεργειακής έντασης

4) Μείωση φορολογίας επιχειρήσεων

και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις σεναρίων, ποσοτικοποιούνται οι εκτιμώμενες επιπτώσεις του κάθε σεναρίου όσον αφορά το ΑΕΠ, την απασχόληση και τα έσοδα του Δημοσίου.

Προφανώς, η προσέγγιση έχει την όποια ακρίβεια και αξία που έχει κάθε μοντέλο και οικονομική πρόβλεψη. Με αυτά τα εργαλεία, τα αποτελέσματα παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για όποιον διαμορφώνει αποφάσεις οικονομικής πολιτικής.

Η μελέτη έχει πολλά τεχνικά στοιχεία και εξετάζει διαφορετικά σενάρια. Στη συνέχεια επιχειρείται μια απλοποιημένη παρουσίαση των βασικών σημείων.

1. Ταχύτερη απόσβεση επενδύσεων μηχανολογικού εξοπλισμού

Πρόκειται για μέτρο πολιτικής που στόχο έχει να συγκλίνει η Ελλάδα με ό,τι ισχύει στις περισσότερες χώρες τους ΟΟΣΑ όσον αφορά τη φορολογική απόσβεση των επενδύσεων. Στην πραγματικότητα, πρόκειται (πάνω-κάτω) για επαναφορά του καθεστώτος που ίσχυε ΚΑΙ στην Ελλάδα έως το 2013, οπότε καταργήθηκε σε κάποια δύσκολη στιγμή της μεγάλης θύελλας της κρίσης και της αγωνιώδους προσπάθειας ενίσχυσης των φορολογικών εσόδων. Έως τότε, οι επενδύσεις μηχανολογικού εξοπλισμού μπορούσαν να αποσβεστούν φορολογικά με ευελιξία από τις επιχειρήσεις σε 4 έως 10 χρόνια. Από το 2013, η δεκαετής απόσβεση έγινε υποχρεωτική και το μέτρο έμεινε ως έχει μέχρι σήμερα.

Σημειώνεται πως εξ ορισμού, η διάρκεια της περιόδου φορολογικής απόσβεσης των παγίων είναι μεσοπρόθεσμα ουδέτερη: αν μια επιχείρηση αποσβέσει ταχύτερα τις επενδύσεις της (τις εγγράψει στις δαπάνες της για τη μείωση των φορολογητέων κερδών της), αυτό συνεπάγεται μεγαλύτερη φορολογία στο μέλλον, καθώς θα έχει εξαντληθεί νωρίτερα η αξία του παγίου προς απόσβεση.

Το βασικό σενάριο της μελέτης είναι αυτό της φθίνουσας μεθόδου απόσβεσης με ετήσιο συντελεστή 48% και πλήρη απόσβεση σε 4 χρόνια (στις βασικές συστάσεις της Έκθεσης Πισσαρίδη προτείνεται απόσβεση σε τριετία).

Το σενάριο έχει τα εξής δημοσιονομικά αποτελέσματα, χωρίς τον συνυπολογισμό των πολλαπλασιαστικών επιδράσεων:

  • Προσωρινή μείωση φορολογικών εσόδων κατά 340 εκατ. ευρώ τον 1ο χρόνο και σωρευτικά κατά 676 εκατ. ευρώ την πρώτη τριετία εφαρμογής του μέτρου
  • Ενίσχυση δημοσιονομικών εσόδων τα επόμενα χρόνια μέχρι 2,9% ετησίως, με ανάκτηση που υπερβαίνει τις αρχικές «απώλειες», με τελικό δημοσιονομικό όφελος 3,3% (2029).

 

Το πιο σημαντικό στοιχείο είναι όμως οι πολλαπλασιαστικές επιδράσεις, λόγω αυξημένης ρευστότητας και πραγματοποίησης περισσότερων επενδύσεων από τις επιχειρήσεις ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του μέτρου (υπενθύμιση: εξ ορισμού μηδενικού δημοσιονομικού κόστους μεσοπρόθεσμα). Αυτές εκτιμώνται από τη μελέτη ως εξής για την 1η τριετία:

  • Πρόσθετα σωρευτικά δημοσιονομικά έσοδα της τάξης €222 εκατ. (€74 εκατ. κατ’έτος), αντισταθμίζοντας μερικά την αρχική μετάθεση εσόδων
  • Σωρευτική ενίσχυση του ΑΕΠ κατά € 840 εκατ.
  • 20.000 θέσεις απασχόλησης σε ανθρωποέτη (ήτοι κατά μέσον όρον και σταθερά 6.700 νέες θέσεις εργασίας από την 1η μέρα)

2. Μη μισθολογικό κόστος

Διερευνήθηκε η σχέση μεταξύ εργοδοτικών εισφορών και απασχόλησης στον κλάδο της Μεταποίησης, και προέκυψε ότι μία μείωση των εργοδοτικών εισφορών κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες θα επιφέρει τα εξής αποτελέσματα:

  • Αρχική μείωση Δημοσίων εσόδων κατά €236,8 εκατ. από τους φόρους και τις ασφαλιστικές εισφορές εργοδοτών
  • Αύξηση του αριθμού των εργαζομένων στη Μεταποίηση κατά 3% ήτοι 8.248 νέες θέσεις εργασίας
  • Τόνωση της ζήτησης, λόγω των εισοδημάτων των νέων εργαζομένων, με αποτέλεσμα την ενίσχυση του ΑΕΠ κατά €102 εκατ. και την περαιτέρω ενίσχυση της απασχόλησης κατά 2.281 εργαζόμενους, διαμορφώνοντας τη συνολική αύξησή τους σε 10,5 χιλ.
  • Η αρχική μείωση στα έσοδα του Δημοσίου κατά €236,8 εκατ. περιορίζεται σε €120,4 εκατ., λαμβάνοντας υπόψη τις εισφορές για τις 10,5 χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας.

 

Προσοχή: η ανάλυση αφορά μόνο τη μεταποίηση, αλλά εικάζει κανείς πως αναλογικά περίπου τα ίδια θα ισχύουν στο σύνολο της οικονομίας.

3. Μείωση ενεργειακού κόστους στους κλάδους υψηλής ενεργειακής έντασης

Σύμφωνα με τη μελέτη, «η τιμή χονδρικής φορτίου βάσης στην Ελλάδα είναι διαχρονικά από 10 έως 40% πιο ακριβή σε σχέση με το μέσο όρο της Ευρώπης, ενώ η διαφορά για το 2ο τρίμηνο του 2019 (σημ.: περίοδος της μελέτης) ξεπέρασε το 50%».

Υποθέτοντας ότι το ενεργειακό κόστος στους κλάδους υψηλής ενεργειακής έντασης της Μεταποίησης μειώνεται κατά 10% (δηλ. με μικρή «γεφύρωση» του gap από το Ευρωπαϊκό μέσο όρο), ήτοι συνολικά κατά €115 εκατ., προκύπτουν τα εξής αποτελέσματα από την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της εγχώριας βιομηχανίας:

  • Ενίσχυση του ΑΕΠ κατά €600 εκατ.
  • Αύξηση φόρων και εισφορών κατά €140 εκατ. ετησίως (δλδ πρόσθετα δημόσια έσοδα μεγαλύτερου ύψους από τη μείωση κόστους).
  • Αύξηση της απασχόλησης κατά 12.000 θέσεις εργασίας.

4. Μείωση φορολογίας επιχειρήσεων

Η μελέτη προβαίνει σε εκτίμηση επιπτώσεων διαφόρων σεναρίων μείωσης φορολογικών συντελεστών.

Σημαντική μεθοδολογική παρατήρηση: ο baseline συντελεστής φορολογίας στην μελέτη θεωρείται 29%, αυτός που ίσχυε στην έναρξη εκπόνησής, και στη συνέχεια διερευνούνται οι επιπτώσεις μιας μείωσης στο 24%, στο 22% και στο 20%.

Έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε πως η μείωση από ένα χαμηλότερο αρχικό συντελεστή έχει στοιχεία αναλογικότητας που κάνουν τα συμπεράσματα χρήσιμα.

Ενδεικτικά, σύμφωνα με τη μελέτη, μια μείωση του συντελεστή από το 29% στο 22% επιφέρει τα εξής αποτελέσματα κατά το 5ο έτος εφαρμογής:

  • Τελική καθαρή μείωση Δημοσίων εσόδων κατά 1,4 δις ευρώ το 5ο έτος (αρχική μείωση κατά 1,8 δις, που αναπληρώνεται μερικώς κατά 400 εκ. ευρώ από τις πολλαπλασιαστικές επιδράσεις της μείωσης της φορολογίας με την αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας και των εισοδημάτων).
  • Αύξηση μέσου πραγματικού μισθού κατά 0,8%
  • Αύξηση ΑΕΠ κατά 1,1 δις ευρώ, ήτοι κατά 0,6% περίπου
  • Αύξηση απασχόλησης κατά 6.000 θέσεις εργασίας, ήτοι κατά 0,2% περίπου

Μια απόπειρα σύγκρισης των αποτελεσμάτων των μέτρων

Είναι δύσκολο να συγκρίνει κανείς μέτρα πολιτικής διαφορετικής φύσεως, με μεγάλη ανομοιογένεια μεταξύ τους και η εκτίμηση των αποτελεσμάτων των οποίων έχει γίνει με διαφορετικά μοντέλα σε διαφορετικούς χρονικούς ορίζοντες. Πχ, είναι απροσδιόριστο στη μελέτη αν η μείωση του ενεργειακού κόστους επιβαρύνει τον προϋπολογισμό (αν αυτό επιτρέπεται) ή μπορεί να επιτευχθεί με μέτρα διαρθρωτικής πολιτικής ή επενδύσεις.

 

Ωστόσο, μια απλή ματιά στα στοιχεία δείχνει ήδη πόσο «ακριβό» μέτρο πολιτικής είναι η μείωση της φορολογίας κερδών σε σχέση με τα αποτελέσματά του.

Από το αρχικό επίπεδο του 29%, με μία μείωση στο 22%, ξοδεύουμε 1,4 δισ. ευρώ δημόσια έσοδα το 5ο έτος για να λάβουμε:

  • Αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,1 δισ. (0,6%)
  • Αύξηση της απασχόλησης κατά 6.000

Εικάζει κανείς πως αναλογικά, η μείωση από το 24% στο 22% θα έχει σαφώς μικρότερο δημοσιονομικό αποτύπωμα, αλλά αποτέλεσμα σχεδόν μη ανιχνεύσιμο.

Ακολουθεί μια δική μας απόπειρα παρουσίασης των αποτελεσμάτων σε ενιαίο πίνακα:

 

Μέτρο Επίπτωση
Κόστος / Δημ. Έσοδα ΑΕΠ Απασχόληση
Ταχύτερες αποσβέσεις Σωρευτικά -450 εκατ. την 1η τριετία

Θετική επίπτωση στη συνέχεια

+840 εκατ. το 3ο έτος +6.000
Μη μισθολογικό κόστος -120 εκατ. κατ έτος +100 εκατ. +10.000
Ενεργειακό κόστος +140 εκατ., υπό την προϋπόθεση της μείωσης του ενεργειακού κόστους κατά 115 εκατ. +600 εκατ. +12.000
Μείωση φορολογίας -1,4 δισ. +1,1 δισ. +6.000

 

Συμπεράσματα

Αν η χώρα έχει (είχε) στη διάθεσή της δημοσιονομικό χώρο ύψους 100 εκ. ευρώ (ή 1 δισ. ευρώ), πού θα ήταν καλύτερα να επενδύαμε το ποσό αυτό (αντί να το δαπανήσουμε);

Αυτό που υποδεικνύει η μελέτη αυτή είναι πως υπάρχουν πολλά άλλα μέτρα πολιτικής (και ενδεχομένως και πολλά άλλα που δεν περιλαμβάνονται στη μελέτη) που θα έπρεπε να εξεταστούν πριν προχωρήσει κανείς σε ένα μέτρο με τόσο χαμηλό return και στην πραγματικότητα προβληματική σχέση κόστους/οφέλους.

Αποφεύγοντας τη θεωρητική προσέγγιση και την εμπλοκή στο debate περί trickle-down economics, το συμπέρασμα της μελέτης δεν είναι καθόλου counterintuitive με βάση τις παραστάσεις των περισσότερων επιχειρήσεων.

Μεγάλο μέρος της επιχειρηματικής κοινότητας –χωρίς να το λέει φωναχτά δυστυχώς– δεν διεκδικεί μειώσεις φόρων, αλλά μείωση κόστους λειτουργίας της, εργαλεία ρευστότητας και ενίσχυσης των επενδύσεων όπως οι ταχύτερες αποσβέσεις που ισχύουν σε κάθε άλλη χώρα σας την Ελλάδα.

Είναι το EBITDA!

Για μια υγιή επιχείρηση, η πρώτιστη της έννοια είναι να διατηρήσει χαμηλά το κόστος της για να είναι ανταγωνιστική, να είναι στις αγορές, να κατακτά μερίδια, να αυξάνει τις πωλήσεις της. Και τελικά να έχει κέρδη φυσικά, όσο μεγαλύτερα γίνεται. Το πόσο φορολογούνται τελικά τα κέρδη αυτά είναι σημαντικό, αλλά έπεται πάντα.

Προφανώς, όλες οι επιχειρήσεις σε όλον τον κόσμο θέλουν να έχουν υψηλά κέρδη KAI χαμηλούς φόρους επί των κερδών τους. Αλλά αν δεν υπάρχει χώρος και για τα διατήρηση, η προφύλαξη της κερδοφορίας και του χαμηλού κόστους είναι η προφανής προτεραιότητα.

Με αυτήν την έννοια και ως παράδειγμα, η μείωση των εργοδοτικών εισφορών, με σεβασμό στην ανάγκη βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος, και έστω και υπό τη μορφή ενός προσωρινού μέτρου που χρηματοδοτείται από τους πόρους που θα διαθέταμε για τη μείωση της φορολογίας είναι από κάθε άποψη προτιμότερο μέτρο.

Ή, ως άλλο παράδειγμα, πολύ μικρότερης οικονομικής σημασίας αλλά ενδεικτικό μιας αντίληψης, μπορούν να αναφερθούν οι Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας που επιβαρύνουν το κόστους ηλεκτρικής ενέργειας. Είναι απόλυτα θεμιτό και κοινωνικά δίκαιο η Πολιτεία να έχει θεσπίσει το κοινωνικό τιμολόγιο για τους πιο ευάλωτους συμπολίτες μας καθώς και την αρχή ότι οι κάτοικοι των νησιών δεν θα επιβαρύνονται με αυξημένα τιμολόγια ρεύματος, παρά το αυξημένο κόστος ηλεκτροπαραγωγής στα νησιά (= ΥΚΩ). Αλλά δεν είναι καθόλου προφανές γιατί το κόστος των πολιτικών αυτών χρηματοδοτείται με επιβάρυνση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και του κόστους λειτουργίας τους (μέσω των τιμολογίων ηλεκτρικού ρεύματος) και όχι μέσω της φόρων που καταβάλλουν οι επιχειρήσεις (έστω αυξημένων φόρων ή πάντως όχι μειούμενων).

Είναι από τις συζητήσεις που είναι δύσκολο να γίνουν στην Ελλάδα, όπου το τέρας του λαϊκισμού καραδοκεί σε κάθε γωνία.