Kreport > articles > Από τον επανασχεδιασμό στην επανίδρυση του ΕΣΥ

Από τον επανασχεδιασμό στην επανίδρυση του ΕΣΥ

Του Γιάννη Τούντα (*)

Για τον επανασχεδιασμό του ΕΣΥ μίλησε ο πρωθυπουργός την Τρίτη 1 Μαΐου, τονίζοντας   την ανάγκη οργάνωσης της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, ενίσχυσης  του τομέα της Δημόσιας Υγείας / Πρόληψης, ανάπτυξης της ηλεκτρονικής υγείας και ανασχεδιασμού του νοσοκομειακού χάρτη. Οι πολιτικές αυτές, εφόσον υλοποιηθούν, ασφαλώς θα βελτιώσουν το διαχρονικά προβληματικό δημόσιο σύστημα υγείας, αλλά δεν αρκούν για την ανασυγκρότηση του ΕΣΥ.

 Το ΕΣΥ του σήμερα και πολύ περισσότερο το ΕΣΥ του αύριο, δεν μπορεί να ενστερνίζεται τον κρατισμό, τον συγκεντρωτισμό και τον ιατροκεντρικό χαρακτήρα του ΕΣΥ του 1983, ούτε να συνεχίζει να διοικείται από το γραφείο του εκάστοτε υπουργού Υγείας κεντρικά και από κομματικά στελέχη στις υγειονομικές περιφέρειες και στα νοσοκομεία.

Η μετατροπή του ΕΣΥ από ένα αναποτελεσματικό, σπάταλο, και κοινωνικά άδικο κρατικό σύστημα υγείας, σε ένα σύγχρονο αυτοδιοικούμενο δημόσιο οργανισμό, προϋποθέτει πρώτα απ’ όλα την αλλαγή παραδείγματος, με τη δημιουργία ενός νέου μοντέλου οργάνωσης, χρηματοδότησης και κυρίως διοίκησης, που θα υπηρετεί τις ανάγκες υγείας του πληθυσμού και θα ικανοποιεί τη ζήτηση αντί να εξυπηρετεί τις προτεραιότητες και τα συμφέροντα της προσφοράς.  

Ό,τι, όμως δεν έγινε χθες θα πρέπει να γίνει σήμερα καθώς η επιδημία δημιουργεί πρόσθετες ανάγκες για ένα κλινικά αποτελεσματικό, οικονομικά αποδοτικό και πάνω απ’ όλα κοινωνικά δίκαιο σύστημα υγείας. Για τον σκοπό αυτό, η μελέτη της διαΝΕΟσις για ένα «Νέο ΕΣΥ», την οποία εκπονήσαμε επτά καθηγητές από πέντε πανεπιστήμια της χώρας, περιλαμβάνει περισσότερες από εκατό προτάσεις  σε όλους τους κρίσιμους τομείς της διοίκησης, της οργάνωσης, της χρηματοδότησης.

Πρώτα απ’ όλα, η θεμελίωση του νέου ΕΣΥ θα πρέπει να βασίζεται, εκτός από τις διαχρονικές αξίες της δωρεάν και ισότιμης περίθαλψης (που δεν υπηρετούνται από το υφιστάμενο ΕΣΥ), στις σύγχρονες  αρχές  της αποκεντρωμένης διοίκησης, της βιώσιμης χρηματοδότησης, της ελευθερίας επιλογής, της συμμετοχής των ασθενών στα κέντρα αποφάσεων,  της συμπληρωματικότητας του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα υπηρεσιών υγείας καθώς και της δημιουργίας συνθηκών ελεγχόμενου ανταγωνισμού που θα μειώνουν το κόστος και θα βελτιώνουν την ποιότητα.

Σε ό,τι αφορά την οργάνωση-διοίκηση, προτείνεται η αύξηση των υγειονομικών περιφερειών (ΥΠΕ) από επτά σε δεκατρείς, προκειμένου να αντιστοιχηθούν με τις υφιστάμενες διοικητικές Περιφέρειες, και έτσι να διασφαλιστεί η δυνατότητα συμμετοχής της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, Α΄ και Β΄ βαθμού, στην ανάπτυξη και λειτουργία των υπηρεσιών υγείας, με βάση  τις ανάγκες υγείας του πληθυσμού κάθε περιφέρειας. Παράλληλα, προτείνεται η δημιουργία Κέντρου Στρατηγικού Σχεδιασμού και Αξιολόγησης του ΕΣΥ, η άσκηση κεντρικού επιτελικού και εποπτικού ρόλου από το Υπουργείο Υγείας και αντίστοιχου περιφερειακού ρόλου από τις ΥΠΕ, ενώ μεταφέρονται στις ίδιες τις μονάδες του ΕΣΥ (νοσοκομεία, Κέντρα Υγείας, κ.ά.) οι περισσότερες διοικητικές αρμοδιότητες και ενισχύεται ο διοικητικός- διαχειριστικός ρόλος της επιστημονικής ιεραρχίας.

Στη μελέτη τονίζεται και η ανάγκη επανασχεδιασμού του νοσοκομειακού χάρτη, με συγχωνεύσεις, αλλαγές χρήσης, δημιουργία νοσοκομειακών συμπλεγμάτων και δικτύων συνεργαζόμενων νοσοκομείων, καθώς και με ανακατανομή κλινών, κλινικών και εργαστηρίων με ορθολογικά κριτήρια αντί με πελατειακά όπως συμβαίνει συνήθως. Τα νοσοκομεία του ΕΣΥ μετατρέπονται σε ΝΠΙΔ, προκειμένου να αποκτήσουν διαχειριστική αποτελεσματικότητα, απαλλαγμένα από τις χρονοβόρες γραφειοκρατικές διαδικασίες των ΝΠΔΔ, διατηρώντας όμως παράλληλα τον δημόσιο χαρακτήρα τους ως θυγατρικές εταιρείες των ΥΠΕ (ΝΠΔΔ). Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, πως όλες οι κυβερνήσεις των τελευταίων τριάντα χρόνων κατέφευγαν σε δυο ΝΠΙΔ που διαθέτει το Υπουργείο Υγείας  για να καλύψουν άμεσες ανάγκες του ΕΣΥ (εργαζόμενοι στις ΜΕΘ έχουν προσληφθεί από τον ΕΟΔΥ, πρώην ΚΕΕΛΠΝΟ! Ενώ, χάρη στην ύπαρξη της Ανώνυμης Εταιρείας Μονάδων Υγείας, ο ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο δεν την έκανε ΝΠΔΔ, αλλά την αξιοποίησε για να θέσει σε λειτουργία το νοσοκομείο της Σαντορίνης). Τα νοσοκομεία ως ΝΠΙΔ θα μπορούν επίσης να συμπράττουν πιο εύκολα με τον ιδιωτικό τομέα για άμεση χρήση σύγχρονης τεχνολογίας, για προσέλκυση ασθενών με ιδιωτική ασφάλιση, κ.ά.  Για τις εργασιακές σχέσεις των γιατρών στα νοσοκομεία, αλλά και γενικότερα για το επιστημονικό προσωπικό του ΕΣΥ, προτείνεται η σύνδεση του μισθού με το προσφερόμενο έργο και η υιοθέτηση ποικίλων μορφών απασχόλησης, ανάλογα με τις μόνιμες ή έκτακτες ανάγκες κάθε μονάδας.

Ιδιαίτερη προτεραιότητα δίνεται στην ανάπτυξη της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ) που αποτελεί τον αδύναμο κρίκο του συστήματος και όχι τη ραχοκοκαλιά του όπως θα έπρεπε. Προτείνεται η υιοθέτηση του θεσμού της οικογενειακής ιατρικής με επίκεντρο την οικογένεια και όχι το άτομο, η οποία θα παρέχεται από δομές του ΕΣΥ, της Τ.Α. και του συμβεβλημένου ιδιωτικού τομέα. Οι επιμέρους μονάδες θα συγκροτούν αυτοδιοικούμενα Δίκτυα ΠΦΥ ανά δήμο ή ανά διαμέρισμα μεγάλων δήμων, τα οποία θα συνάπτουν συμβολαιακές συνεργασίες με τον ΕΟΠΥΥ. Εκτός όμως από οργανωμένη ΠΦΥ, η χώρα έχει ανάγκη από ισχυρή υπηρεσία δημόσιας υγείας σε κεντρικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, όχι μόνο λόγω πανδημίας αλλά και για τη γενικότερη προστασία και προαγωγή της υγείας του πληθυσμού, η οποία δεν διασφαλίζεται επαρκώς με τον πρόσφατο νόμο για τη δημόσια υγεία.

Τέλος, στο κρίσιμο ζήτημα της χρηματοδότησης προτείνεται εκτός από την αυτονόητη αύξηση της δημόσιας δαπάνης υγείας από 5% στο 6% του ΑΕΠ, η μετατροπή του ΕΟΠΥΥ σε ενιαίο μοναδικό αγοραστή-πληρωτή με αποκλειστική διαχείριση των εθνικής χρηματοδότησης υγείας, η ενσωμάτωση των ιδιωτικών πληρωμών και παραπληρωμών στην επίσημη χρηματοδοτική διαδικασία με τη μορφή συνασφάλισης ή συμπληρωματικής ασφάλισης, καθώς και η διαμόρφωση ενός δομικά σταθερού και λειτουργικού πλαισίου τιμών. Μόνο έτσι θα αντιμετωπιστεί το απαράδεκτο φαινόμενο των υψηλότερων ιδιωτικών δαπανών υγείας στην Ευρώπη, το οποίο καθιστά το σύστημα υγείας στη χώρα μας ένα από τα πιο ιδιωτικοποιημένα συστήματα διεθνώς.

Για να γίνουν όμως οι απαραίτητες αλλαγές, κυρίως στη διοίκηση και στις εργασιακές σχέσεις, θα πρέπει να υπάρξει η αναγκαία πολιτική βούληση για να καμφθεί ο κρατισμός  της αντιπολίτευσης και των συνδικάτων, που αν δεν υφίσταται σήμερα, ίσως να υπάρξει μετά την πανδημία και την επαύριον των επόμενων εθνικών εκλογών.  

(*) Ο Γιάννης Τούντας είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής Ιατρικής ΕΚΠΑ, διευθυντής του Ινστιτούτου Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής, μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου της διαΝΕΟσις