Kreport > Uncategorized > Ο Τσίπρας και το προπατορικό αμάρτημα

Ο Τσίπρας και το προπατορικό αμάρτημα

Του Παύλου Τσίμα

Θα εκλέγεται, λοιπόν, και του ΣΥΡΙΖΑ ο αρχηγός από την βάση, όπως συμβαίνει στο ΠΑΣΟΚ από το 2004 και στη ΝΔ από το 2009; Η πρόταση κατατέθηκε αιφνιδιαστικά. Και φυσικά προκάλεσε κουβέντα μεγάλη στην μικρή μας την πλατεία.

Γιατί προτείνει τώρα ο Αλέξης Τσίπρας κάτι που ως πριν λίγο σνόμπαρε; – ήταν το πρώτο ερώτημα. Η πρώτη απάντηση των καχύποπτων και προκατειλημμένων ήταν πως το κάνει για να οχυρώσει την θέση του, για να προλάβει, δια της αναβάπτισης στην εσωκομματική κάλπη, ενδεχόμενη αμφισβήτησή του μετά από μια διπλή εκλογική ήττα στις επόμενες, διπλές εκλογές. Ναι, στην πολιτική η κυνική φιλαυτία των αρχηγών συναντάται συχνά. Αλλά όχι, δεν πιστεύω ότι αυτό είναι το κίνητρο. Δεν πιστεύω ότι η αλλαγή του τρόπου εκλογής προτείνεται ως ασπίδα έναντι μιας εσωκομματικής αμφισβήτησης, της οποίας ο φορέας δεν έχει καν φανεί στον ορίζοντα.

Γιατί το προτείνει, λοιπόν; Προφανώς επειδή τον έπεισε η ανάλυση που αποδίδει την δημοσκοπική καθήλωση του ΣΥΡΙΖΑ, 30 μήνες μετά τις εκλογές, στον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ. Η ανάλυση που δίνει μια εύκολη απάντηση στο ερώτημα: Γιατί, ενώ η κυβέρνηση αντιμετωπίζει δυσκολίες, ο ΣΥΡΙΖΑ αντί να επωφελείται υποχωρεί, γιατί η πρότασή του δεν πείθει και η εικόνα του δεν συγκινεί; Η εύκολη απάντηση είναι πως φταίει η καταγωγή του ως κόμμα της Αριστεράς, φταίει ο πυρήνας του παλιού 4%, που επιμένει στην παλιά γλώσσα και τα παλιά έθιμα, που δεν αρμόζουν σε κόμμα εξουσίας και εμποδίζουν την πολυπόθητη διεύρυνση. Φταίει κοντολογίς ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ κατάπιε τον Τσίπρα», σύμφωνα με την πολυσυζητημένη διατύπωση του Γιάννη Λούλη. Και αν διάγνωση είναι ακριβής, τότε η λύση είναι να ξεφορτωθεί ο Τσίπρας τον ΣΥΡΙΖΑ και το παλιομοδίτικο, αριστερό επιτελείο του. Η εκλογή από την βάση θα μπορούσε να είναι μια τεχνική να το πετύχει. Για να «ανανεώσει την εικόνα». Κι ας φωνάζουν όσο θέλουν οι «παλιοί».

Τι πιθανότητες έχει να πιάσει το κόλπο; Να γίνει η εκλογή από την βάση αφετηρία πολιτικής ανάκαμψης; Πολύ δύσκολα, πιστεύω. Είναι, πρώτον, θέμα πρακτικό, θέμα αριθμών. Οι εκλογές στο ΚΙΝΑΛ έφεραν στην κάλπη 270.000 πολίτες. Πόσοι θα έπρεπε να εγγραφούν ως μέλη και να ψηφίσουν, ώστε η συμμετοχή να δικαιολογεί τον ισχυρισμό του ΣΥΡΙΖΑ ότι είναι κόμμα εξουσίας; Είναι, δεύτερον, θέμα ορίων του ίδιου του εργαλείου, της εκλογής από την βάση. Μην πάτε μακριά: Το ΠΑΣΟΚ είχε εκλέξει δύο αρχηγούς του με συμμετοχή μελών και φίλων, το 2012 και το 2015, χωρίς αυτό να ανακόψει την εκλογική του παρακμή. Κι είναι τέλος, και κυρίως, θέμα χρονισμού, timing. Αν το ζητούμενο για τον Τσίπρα – «να προσδώσει στο κόμμα του, συγκρουόμενος με τις παθογένειές του, μια ριζικά νέα εικόνα»- ήταν εξ αρχής δύσκολο, είναι προφανώς δυσκολότερο μετά από 30 μήνες ακινησίας. Οι τεκτονικές πλάκες της πολιτικής έχουν αρχίσει να κινούνται και να γεννούν νέα δυναμική, να θέτουν άλλου τύπου αιτήματα. Ο ατελής, ανισοϋψής δικομματισμός της πρώτης μετεκλογικής περιόδου φαίνεται ότι αρχίζει να δίνει την θέση του σ ένα νέο, τριγωνικό σχήμα με ένα μεγάλο και δύο μεσαία κόμματα.

Μα δεν είναι τόσο οι αδυναμίες της «θεραπείας» που προτείνεται για να λυθεί το πολιτικό πρόβλημα του καθηλωμένου ΣΥΡΙΖΑ. Είναι, προπάντων, η ίδια η «διάγνωση» για το πρόβλημα, που μου φαίνεται προβληματική. Το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι πως επιβιώνουν πρόσωπα και συνήθειες της πριν από το 2012 εποχής. Δεν εμποδίζουν τον Τσίπρα να πετάξει ο Φίλης, ο Βούτσης ή ο Τσακαλώτος. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν καλπάζει προς την εξουσία δεν είναι επειδή ένας πυρήνας αμετανόητα «αριστερός»  τραβά το κόμμα πίσω προς το 4%.

Το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ είναι πως δεν έχει βρει το κουράγιο να αναμετρηθεί με την εμπειρία του στην εξουσία. Καμία «νέα εικόνα» δεν μπορεί να φιλοτεχνηθεί, όσο σπρώχνονται κάτω από το χαλί όσα έγιναν (και όσα δεν έγιναν) από τον Ιανουάριο του 2015 ως τον Ιούλιο του 2019, όσο τα κυβερνητικά πεπραγμένα τα συνοδεύουν αμήχανοι απολογισμοί και ακόμη πιο αμήχανες αποσιωπήσεις- ιδίως για όσα συνιστούν μια μέθοδο διακυβέρνησης που υιοθέτησε ό,τι επί δεκαετίες η Αριστερά αντιμαχόταν. Καμία «νέα εικόνα», ικανή να εμπνεύσει νέο ρεύμα εξουσίας, δεν μπορεί να προκύψει όσο μένει ανοιχτή, σαν μαύρη τρύπα, η πανηγυρική διάψευση της βασικής υπόσχεσης που δημιούργησε το προηγούμενο ρεύμα εξουσίας- πως μπορούμε να σχίσουμε το μνημόνιο με ένα νόμο κι ένα άρθρο και να μην πάθουμε και τίποτε. Καμία αναγέννηση δεν είναι πιθανή, όσο ο ΣΥΡΙΖΑ δεν βρίσκει τρόπο να απαλλαγεί από τις συνέπειες του προηγούμενου πολιτικού του εγχειρήματος. Ότι, δηλαδή, απέναντι στην μεγάλη πρόκληση της χρεοκοπίας και της κοινωνικής κρίσης που την συνόδευσε, δεν τοποθετήθηκε ως αριστερό ή σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, δεν αντιπαρατέθηκε στην άδικη συνταγή του «μνημονίου» από θέσεις κοινωνικής δικαιοσύνης ή Κεϋνσιανού ορθολογισμού, μα από θέσεις αντι-μνημονιακού λαϊκισμού, στα χαρακώματα του οποίου συναντήθηκε με τον λόγο, τα συνθήματα, τα ήθη εκείνων που (θα έπρεπε να) είναι οι χειρότεροι αντίπαλοι της Αριστεράς. Τους καμένους  εθνολαϊκιστές τους είχε συναντήσει στον δρόμο προς την εξουσία πριν μοιραστεί μαζί τους μια εξουσία που ασκήθηκε με τα δικά τους μέσα. Όσο για αυτό το «προπατορικό αμάρτημα» δεν εξομολογείται και δεν παίρνει συγχώρεση, ο δρόμος προς τον παράδεισο (την εκ νέου εξουσία) θα μένει δύσβατος.