Kreport > Uncategorized > Οικογένειες: Παπανδρέου-Μητσοτάκη της Όλγας Μπακομάρου, Εκδόσεις ΑΡΜΟΣ, Aθήνα 2021

Οικογένειες: Παπανδρέου-Μητσοτάκη της Όλγας Μπακομάρου, Εκδόσεις ΑΡΜΟΣ, Aθήνα 2021

Γράφει ο Αντώνης Παπαγιαννίδης

 Δεν είναι καθόλου σπάνιο, να ακούμε στην Ελλάδα πολιτικές αυτοκαταγγελίες για το φαινόμενο της οικογενειοκρατίας, δηλαδή ότι το κέντρο της εξουσίας – την πρωθυπουργία, στο ούτως ή άλλως πρωθυπουργοκεντρικό σύστημά μας – το κατέχουν σταθερά γόνοι «δυναστειών». (Ακόμη πιο βαρύ σε συνέπειες είναι το γεγονός ότι λίγο παρακάτω, στην Βουλή των Ελλήνων και στην περιφερειακή/τοπική εξουσία, οι «οικογένειες» λειτουργούν ένα σύστημα οιονεί κληρονομικής διαδοχής. Μήπως όμως και στο Πανεπιστήμιο ισχύει κάτι συγκλονιστικά διαφορετικό;..)

Αυτή βέβαια η αυτοκαταγγελία για νεποτισμό στην κορυφή δεν θάπρεπε να μας κρύβει ότι δυναστείες λειτουργούν και σε άλλες χώρες, με δημοκρατική οργάνωση και/ή με διακηρυκτική έμφαση στην αξιοκρατία: οι Μπους και οι Κλίντον (με διαφορετική κοινωνιολογική διαδρομή) έρχονται αμέσως στον νου – θυμηθείτε όμως και τους Κέννεντυ…

Τούτων δεδομένων, το εγχείρημα της Όλγας Μπακομάρου να αναδείξει το φαινόμενο με δυο από τις οικογένειες που οδήγησαν την πολιτική ζωή της Ελλάδας από το πρώτο ήδη ήμισυ του 20ου αιώνα –Παπανδρέου με ξεκίνημα τον Γεώργιο, Μητσοτάκη ήδη πολύ πριν τον Κωνσταντίνο στην Κρήτη: Η τρίτη οικογένεια, των Καραμανλήδων, με τη συνειδητά κλειστή φιγούρα του Κωνσταντίου δεν ήταν, ούτως ή άλλως, προσβάσιμη – κάνει κάτι διαφορετικό: Οδηγεί την συζήτηση σε κάτι που θα ονομάζαμε την πιο ανθρώπινη διάσταση. Άλλωστε η Όλγα Μπακομάρου, με εργαλείο την συνέντευξη (σε πρώτη φάση στην «Γυναίκα», σε δεύτερη στην «Ελευθεροτυπία» -όθεν και η αφιέρωση σε Άρη Τερζόπουλο και Σεραφείμ Φυντανίδη) δεν είχε την πρόθεση «να κάνει πολιτική», αλλά να παρουσιάσει μέσα από την δική τους ματιά τις δυο οικογένειες.

Έχει μάλιστα ενδιαφέρον ότι, από την πιο μαθημένη στα φώτα του προσκηνίου οικογένεια Παπανδρέου, κατόρθωσε να δώσει τον λόγο στην συνήθως παραμένουσα στο προσκήνιο Σοφία Παπανδρέου. η οποία δυο φορές, στην «Γυναίκα» το 1990, στην «Ελευθεροτυπία» το 1993, λειτουργεί σαν μονοπρόσωπος χορός του εν εξελίξει προσωπικού δράματος του Ανδρέα. Ενώ η πάντα πιο παρούσα, σχεδόν εκρηκτική Μαρίκα Μητσοτάκη δείχνει όλο το νεύρο που βρισκόταν πάντα πίσω από την υπερ-ψύχραιμη φιγούρα του Κωνσταντίνου.

Μένοντας στους κυρίως πρωταγωνιστές των δυο οικογενειών, εντυπωσιάζει κάπως το πόσο η Όλγα Μπακομάρου σοκάρεται με τον τρόπο που προσέγγιζε τα πράγματα ο Ανδρέας, και μάλιστα όταν στο ξεκίνημα της γνωριμίας τους (Μάϊο του 1977, στην «Γυναίκα») δεν της είχε καν ζητήσει προκαταβολικά τις ερωτήσεις για «προετοιμασία» – όσοι είχαν τριβή με το φαινόμενο Ανδρέα Παπανδρέου σίγουρα θα στοιχημάτιζαν ότι με τίποτε δεν θα ‘θελε να αφήσει να φανούν παρόμοιες άμυνες! Ο Ανδρέας στις συνεντεύξεις/συζητήσεις αυτές ξετυλίγει μια πολύ λιγότερο «πολιτική» φιγούρα, ωστόσο με βαθύτερη κοινωνικοπολιτική αναζήτηση για την Ελλάδα. Άγνωστη ψηφίδα της διαδρομής του, το πώς αρχικά ήθελε να βρεθεί για σπουδές στην Γαλλία, αλλά από καραμπόλα της ζωής κατέληξε στις ΗΠΑ – με γνωστή την συνέχεια.

Όσο για το δίδυμο Κωνσταντίνου Μητσοτάκη-Ντόρας Μπακογιάννη (γιατί έτσι λειτούργησαν στην πολιτική σκηνή: Η προσδοκία του Κ. Μητσοτάκη, ότι η κόρη του θα γίνει Πρωθυπουργός -το 2004 ο χρησμός στην «Ελευθεροτυπία»- είναι και η κατακλείδα του βιβλίου) η αίσθηση που αφήνουν πίσω ήδη από το 1978, στους νεοφιλελεύθερους, είναι μια Σισύφεια αναζήτηση της εξουσίας. Με μεγαλύτερο «άνοιγμα» από των συνηθισμένων Ελλήνων πολιτικών ο Μητσοτάκης (παράδειγμα: «Ο Ανδρέας είναι άνθρωπος με αναμφισβήτητες ικανότητες: Μόρφωση, ρητορική δεινότητα πολιτική ακτινοβολία». αργότερα: «Κάναμε μιαν εξυγιαντική πολιτική, η οποία συνεπάγεται θυσίες»), με προθυμία ρεαλισμού και η Ντόρα («Όταν το Κράτος φαλίρει, ο καθένας από μας φαλίρει. Είναι δύσκολα και, αν θέλετε αντιδημοκρατικά πολλά από αυτά τα μέτρα [ανόρθωσης της οικονομίας]», αλλά και «Η νίκη έχει πολλές μαμάδες, η ήττα καμιά»).

Ενώ ο Γιώργος Παπανδρέου (στο τέλος του πύρινου 1989, στην «Ελευθεροτυπία») δεν διστάζει να αναγνωρίσει ότι «μου επισημαίνουν σαν ελάττωμα ότι είμαι πολύ ήπιος. μετά από κάποια σκέψη, δεν ξέρω αν είναι ελάττωμα αυτό» αλλά και να θυμίσει ότι «[ως προς το μέλλον] βρίσκομαι σ’ έναν χώρο σοσιαλιστικό, εκφράζομαι απ’ αυτόν, έχω τις απόψεις και τις προτάσεις μου, θα παλέψω γι αυτές».

Άμα διεξέλθει κανείς τις σελίδες των «Οικογενειών» της Μπακομάρου – που είναι αληθινά κρίμα ότι ολοκληρώνονται/κλείνουν το 2004…. καταλήγει να διερωτάται πόσο πιο καλό θα έκαναν στον εαυτό τους (και στην πολιτική, και στο κλίμα της δημόσιας συζήτησης) οι πρωταγωνιστές της πολιτικής σκηνής, αν επένδυαν περισσότερο σε πιο ανοιχτές και ανθρώπινες συζητήσεις. Και λιγότερο στην εικόνα ισχύος και έντασης – και των υπερχειλών «Εγώ» – που κυριάρχησε τελικά γι αυτούς. Ιδίως, δε, τώρα τελευταία…