Kreport > Uncategorized > 10 μεταρρυθμίσεις που άλλαξαν την Ελλάδα, Συλλογικό-Επιμέλεια: Θοδωρής Γεωργακόπουλος, εκδόσεις διαΝΕΟσις, Αθήνα 2021

10 μεταρρυθμίσεις που άλλαξαν την Ελλάδα, Συλλογικό-Επιμέλεια: Θοδωρής Γεωργακόπουλος, εκδόσεις διαΝΕΟσις, Αθήνα 2021

Γράφει ο Αντώνης Παπαγιαννίδης

 Η έννοια των μεταρρυθμίσεων, ουδέποτε υπήρξε δημοφιλής στην Ελλάδα. Η ίδια η λέξη «μεταρρυθμίσεις» (αν δεν ήταν τόσο πολυσύλλαβη, κάποιος θα είχε σκεφθεί να την χαρακτηρίσει ελληνική four-letter word!) φέρνει πια  βαθύτερες αρνητικές συμπαραδηλώσεις, καθώς η εποχή των Μνημονίων έκανε τους ανθρώπους να την συνδέσουν με ό,τι αρνητικό: Περικοπές μισθών και δώρων, επανειλημμένες μειώσεις συντάξεων, φορολογική υπερεπιβάρυνση (με το ΕΕΤΗΔΕ/έκτακτο χαράτσι Βενιζέλου να δίνει την θέση του στον μόνιμο ΕΝΦΙΑ – μετά συμπληρωματικού φόρου), διαρθρωτικά μέτρα από δυσάρεστα μέχρι κωμικά (δύσκολο να ξεχαστεί η τρομερή μάχη για την διάρκεια ζωής του «φρέσκου γάλατος», που μελέτη του Νίκου Χριστοδουλάκη κατέδειξε πώς αντί να συμπιέσει την τιμή του γάλατος, την αύξησε).

Και όμως: Η ιστορική διαδρομή της Ελλάδας – δυο αιώνων με το καλό, όσο κι αν η απόπειρα θετικού εορτασμού της 200ετίας δεν αφέθηκε να αποδώσει μια σοβαρότερη συνειδητοποίηση – έχει συνδυαστεί με σημαντικές, πολύ σημαντικές, κυρίως δε αποδεκτές και ριζωμένες μεταρρυθμίσεις.

Πιστή στην καταστατική της πρόθεση, να αναδεικνύει υλικό και μελετητική πρώτη ύλη που μπορεί να λειτουργήσει για το policy making/την παραγωγή πολιτικής (fact-based, σε καλά ελληνικά), η διαΝΕΟσις έδωσε μ’ αυτό το συλλογικό έργο το βήμα σε δέκα συγγραφείς-μελετητές (κατά σειράν: Ξ. Κοντιάδη, Λ. Τρίχα, Κ. Γαρδίκα, Σπ. Βλαχόπουλο, Ι-Σ. Πεπελάση, Δημ. Σωτηρόπουλο, Θ. Μαλούτα, Ευ. Χατζηβασιλείου, Μ. Κακριδή, Κ. Σπανού) την ευκαιρία να αναλύσουν και αναδείξουν δέκα μεταρρυθμίσεις. Δέκα μεταρρυθμίσεις ανόμοιες, από θεσμικές μέχρις «επί του πεδίου», με οικονομικό ή με πολιτικό ή και υγειονομικό/κοινωνικό περιεχόμενο, οι οποίες θα μπορούσε κανείς να πει ότι άλλαξαν με το πέρασμα των δεκαετιών στην Ελλάδα. ίσως και να την μορφοποίησαν.

Έχει το ενδιαφέρον της η διαπίστωση ότι οι βαρύτερες θεσμικές μεταρρυθμίσεις που επελέγησαν για ανάλυση, το Σύνταγμα της Τροιζήνας (το τρίτο, «οριστικό», μετά από το αρχικό της Επιδαύρου και το μεταβατικό του Άστρους) έδειξε την ροπή των Ελλήνων της εποχής προς μια ουσιαστική διάκριση των εξουσιών και μιαν ευχή (όπως έδειξε η συνέχεια) θεσμικών ισορροπιών, με πηγαία φιλελεύθερη αντίληψη. Η ανάλυση του Ξ. Κοντιάδη δείχνει πώς, παρόλα τα κύματα που ακολούθησαν, οι αρχές της Τροιζήνας χρωμάτισαν τον πολυτάραχο συνταγματικό βίο της χώρας. Με διαφορετική, σχεδόν λογοτεχνική μέθοδο, η Λύντια Τρίχα περιγράφει την εμπέδωση της αρχής της δεδηλωμένης – κατεξοχήν δείγμα σεβασμού της λαϊκής κυριαρχίας – επί Χ. Τρικούπη, με τον Λόγο του Θρόνου/Γεωργίου Α’ να δέχεται την (όπως απέδειξαν οι περίοδοι που ακολούθησαν μέχρι και τα Ιουλιανά του 1964, σχεδόν ένα αιώνα αργότερα!) «πλήρη και ειλικρινή εφαρμογή του κοινοβουλευτικό πολιτεύματος».

Κάνοντας ένα άλμα από το θεσμικό στο πρακτικό, και δη το άμεσα σχετιζόμενο με την ζωή των ανθρώπων, το βρίσκει κανείς στο τιτάνιο αγώνα για την καταπολέμηση της ελονοσίας στο ξεκίνημα του 20ου αιώνα, ή πάλι στην καθιέρωση της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης των αγροτών στο δεύτερο μισό του αιώνα. Με την περιγραφή της Κατερίνας Γαρδίκα το πρώτο μέτωπο, με εκείνη του Ευάνθη Χατζηβασιλείου το δεύτερο, δυο αληθινά επιτεύγματα ζωής για τους κανονικούς ανθρώπους. Που στηρίχθηκαν σε πολιτική μεν βάση αλλά με τεχνολογική διεκπεραίωση.

Με σκοτεινό τον χρωματισμό της τραγωδίας του Προσφυγικού, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή (που «χάρισε» στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου ο αποτελεσματικότατος Διχασμός: Δικό μας το παρένθετο σχόλιο), το κατόρθωμα της αποκατάστασης των προσφύγων που χρονικογραφεί ο Δημ. Π. Σωτηρόπουλος άλλαξε εκ βάθρων και την κοινωνική δομή της Ελλάδας του δεύτερου μέρους των 200 ετών ύπαρξής της, αλλά και την οικονομία της. Το πώς αυτή η προσπάθεια μπόρεσε να πετύχει, μέσα από διεθνή διπλωματική κινητοποίηση αλλά βαρύτατες στις συνέπειες τους εσωτερικές προσαρμογές, είναι κάτι που αληθινά δείχνει την προσαρμοστικότητα των πληθυσμών της χώρας (ο πληθυντικός συνειδητός…)

Μια άλλη μορφή εσωτερικής μετανάστευσης, με διαφορετικό στοιχείο «προσφυγιάς», δηλαδή φυγής από δυσάρεστες συνθήκες διαβίωσης αλλά και πολιτικής πίεσης (μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο), βοήθησε να απορροφηθεί ο «θεσμός» – νομικός, χρηματοοικονομικός, τεχνικός συνάμα… – της αντιπαροχής. Ο οποίος -οδηγεί την συζήτηση με κοινωνιολογική ευαισθησία ο Θωμάς Μαλούτας- επέτρεψε την στέγαση προπαντός των εσωτερικών μεταναστών και την  αστικοποίηση. Η αντιπαροχή μπορεί να δαιμονοποιήθηκε για την αρχιτεκτονική όψη που έδωσε στις πόλεις, ωστόσο επέτρεψε να δοθεί μια σύγχρονη απάντηση στις ανάγκες στέγασης και έναν δια του πλαγίου εκχρηματισμό της οικονομίας (που αλλιώς θα περιμέναμε ακόμη).

Δυο άλλες μεταρρυθμίσεις, που έχουν να κάνουν με εκείνο που εξελίχθηκε σε κεντρικό αρμό της Ελλάδας – τον δημόσιο τομέα – δηλαδή την μονιμότητα των δημοσίων υπάλληλων που κατήργησε την αποσυναρμολόγηση του Δημοσίου σε κάθε αλλαγή κυβέρνησης (παρουσιάζει και ενσωματώνει στην λογική του «καμιά μεγάλη μεταρρύθμιση δεν γίνεται σε ιστορικό κενό» ο Σπ. Βλαχόπουλος), και την ομοταγή καθιέρωση των προσλήψεων μέσω ΑΣΕΠ (την καταγράφει ως αντιπαράδειγμα «ηρωικής μεταρρύθμισης» η Καλλιόπη Σπανού, μην παραλείποντας να σημειώσει ότι η ψήφιση του ΑΣΕΠ έγινε με πολλές αντιπαραθέσεις, ωστόσο ex post … αγκαλιάστηκε, αν μη συμβολοποιήθηκε και πάντως αφέθηκε να δοκιμαστεί στην πράξη), περιγράφουν την ωρίμανση του Δημοσίου. Βέβαια, μικρό παράπονο, δεν δείχνεται πώς το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα Δημόσιο που – ακόμη! – αποκαρδιώνει στην λειτουργία του.

Ας σημειωθεί ότι μια άλλη μεταρρύθμιση, εκείνη της εισαγωγής και αποδοχής του θεσμού της ανώνυμης εταιρείας τα χρόνια του Μεσοπολέμου, μπόρεσε μεν να περπατήσει και να συμβάλει στην οικονομική ανάπτυξη και να γίνει δεκτή/να αφομοιωθεί παρά την ύπαρξη «μιας πολύ διαφορετικής επιχειρηματικής παράδοσης» (κατά την Ιωάννα Πεπελάση) και να συμβαδίσει με δεκαετίες οικονομικής μετεξέλιξης και ωρίμανσης. Ωστόσο τα εντελώς πρόσφατα χρόνια έφεραν «αντιμεταρρύθμιση» καθώς και η Α.Ε., και οι κεφαλαιουχικές εταιρείες εν γένει, ειδικά «μετά τα Μνημόνια» έχασαν τον χαρακτήρα τους, με τις φορολογικές, ασφαλιστικές κοκ ευθύνες να βαρύνουν τα μέλη των διοικήσεων ή και τους μετόχους.

Τελευταία, αν και όχι έσχατη μεταρρύθμιση μια που αφορά τον πολιτιστικό τομέα: Η καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας, που βέβαια η Λ. Κακριδή-Φερράρι την αναζητά στις ρίζες Δελμούζου/Γληνού/Τριανταφυλλίδη ενώ δεν παραβλέπει και την μεταρρύθμιση Ευ. Παπανούτσου, ωστόσο την πιστώνει στην Μεταπολίτευση. Αιχμή της εκπαιδευτικής ωρίμανσης αλλά και καταλυτική κοινωνική αλλαγή, καθώς έβγαλε από την μέση την μείζονα χωριστικότητα της γλωσσικής έκφρασης.

Ελπίζουμε να μην θεωρηθεί άκομψο ένα ακροτελεύτιο σχόλιο σ’ αυτήν την παρουσίαση της προσπάθειας της διαΝΕΟσις να εξοικειώσει με την έννοια των μεταρρυθμίσεων. όμως θαρρούμε ότι μια επέκταση της παρουσίασης με απόπειρες μεταρρυθμίσεων που ΔΕΝ προχώρησαν, θα προσέθετε ουσιωδώς στην προσπάθεια. Παράδειγμα: Η συνεχιζόμενη αστοχία της μεταρρύθμισης του Ασφαλιστικού, από την πολιτική τραγωδία της κατάρριψης εξ οικείων πυρών του (παρολίγον) Νόμου Γιαννίτση – ο ίδιος ο Τάσος Γιαννίτσης, ή ο Πλάτων Τήνιος ή ο Μιλτιάδης Νεκτάριος θα μπορούσαν να παρουσιάσουν και να εμβαθύνουν στην μεταρρυθμιστική άρνηση. Άλλο παράδειγμα: Η ακόμη πιο δύσβατη υπόθεση της μεταρρύθμισης των αναθέσεων έργων και παρεμβάσεων με συγχρηματοδότηση ΕΕ (τώρα διπλοτρίδιπλα επίκαιρη, λόγω Next Generation EU), όπου η επιλεγείσα προσέγγιση της επισώρευσης εθνικών και βρυξελλιανών κανόνων έχει χτίσει ένα ωραίο αδιέξοδο.

Οι μεταρρυθμίσεις που ΔΕΝ προχώρησαν θα αποτελούσαν ένα πρόσθετο, πολύτιμο απόθεμα γνώσης.