Kreport > Uncategorized > Γαλλικές Προεδρικές Εκλογές: Υπολογισμένα ρίσκα και μη υπολογίσιμες συνέπειες

Γαλλικές Προεδρικές Εκλογές: Υπολογισμένα ρίσκα και μη υπολογίσιμες συνέπειες

Του Γιώργου Σεφερτζή

Κάτι λιγότερο από εκατό ημέρες πριν από τον τερματισμό της η κούρσα των γαλλικών προεδρικών εκλογών του προσεχούς Απριλίου, ενώ εκ πρώτης όψεως δείχνει να ξεκαθαρίζει, στην πραγματικότητα μάλλον παραμένει μια απρόβλεπτης έκβασης αναμέτρηση.

Ο Πρόεδρος Μακρόν μοιάζει να αλλάζει την στρατηγική του αναλαμβάνοντας το υπολογισμένο ρίσκο μιας αιφνίδιας πόλωσης του εκλογικού ανταγωνισμού σε μια προσπάθεια να διασπάσει τον κλοιό της πολυκομματικής αντιπολίτευσης, να υποχρεώσει τους αντιπάλους του να βγουν από το δάσος, όπου κρύβουν χαρτιά, όπλα και δυνάμεις και να επανατοποθετηθεί στην κορυφή της κατάταξης των υποψηφίων προέδρων ως το ακλόνητο φαβορί.

Το παράδοξο, ωστόσο, είναι ότι εφαρμόζει από τώρα μια στρατηγική δεύτερου γύρου ωσάν να έχει εφεξής την δυνατότητα επιλογής του αντιπάλου με τον οποίο θα τρέξει στην τελική ευθεία. Πλην όμως η επιλογή αυτή ανήκει σε ένα εκλογικό σώμα πολύ διαφορετικό από αυτό που του χάρισε την νίκη στις εκλογές του 2017. Τότε, δηλαδή, που βρισκόταν και ο ίδιος σε θέση αουτσάϊντερ. 

Εκείνο, όμως,  που έχει αλλάξει ακόμα περισσότερο είναι η περιρρέουσα πολιτική ατμόσφαιρα.  Η πρωτοφανής για προεδρικές εκλογές αβεβαιότητα μειώνει ακόμα περισσότερο την ορατότητα των πολιτικών παικτών και όχι μόνον εξαιτίας της άδηλης, παρά τις τελευταίες πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις, εξέλιξης της πανδημίας .

Τα ρεκόρ δημοτικότητας για τον Μακρόν, ρεκόρ ρευστότητας για τις εκλογές

Από την διαχείριση της τελευταίας, και κυρίως από την επιτυχία του προγράμματος των μαζικών εμβολιασμών, ο Πρόεδρος Μακρόν έχει επωφεληθεί αναμφίβολα τα μάλα. Εξού και η εκτίναξη της δημοτικότητάς στο τέλος της απελθούσας χρονιάς. Άγγιξε ύψη που ουδέποτε σε αντίστοιχες περιόδους είχαν γνωρίσει οι προκάτοχοί του.

Τον Δεκέμβριο η μέση δημοτικότητά του ανέβηκε σε σύγκριση με τον περασμένο Νοέμβριο καταγράφοντας αύξηση μιας μονάδας, ενώ ήδη τον Νοέμβριο είχε σημειώσει μιαν άνοδο  1,3 μονάδας έναντι των προηγουμένων καλοκαιρινών μηνών.

Τέλος Δεκεμβρίου οι θετικές γνώμες έφθασαν στο 41,1%, δηλαδή, 3,7 μονάδες πάνω από τον μέσο όρο της προεδρικής του θητείας. Πράγμα που συνιστά ρεκόρ πενταετίας αφού μια τέτοια επίδοση είχε να σημειωθεί από τον Μάιο του 2018.

Χωρίς αμφιβολία πρόκειται για την εξαργύρωση της επιτυχημένης προβολής του ως του Μεγάλου Προστάτη του γαλλικού λαού. Φήμη που απέκτησε  από την εποχή που ξεστόμισε το περίφημο “ό,τι και αν στοιχίσει” υποσχόμενος αμέριστη στήριξη εργαζόμενων, επιχειρήσεων και νοικοκυριών τις ημέρες των δύσκολων αποφάσεων για την αναστολή των οικονομικών δραστηριοτήτων ενόψει του πρώτου πανδημικού κύματος.

Η εικόνα αυτή φαίνεται να αντέχει ακόμα στον χρόνο και να αναπαράγεται μαζί με την διατήρηση στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας του θέματος της υγειονομικής κρίσης. Σίγουρα πάντως είναι αυτή που του προσφέρει τα σημερινά πλεονεκτήματά του έναντι των εκλογικών ανταγωνιστών του.

Ωστόσο δεν είναι καθόλου σίγουρο, πρώτον, ότι θα καταφέρει να συντηρήσει αυτήν την εικόνα προϊόντος του πολιτικού χρόνου και, δεύτερον, ότι η ατζέντα των προεκλογικών δημοσίων συζητήσεων θα παραμείνει μέχρι τέλους όσο ευνοϊκή είναι για την γαλλική κυβέρνηση η σημερινή συγκυρία.

 

Ήδη πληθώρα άλλων θεμάτων απασχολούν την κοινή γνώμη μετατοπίζοντας τα ενδιαφέροντά της και επαναπροσδιορίζοντας τα κριτήρια με βάση τα οποία θα διαμορφώσει τις εκλογικές της προτιμήσεις. Προς το παρόν ουδείς μπορεί να προβλέψει ποια θα είναι τα ζητήματα που θα κυριαρχούν όταν οι ψηφοφόροι αρχίσουν να παίρνουν την άγουσα προς τα εκλογικά τους τμήματα. Πολύ περισσότερο που είναι ακόμα απροσδιόριστο το μέγεθος που θα προσλάβει ή αναμενόμενη μεγάλη αποχή – ο μεγαλύτερος και ίσως ο κρισιμότερος άγνωστος της εκλογικής εξίσωσης.

Κοντά σε αυτόν θα πρέπει να προστεθούν οι αστάθμητοι παράγοντες που, πέραν της συνεχιζόμενης υγειονομικής κρίσης, αφορούν, πρώτον, στον τελικό αριθμό των υποψηφίων προέδρων, δεύτερον, στο αν μεταξύ αυτών θα συμπεριλαμβάνεται τελικά ο Ερίκ Ζεμμούρ , που προς το παρόν αγωνίζεται να συγκεντρώσει τις πεντακόσιες νομικά προαπαιτούμενες  υπογραφές για να παραμείνει εντός εκλογικής παιδιάς, και, τρίτον στο τι μέλλει  γενέσθαι με τους υποψηφίους μιας αριστεράς που αναζητά ακόμα τρόπους συσπείρωσης των ψηφοφόρων της. Ζήτημα τοσούτον μάλλον καθοριστικότερο όσο στα χέρια των τελευταίων πιθανότατα θα βρεθεί το κλειδί που θα ξεκλειδώσει το εκλογικό αποτέλεσμα.

Αλλαγή κλίματος στις σχέσεις της κοινής γνώμης με την Ευρωπαϊκή Ένωση

Εδώ και μήνες η μοναδική εκτός πανδημίας ατζέντα με την οποία καταπιάστηκε  ο Πρόεδρος Μακρόν ήταν αυτή που αφορούσε στα ζητήματα της μετάβασης στην μετα-Μέρκελ εποχή και της διεκδίκησης ενός νέου ρόλου της Ευρώπης στον νέο πολυπολικό κόσμο.

Ήξερε, ασφαλώς, ότι από 1ης Ιανουαρίου 2022 θα άρχιζε η πρώτη μετά από δεκατρία χρόνια γαλλική προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, όπως ήταν φυσικό, επένδυε πολλά στο γεγονός ότι όντας στο τιμόνι του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για ολόκληρο το πρώτο εξάμηνο του 2022 θα ήταν πιο δύσκολο για τους συμπατριώτες του να τον βγάλουν από την θέση του αρχηγού του Κράτους τους.

Πολύ δε περισσότερο που οι θέσεις του για το μέλλον του ευρωπαϊκού εγχειρήματος συσπειρώνουν τους ευρωπαϊστές ψηφοφόρους εναντίον των ευρωσκεπτικιστών αντιπάλων του. Είχε, άλλωστε, σπεύσει από τον περασμένο Νοέμβριο να καθορίσει τους στόχους της γαλλικής προεδρίας και να τους ταυτίσει με τις πάγιες και δημοφιλείς θέσεις του υπέρ της στρατηγικής αυτονομίας, της κοινής άμυνας και της αυξημένης κοινωνικής προστασίας που υποστήριζε ανέκαθεν ότι η ευρωπαϊκή οικογένεια όφειλε να προσφέρει στους λαούς των 27 κρατών-μελών της.

Πλην όμως τώρα απέναντί του δεν βρίσκεται πια το εκλογικό σώμα που του χάρισε το 2017 την νίκη επί της Μαρίν Λε Πεν. Τώρα η γαλλική κοινωνία είναι κατά πολύ επιφυλακτικότερη για τα προτερήματα που απολαμβάνει ως μέρος της ευρύτερης ευρωπαϊκής κοινωνίας.

Σύμφωνα με την τελευταία σχετική μέτρηση ( έγινε αρχές Ιανουαρίου από το Ινστιτούτο Elabe για λογαριαμό της Echos, του Radio classique και της δεξαμενής σκέψης Montaigne ) ο γαλλικός εκλογικός πληθυσμός διαιρείται σε τρεις απολύτως διακριτές κατηγορίες. Στην πρώτη ανήκει το 39% που θεωρεί ότι τα προτερήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ισοδύναμα με τα μειονεκτήματά της. Στην δεύτερη ανήκει ένα 33% που εκτιμά ότι τα μειονεκτήματα είναι περισσότερα, Στην τρίτη, τέλος, κατηγορία ανήκει ένα άλλο 27% που αντιθέτως πιστεύει ότι τα προτερήματα είνα πολύ περισσότερα.

Ο ευρωσκεπτικισμός βρίσκεται μεν σε ελαφρά κάμψη. Όμως δεν παύει να αντιπροσωπεύει μια πολύ ισχυρή τάση και κυρίως να αποτελεί ένα μείζον διακύβευμα περί το οποίο διαφοροποιούνται εντόνως οι πολιτικές στάσεις.

Οι Βρυξέλλες αντιμετωπίζονται με μια δυσπιστία που δεν υπήρχε όταν ο Μακρόν κέρδιζε πόντους ως υπέρμαχος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Τώρα το επιχείρημα ότι “είμαστε πιο δυνατοί όταν είμαστε όλοι οι ευρωπαίοι μαζί” ακούγεται μεν θετικά από την σχετική πλειοψηφία των πολιτών. Αλλά είναι ακόμα μεγαλύτερη η πλειοψηφία που δεν πιστεύουν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να κάνει την οποιαδήποτε διαφορά στην καθημερινότητά τους.

Το χειρότερο για τους ευρωπαϊστές του Μακρόν είναι ότι το ευρώ δεν υφίσταται πια ως εκείνο το ταμπού που το 2017 δεν σεβάστηκε η Λε Πεν με αποτέλεσμα να γίνει ο ιδανικός αυτόχειρας των εκλογών της εποχής.

Τώρα το ζήτημα του ευρώ λειτουργεί ως καταλύτης ενός απόλυτου διχασμού της γαλλικής κοινωνίας. Είκοσι χρόνια μετά την υιοθέτησή του το 50% των μελών της γαλλικής κοινωνίας πιστεύει ότι το κοινό νόμισμα υπήρξε μια πολύ κακή επιλογή για την γαλλική οικονομία και την αγοραστική δύναμη των Γάλλων. Μόνο ένα 49% πιστεύει το αντίθετο.

Το καλό νέο για τον Μακρόν είναι, εντούτοις,  ότι η πλειοψηφία των συμπατριωτών του εμπιστεύεται την Ευρωπαϊκή Ένωση ως τον θεσμό που μπορεί να την  προστατεύσει αποτελεσματικότερα από την παγκοσμιοποίηση. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι μόλις το 17% των ερωτωμένων εκτιμά πως η Γαλλία πρέπει να συνεχίσει τις συναλλαγές της με το σύνολο της διεθνούς κοινότητας. Το 40% προκρίνει μόνον τις συναλλαγές μεταξύ των ευρωπαίων εταίρων με την συνεργασία των οποίων πιστεύει ότι μπορεί να παραχθούν όσα αγαθά χρειάζεται η Ευρώπη.

Το προβληματικό νέο για τον Μακρόν είναι ότι το 43% θεωρεί ότι η Γαλλία οφείλει να παράγει επί του εδάφους της ό,τι χρειάζεται, ώστε να μην εξαρτάται από κανέναν, ούτε από τους ευρωπαίους εταίρους της και πολλώ δε μάλλον από τους Γερμανούς που δεν κατονομάζονται εν προκειμένω, αλλά όλοι αντιλαμβάνονται ότι παραλείπονται ως ευκόλως ενοούμενοι. ν

Πρόκειται για ποσοστά δυνάμει προνομιακά για την αντιπολίτευση. Τόσο εκείνην που, όπως η Πεκρές,  τοποθετείται στην ευθεία των γκωλικών παραδόσεων της κεντροδεξιάς. Όσο και εκείνη που αντιπροσωπεύει την ακρότερη ευρωσκεπτικιστική λαϊκή δεξιά. Και την ακροδεξιά που εκπροσωπεί η αποδαιμονοποιημένη πια Μαρίν Λε Πεν. Και την δεξιά που επιχειρεί να προσεταιριστεί ο εξτρεμιστικότερος αντιισλαμιστής Ερίκ Ζεμμούρ στο όνομα μιας νέας γκωλικής ορθοδοξίας περί γαλλικού Κράτους-Έθνους. Υπέρ αυτού, άλλωστε, του Κράτους-Έθνους κάνει ο Ζεμμούρ την προεκλογική καμπάνια του προωθώντας μια μονοθεματική κατ’ ουσίαν ατζέντα με την οποία επιδιώκει να αναγορευθεί σε μοναδικό αυθεντικός δικαιούχο της γκωλικής κληρονομιάς.

Η μοναδικότητα της αναμέτρησης του Απριλίου

 Το σπουδαιότερο, παρά ταύτα, είναι άλλο: Είναι το γεγονός ότι πράγματι ποτέ στο παρελθόν της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας προεδρικές εκλογές δεν είχαν περιβληθεί με την δραματικότητα με την οποία περιβάλλονται οι επερχόμενες. 

Όσο μεγαλύτερη είναι η αβεβαιότητα που τις περιβάλει, τόσο κρισιμότερη θεωρείται η σημασία τους για το μέλλον της Γαλλίας. Και αυτό συμβαίνει για περισσότερους λόγους.

Ο πρώτος έχει αναφερθεί σε προηγούμενο σημείωμα και άπτεται της γενικότερη αίσθησης ότι η Πέμπτη Γαλλική Δημοκρατία έχει εξαντλήσει τον βιοϊστορικό της κύκλο, που θα έλεγε και ο Δημήτρης Αβραμόπουλος.

Ο δεύτερος είναι ότι έχει φθάσει στα όριά της η ανοχή της κοινής γνώμης απέναντι αφενός στις θεωρίες περί αποσύνθεσης των δυτικών μετααποικιακών προτύπων οργάνωσης και διεύθυνσης των πολυπολιτισμικών κοινωνιών και αφετέρου στις δημόσιες πολιτικές μέσα από τις οποίες αναπαράγονται και διευρύνονται ακραίες εισοδηματικές και όχι μόνον ανισότητες.

Ο τρίτος είναι έχει να κάνει με το γεγονός ότι από τον πόλεμο της Αλγερίας και, αργότερα, από τον Μάη του 1968 είχαν να δημιουργηθούν στην Γαλλία συνθήκες ενός οιωνεί εμφυλίου πολέμου.

Ο τέταρτος είναι ότι έχει διαχυθεί ως δημόσιο αίσθημα η αντίληψη ότι η Γαλλία παρακμάζει διανύοντας μοναδικής κρισιμότητας ιστορικές στιγμές, όπου όλες οι δομές της είναι έτοιμες να εκραγούν.

Ο πέμπτος, τέλος, λόγος είναι ότι όσοι συμμετέχουν είτε ως υποψήφιοι είτε ως κόμματα στις προεδρικές εκλογές του Απριλίου γνωρίζουν εκ των προτέρων ότι η μάχη που καλούνται να δώσουν ενδέχεται να μην έχει επαύριο.  Ούτε για τους ίδιους προσωπικά.  Ούτε για τις παρατάξεις τους.

Το μόνον σίγουρο για όλους είναι ότι πρόκειται για μάχη ιστορικής επιβίωσης η επόμενη ημέρα της οποίας θα είναι κατά πάσα πιθανότητα και η απαρχή μιας πλήρους αναδιάταξης του γαλλικού πολιτικού συστήματος και μιας ίσως ακόμα πιο ριζικής αλλαγής του ευρωπαϊκού και διεθνούς περιβάλλοντος.

Δεν πρόκειται, κατά συνέπεια, καμμιά πλευρά να φεισθεί πόρων, μέσων και στρατηγημάτων προκειμένου να εξασφαλίσει την θέση της υπό τον ήλιο της νέας εποχής που ξημερώνει. Εξ ίσου σίγουρο είναι και το γεγονός ότι ο Εμμανουέλ Μακρόν θα παραμείνει μέχρι τέλους το κεντρικό πρόσωπο των εκλογών και ο άξονας περί τον οποίο όλα θα περιστρέφονται.

Αυτό ασφαλώς τον καθιστά άρχοντα των ρολογιών αλλά και των πρωτοβουλιών που μπορεί να αναλάβει για να φέρει τους αντιπάλους του και τον εκλογικό ανταγωνισμό στα μέτρα του. Δεν μπορεί, όμως, να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο, έστω και μόνον εξ αυτού του λόγου, να σχηματισθεί  ένα κοινό μετώπο που και τις φιλοδοξίες του ενδέχεται να απειλήσει και τα σχέδια, που απεργάζεται για να ολοκληρώσει το εγχείρημα που ξεκίνησε πριν από πέντε χρόνια για την αναμόρφωση της Γαλλικής Δημοκρατίας,  να καταστρέψει .

Από την δύναμη και την πειθώ του αφηγήματος που, καλώς εχόντων των πραγμάτων, θα αρθρώσει για το μέλλον της χώρας του μπορεί να εξαρτηθούν τα πάντα. Το ερώτημα είναι αν μέσα από αυτό θα μπορέσει να μιλήσει ταυτόχρονα και για τον εαυτό του με τρόπο που θα τον ξεπερνά και θα τον απαλλάσσει από τις σκιές που έχει ρίξει επάνω του η φθορά της εξουσίας και ο τρόπος που την άσκησε μέχρι σήμερα.

Τα τρία “χτυπήματα”

Την πρώτη εβδομάδα του νέου έτους ο Μακρόν έριξε και τις πρώτες τροχιοδεικτικές βολές Με τρία επανωτά επικοινωνιακά “χτυπήματα” ξαναβρέθηκε στο επίκεντρο των δημοσίων συζητήσεων ανακτώντας την πρωτοβουλία των κινήσεων και ανατρέποντας, εκ πρώτης τουλάχιστον όψεως, τους όρους του πολιτικού ανταγωνισμού.

Το πρώτο “χτύπημα” ήταν αυτό που κατάφερε την ώρα του ρεβεγιόν της πρωτοχρονιάς με ένα εικοσάλεπτο ευχετήριο διάγγελμα που, σε αντίθεση με προηγούμενες δημόσιες παρεμβάσεις του, σημείωσε αυτή την φορά μεγάλη τηλεοπτική επιτυχία. Έδωσε τροφή στις συζητήσεις των εκατομμυρίων οικογενειών που μαζεύονται παραδοσιακά γύρω από το εορταστικό τραπέζι της υποδοχής του νέου έτους.  Και προφανώς προετοίμασε το έδαφος για την επίσημη υποβολή της υποψηφιότητάς του.   

Εμφανίστηκε φρέσκος και δυναμικός μιλώντας με αυτοπεποίθηση και σιγουριά για το παρόν και το μέλλον μιας Γαλλίας που, όπως είπε εμφαντικά, είναι σήμερα “ισχυρότερη από ποτέ”.  

Καθόλου τυχαία αποστροφή δεδομένου του διαφορετικού κλίματος που είχε δημιουργηθεί τις προηγούμενες ημέρες με τους περιορισμούς στην λειτουργία των χώρων ψυχαγωγίας, την απαγόρευση των δημοσίων ανοιχτών εορτασμών και τις εναντίον του επιθέσεις μιας σύσσωμης  αντιπολίτευσης που επενδύει στην διάχυτη πολιτική δυσθυμία, την κοινωνική ανασφάλεια και τον φόβο της επόμενης ημέρας της υγειονομικής κρίσης.κατηγορώντας τον για αδράνεια και αθέτηση των μεταρρυθμιστικών δεσμεύσεων του στις εκλογές του 2017.

Ήταν σαφές ότι με το πρωτοχρονιάτικο διάγγελμά του ο Μακρόν θέλησε να ανοίξει ένα πρώτο μέτωπο των δυνάμεων της αισιοδοξίας εναντίον των (αντιπολιτευτικών) δυνάμεων της απαισιοδοξίας.  

Το δεύτερο “χτύπημα” ήρθε  ανήμερα της πρωτοχρονιάς και ήταν περισσότερο συμβολικό. Ίσως όμως και γιαυτό να ξεσήκωσε ακόμα μεγαλύτερη θύελλα αντιδράσεων από την πλευρά της αντιπολίτευσης. Στην θέα της τεραστίων διαστάσεων σημαίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης που  αναρτήθηκε κάτω από την εμβληματική του γαλλικού εθνικού μεγαλείου Αψίδα του Θριάμβου εκεί όπου πάντα κυματίζει η τρίχρωμη γαλλική σημαία σύσσωμα τα αντιπολιτευόμενα κόμματα αντέδρασαν ωσάν αυτό που για την κυβέρνηση ήταν μια πανηγυρική τιμή στην έναρξη της Γαλλικής Προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της “Ευρώπης μας”, όπως με νόημα την αποκάλεσε ο Μακρόν  στο πρωτοχρονιάτικο διάγγελμά του, για την αντιπολίτευση επρόκειτο περί εγκλήματος εθνικής καθοσιώσεως που έσπευσε να στηλιτεύσει ως προσβλητικό του πατριωτισμού των Γάλλων. Πολύ δε περισσότερο αφού για πρώτη φορά στην ιστορία της σύγχρονης Γαλλίας είχε εξαφανιστεί το τρίχρωμο σύμβολο του έθνους.

Ήταν και πάλι σαφές ότι με αυτόν τον τρόπο ο Μακρόν θέλησε να ενεργοποιήσει το νικηφόρο για τον ίδιο μέτωπο της αντιπαράθεσης των ευρωπαϊστών με τους ευρωσκεπτικιστές του  2017.

Το τρίτο “χτύπημα” υπήρξε και το θεαματικότερο.  Το κατάφερε τέσσερις ημέρες αργότερα δίνοντας την Τετάρτη 4 Ιανουαρίου συνέντευξη στην Parisien, την μεγάλης κυκλοφορίας καθημερινή εφημερίδα του Παρισιού.

Μέσα από αυτήν ο θεσμικός Πρόεδρος όλων των Γάλλων εμφανιζόταν ως διχαστικός ηγέτης  που χρησιμοποιώντας αγοραίες εκφράσεις –  ο ίδιος την περασμένη Παρασκευή επανερχόμενος στο θέμα θα τις χαρακτήριζε “οικείες”-  επιτίθετο βιαίως εναντίον του μειοψηφικού εκείνου τμήματος της γαλλικής κοινωνίας που δεν έστερξε στον μαζικό εμβολιασμό κατά του Covid 19. “Δεν θα τους φυλακίσω”, αλλά και δεν θα τους αφήσω σε χλωρό κλαρί, δήλωσε προσθέτοντας: “γουστάρω να τους την σπάσω”.

Ήταν προφανώς ένα συνειδητό στρατήγημα δημιουργίας ενός τρίτου μετώπου εναντίον ενός νέου αυτή την φορά κοινού εσωτερικού εχθρού η αντιμετώπιση του οποίου υπολόγιζε ότι θα συνέβαλε στην περαιτέρω κεφαλαιοποίηση των ωφελημάτων που είχε από την διαχείρηση της πανδημίας και στην συσπείρωση στο πλευρό του της ευρύτερης δυνατής πλειοψηφίας ψηφοφόρων, που πράγματι συνειδητοποιούσαν ότι η “ακατανόητη” συμπεριφορά των μη εμβολιασμένων επιβάρυνε ακόμα πιο πολύ την δημόσια υγεία και το σύστημά της.

Εξού και την ίδια ημέρα ο Υπουργός Υγείας Ολιβιέ Βεράν παρουσιάστηκε στην ολομέλεια της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης με ένα αντιστοίχως επιθετικό ύφος, αποφασισμένος να περάσει με τις ψήφους τουλάχιστον της άνετης πλειοψηφίας των κυβερνητικών βουλευτών το σχέδιο νόμου που προέβλεπε την μετατροπή του υγειονομικού πιστοποιητικού σε πιστοποιητικό εμβολιασμού. Χωρίς αυτό  ουδείς θα μπορεί μετά την 15η Ιανουαρίου να έχει ελεύθερη πρόσβαση σε οποιουδήποτε είδους κλειστό δημόσιο χώρο είτε ψυχαγωγίας είτε εστίασης είτε πολιτιστικού ενδιαφέροντος. Στις περιοχές μάλιστα όπου η επιδημιολογική εικόνα είναι προβληματικότερη, η μάσκα θα είναι  υποχρεωτική και στους εξωτερικούς δημόσιους χώρους.

Μεταξύ των βουλευτών όλων των πτερύγων επικράτησε πανδαιμόνιο. Η συνήθως υπερευαίσθητη σε θέματα Δημοκρατίας αντιπολίτευση, ενώ παραδόξως είχε αφήσει να περάσει ασχολίαστη την  αναφορά που ο Γάλλος Πρόεδρος είχε κάνει στο πρωτοχρονιάτικο διάγγελμά του τονίζοντας ότι για να αντιμετωπισθεί η σε νέα έξαρση, λόγω “όμικρον”, ευρισκόμενη πανδημία οι συμπατριώτες του όφειλαν να καταλάβουν ότι οι υποχρεώσεις τους έναντι του κοινωνικού συνόλου είναι περισσότερες από τα δικαιώματά τους, τώρα θα ανέβαινε στα κάγκελα ζητώντας την απόσυρση ή την τροποποίηση του σχετικού νομοσχεδίου.

Πρωτοστάτησε ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν της αριστερής Ανυπόταχτης Γαλλίας, που άφησε τώρα την οργή του να ξεχειλίσει προειδοποιώντας ότι η κυβέρνηση έχει πάρει πια έναν χωρίς τέλος αυταρχικό κατήφορο. Ακολούθησε η Μαρίν Λε Πεν της ακροδεξιάς Εθνικής Συσπείρωσης πλειοδοτώντας στην υπεράσπιση των ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων. Ενώ η  Βαλερί Πεκρές της φιλελεύθερης κεντροδεξιάς, εμφανώς αμήχανη, προσπάθησε να ισορροπήσει μεταξύ της αποδοχής του νομοσχεδίου για λόγους υπευθυνότητας και της καταψήφισής του για λόγους δημοκρατικής ευθιξίας.  

Στην συμπολίτευση επικράτησε σύγχυση, ενώ το ίδιο βράδυ οι σχετικά άπειροι βουλευτές της θα έπεφταν στην παγίδα της μειοψηφούσας αλλά εμπειρότερης αντιπολίτευσης. Αποδέχτηκαν την επ’ αόριστο μεταμεσονύχτια διακοπή της συνεδρίασης του σώματος δίνοντας την εντύπωση ότι η κυβέρνηση ανέκρουσε πρύμνα. Το όλον θέαμα έγινε μια δεύτερη πρώτου μεγέθους τηλεοπτική επιτυχία που έδωσε στο τρίτο “χτύπημα” Μακρόν ακόμα μεγαλύτερη δημοσιότητα. 

Η απρόσμενη ζημιά της Πεκρές

 Υπό την πίεση των προθεσμιών του κατεπείγοντος της εφαρμογής των νέων κυβερνητικών μέτρων, την επόμενη ημέρα, η συνεδρίαση της ολομέλειας της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης επαναλήφθηκε με την παρουσία του Πρωθυπουργού Ζαν Καστέξ. Και πάλι σε επιθετικούς τόνους  ο τελευταίος δεν δίστασε να κάνει ένα ακόμα βήμα προς την πόλωση της πολιτικής σύγκρουσης: αποκάλεσε ανεύθυνους και ανάξιους να φέρουν τον τίτλο του πολίτη τα σχεδόν πέντε εκατομμύρια Γάλλων που παρέμεναν ανεμβολίαστοι. αφήνοντας να εννοηθεί ενδεχόμενη ενεργοποίηση των διαδικασιών έκπτωσης από την γαλλική ιθαγένεια, που είχε θεσμοθετηθεί στο πλαίσιο της εφαρμογής των εκτάκτων μέτρων καταστολής της τρομοκρατίας μετά τις φονικές επιθέσεις στο Charly Hebdo, το Μπατακλάν και την Νίκαια.

Στο τέλος της προηγούμενης εβδομάδας νομοσχέδιο για την μετατροπή του υγειονομικού σε εμβολιαστικό πιστοποιητικό τελικά υπερψηφίστηκε και παραπέμφθηκε προς κύρωση στην Γερουσία, όπου όμως οι κεντροδεξιοί Ρεπουμπλικανοί της αντιπολίτευσης έχουν την πλειοψηφία.

Γεγονός, ωστόσο, ήσσονος σημασίας δεδομένου ότι εν τω μεταξύ μια άλλη απρόσμενη εξέλιξη θα επέτρεπε στον Μακρόν να πολλαπλασιάσει τα κέρδη του από το άνοιγμα του τρίτου μετώπου.

Η Βαλερί Πεκρές, η πιο επίφοβη αντίπαλός του, εξήλθε από την σύγκρουση στην εθνοσυνέλευση έχοντας υποστεί ένα πολύ βαρύ πλήγμα στην ηγετική της εικόνα που σίγουρα θα ανέκοπτε την εκλογική δυναμικής που μόλις είχε αρχίσει να αναπτύσσει υπερφαλλαγίζοντας την Λε Πεν στις δημοσκοπήσεις της προηγούμενης φάσης. Η κοινοβουλευτική ομάδα των Ρεπουμπλικανών δεν ευθυγραμμίστηκε με την γραμμή της υπέρ της υπερψήφισης του κυβερνητικού νομοσχεδίου για το πιστοποιητικό εμβολιασμού. Αντιθέτως διασπάστηκε στα τρία με το 1/3 να καταψηφίζει, το 1/3 να καταψηφίζει και το άλλο 1/3 να απέχει.

Ο Μακρόν όχι μόνον είχε κατάφερε να διασπάσει τον κλοιό που έσφιγγε γύρω του η αμφίπλευρη αντιπολίτευση από την δεξιά και την αριστερά. Πολύ περισσότερο είχε πετύχει συνάμα να αφαιρέσει από την πιο επικίνδυνη αντίπαλό του το φωτοστέφανο με το οποίο είχε περιβληθεί μετά τον άθλο που κατήγαγε δείχνοντας ότι έχει το κύρος και την ικανότητα να επιβληθεί στις αλληλοϋπονομεύομενες φυλές της παράταξής της και  να της ενώσει για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια . 

Οι συνεργάτες της έσπευσαν, βέβαια, αμέσως να δικαιολογήσουν την κατάσταση δηλώνοντας ότι η κοινοβουλευτική ομάδα των Ρεπουμπλικανών θα είχε συμμορφωθεί προς τις υποδείξεις της Πεκρές, αν δεν είχε αγανακτήσει με την “ανάρμοστη φρασεολογία” του Μακρον εναντίον των μη εμβολιασμένων συμπολιτών του.   

Όσο ευλογοφανής και αν ήταν αυτή η δικαιολογία, η ζημιά που υπέστη η υποψήφια των Ρεπουμπλικανών ήταν καίρια. Μένει τώρα να φανεί αν θα κατάφερνε στην συνέχεια να την επανορθώσει.

Όπως μένει και στον Μακρόν το βάρος της απόδειξης ότι τα ρίσκα που πήρε με το ταυτόχρονο  άνοιγμα τριών μετώπων, την επικοινωνιακή του μεταμόρφωσή του  και την προοιωνιζόμενη αλλαγή της στρατηγικής του θα είναι διαχειρήσιμα και παραγωγικά. 

Το τέλος της “μετανεωτερικής επανάστασης” του Μακρόν

Το 2017 ο Μακρόν είχε εισβάλει στο πολιτικό προσκήνιο ως δύναμη ανατροπής όλων των ισορροπιών ενός απαξιωμένου κομματικού συστήματος που η πλειοψηφία των συμπατριωτών του θεωρούσε ότι είχε έρθει η ώρα να εξαερωθεί ως υπαίτιο για την αναποτελεσματικότητα, τη σήψη και την  αποδυνάμωση της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας.

Ήταν εξάλλου συμπτωματικό ότι προηγουμένως είχαν και πάλι ανοίξει οι δημόσιες συζητήσεις περί την ανάγκη αναθεώρησης του Συντάγματος και της εγκαθίδρυσης μιας Έκτης Γαλλικής Δημοκρατίας. Με περισσότερο αποκεντρωμένους θεσμούς, τακτικά δημοψηφίσματα  και πιο αναλογικά συγκροτούμενα αντιπροσωπευτικά σώματα.

Οι συζητήσεις εκείνες ανεστάλησαν βιαίως όταν ξέσπασε το φαινόμενο της τρομοκρατίας και η πατρίδα κηρύχτηκε εν κινδύνω. Οι ανάγκες του “πολέμου” εναντίον του υπ’ αριθμ. 1 εσωτερικού εχθρού με τα παρακλάδια του Ισλαμικού Κράτους και τις εγχώριες φονταμενταλιστικές  οργανώσεις των ριζοσπαστικοποιημένων οπαδών του πολιτικού Ισλάμ, δεν επέτρεπε την πολυτέλεια των ιδεολογικών αναζητήσεων μιας λειτουργικότερης Δημοκρατίας.

Το σοκ και το δέος που είχαν προκαλέσει τα αλλεπάλληλα πολύνεκρα τρομοκρατικά κτυπήματα ( Charly Hebdo, Ιανουάριος 2015, Bataclan,13 Νοεμβρίου 2015, Νίκαια,14 Ιουλίου 2016 ), πέραν όλων των άλλων, ήταν οι σταγόνες που ξεχείλισαν το ποτήρι της γενικευμένης κοινωνικής δυσανεξίας απέναντι σε ένα κομματικό σύστημα και ένα κεντρικό κράτος που πλέον αποδεικνυόταν περίτρανα ότι δεν μπορούσαν να εγγυηθούν ούτε καν την εσωτερική ασφάλεια, την ειρήνη, τις ελευθερίες και τον τρόπο ζωής των πολιτών.

Ευαγγελιζόμενος την επανίδρυση του Κράτους και την επαναθεμελίωση του πολιτικού συστήματος, ο Μακρόν επιχείρησε ενόψει των εκλογών του 2017 να χαράξει με επιτυχία μια νέου τύπου εγκάρσια διαχωριστική τομή που έβγαζε την γαλλική πολιτική ζωή από την διελκυνστίδα των διαχρονικών διχοτομικών ιδεολογικών αντιθέσεων μεταξύ  Δεξιάς και Αριστεράς. Κηρύσσοντας με το ομώνυμο βιβλίο του την “Επανάσταση” της κοινωνίας των πολιτών, ο μόλις 40 ετών τότε Εμμανουέλ Μακρόν εφάρμοσε τότε μια στρατηγικά πρωτότυπη συνταγή με το μεταμοντέρνο σύνθημα της υπέρβασης της παλιάς πολιτικής τάξης, των κομματικών κατεστημένων και των κάθετων διαχωρισμών του εκλογικού σώματος σε αντιμαχόμενα πολιτικά μπλοκ. 

Έτσι βρέθηκε στη κορυφή των κυμάτων που είχαν σηκώσει τα κοινωνικά ρεύματα υπέρ της απαλλαγής της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας από τα βαρίδια ενός ανεπίκαιρου ιστορικού παρελθόντος αντιπαραγωγικών πολιτικών ανταγωνισμών.   

Το ευρηματικό του στρατήγημα συνίστατο στην διπλή του άρνηση να ξαναθέσει το κλασικό  διαζευκτικό δίλημμα “Δεξιά ή Αριστερά”, και να εγκλωβιστεί στην ασάφεια του “ούτε δεξιά ούτε αριστερά”. Επέλεξε την κατάφαση που έλεγε ταυτόχρονα “και δεξιά και αριστερά”. Ήταν η έκτοτε περιώνυμος στρατηγική του μακρονικού “ταυτόχρονα”. Της συνοπτικής, δηλαδή, περιγραφής μιας στρατηγικής που αναθεωρούσε την λογική με την οποία ο παραδοσιακός ενδιάμεσος χώρος “τριγωνοποιούσε” τις κάθετες πολιτικές αντιθέσεις δημιουργώντας έναν νέο και ευρύχωρο Κεντρώο ζωτικό χώρο.

Το μεταμοντέρνο κράμα που κατασκεύασε ήταν αυθεντικό και αποδείχτηκε αρκετά ανθεκτικό στον χρόνο. Αποτελούμενο από επιλεκτικά στοιχεία και της δεξιάς νεοφιλελεύθερης σχολής των ιδιωτικοποιήσεων  και της αριστερής σχολής των κρατικών παρεμβάσεων για την διόρθωση των στρεβλώσεων της ελεύθερης αγοράς, έδινε την δυνατότητα σύγκλισης σε δυνάμεις που παλιότερα συγκρούονταν χωρίς να έχουν ουσιαστικές διαφορές να λύσουν.

Πλην όμως παρέμενε πράγματι μάλλον αμφίβολο αν η συνταγή του 2017 θα μπορούσε να πετύχει το 2022.  

Πρώτα από όλα διότι η επέλαση της πανδημίας είχε ήδη πνίξει μέσα στην επιτυχία της την “μετανεωτερική επανάσταση” του Μακρόν.

Δεύτερον, διότι λόγω των νέων αναγκών που δημιούργησε η υγειονομική κρίση, η επαγγελία της “επανάστασης” του Μακρόν έμεινε ανεκπλήρωτη. Πολλά δε από τα κακώς κείμενα τόσο στο Κράτος όσο και στο πολιτικό σύστημα παρέμειναν επί πέντε χρόνια άθικτα και στην θέση τους. Τρίτον, διότι τα ζητήματα εθνικής ταυτότητας και δημόσιας ασφάλειας, που έθετε η ακροδεξιά, κυριάρχησαν στις δημόσιες συζητήσεις κερδίζοντας το ενδιαφέρον κρίσιμων μαζών του εκλογικού σώματος μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους των εκλογικών διακυβευμάτων.

Τέταρτον, διότι το μακρονικό αφήγημα του 2017 έχει εν τω μεταξύ εξαντληθεί και άλλα πιο ζέοντα θέματα κατέλαβαν την προεκλογική επικαιρότητα.

Πέμπτον, διότι στην ατζέντα του 2017 δεν συμπεριλαμβανόντουσαν τα μεγάλα και θεμελιώδη ζητήματα της αγοραστικής δύναμης και του Κράτους-Πρόνοιας που πλέον βρίσκονται στην κορυφή των προβληματισμών της κοινής γνώμης.

Η κατάσταση, για παράδειγμα, των νοσοκομείων είναι οριακή και όχι μόνον εξαιτίας της αύξησης των κρουσμάτων του Covid 19. Αλλά και εξ αιτίας διαχρονικών  ελλείψεων προσωπικού και υποδομών του γαλλικού συστήματος δημόσιας υγείας για την κάλυψη των οποίων η κυβέρνηση Μακρόν ελάχιστα πράγματα φρόντισε τα προηγούμενα χρόνια να κάνει.

Αποτέλεσμα να βρίσκεται σήμερα απολογούμενη με όχι ιδιαίτερα πειστικό τρόπο. Και μάλιστα απέναντι σε μια κοινή γνώμη το 52% της οποίας προτάσσει την απώλεια της αγοραστικής του  δύναμης έναντι άλλων ζητημάτων. Το δε  51% κάνει το ίδιο με την κοινωνική προστασία, ειδικά μάλιστα στα θέματα υγείας και συνταξιοδότησης. Αυτά είναι πλέον τα κριτήρια στην βάση των οποίων θα διαμορφωθούν κατά προτεραιότητα οι εκλογικές της προτιμήσεις. Έπονται τα θέματα  της δημόσιας ασφάλειας, στα οποία δίνει προτεραιότητα ένα 41% και  ακολουθεί το μετανστευτικό με ένα επίσης καθόλου βεβαια ευκαταφρόνητο  36%. (βλ. καθημερινό βαρόμετρο της OrinionWay-Kéa Partners για την Echos της 5ης Ιανουαρίου 2022).

Θα πρέπει ασφαλώς να σημειωθεί ότι η προτεραιοποίηση των κριτηρίων που βαραίνουν στην πρόθεση ψήφου διαφέρει ανάλογα με τα πολιτικά/κοινωνικά ακροατήρια. Εκείνα που πρόσκεινται στο Εμμανουέλ Μακρόν ή στην Βαλερί Πεκρές έχουν στο καλάθι των προτεραιοτήτων τους μια μεγαλύτερη ποικιλία θεμάτων. Αντιστρόφως τα ακροατήρια της Μαρίν Λε Πεν και του Ερίκ Ζεμμούρ δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στα γενικότερα πολιτικά ζητήματα, όπως είναι π.χ. το μεταναστευτικό (36% στον γενικό εκλογικό πληθυσμό, 60% στην εκλογική βάση της Λε Πεν, 80% στην αντίστοιχη του Ζεμμούρ).

Που σημαίνει ότι η μονοθεματική ατζέντα με τις ταυτοτικές προτεραιότητες, που προωθούν οι δυο υποψήφιοι της ακροδεξιάς, παράγει αποτελέσματα για την σταθεροποίηση της εκλογικής επιρροής τους. Ίσως, όμως, να αποτελέσουν σοβαρό εμπόδιο στην προσπάθειά τους να διευρύνουν την εκλογική του επιρροή ενόψει του δεύτερου γύρου.

Αυτό, όμως, και πάλι δεν σημαίνει ότι μπορεί να προβλεφθεί με ασφάλεια ότι εν τέλει η Πεκρες συγκεντρώνει περισσότερες πιθανότητες από την Λε Πεν να περάσει στον δεύτερο γύρο και να μονομαχήσει με τον Μακρόν.

Και για τον Μακρόν και για την Πεκρές τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Το βέβαιο είναι ότι θα πρέπει να κάνουν τις ατζέντες τους πιο συμπεριληπτικές και ισορροπημένες, αν στόχος τους είναι να εδραιώσουν τις υποψηφιότητες τους πάνω σε πολυσυλλεκτικότερες εκλογικές βάσεις.

Η καθετοποίηση των αντιθέσεων και το ρίσκο του Μακρόν

 Απέναντι ωστόσο στον Μακρόν η Πεκρές έχει ένα πλεονέκτημα που ίσως αποδειχθεί πολύτιμο. Μπορεί μετατοπιζόμενη δεξιότερα και σκληραίνοντας την στάση της στα θέματα του μεταναστευτικού, της εθνικής ταυτότητας και της δημόσιας τάξης να αντλήσει ψήφους από τις δεξαμενές της ακροδεξιάς και της λαϊκής δεξιάς στις οποίες η πρόσβαση για τον Μακρόν είναι εκ προοιμίου απαγορευμένη. 

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που η Βαλερί Πεκρές, την επόμενη της επίθεσης του Μακρόν στους ανεμβολίαστους έκανε τον επιτυχή αντιπερισπασμό να σηκώσει πολύ ψηλά το θέμα της εκκαθάρισης των λαϊκών προαστίων από τις παραβατικές συμμορίες των εμπόρων ναρκωτικών και των ανθρώπων της νύχτας. Ουδέποτε εξάλλου έκρυψε ότι, παρά το περισσότερο κεντρώο και μετριοπαθές προφίλ της, αντιπροσωπεύει μια (σκληρή) δεξιά που δεν ντρέπεται για αυτό που είναι.

Με την στρατηγική δεύτερου γύρου που ακολουθεί,  ο Μακρόν απλώς ελπίζει ότι η Πεκρές δεν θα καταφέρει να ανακτήσει το προβάδισμα που κάποια στιγμή πήρε από την Λε Πεν. Το έχασε με την ζημιά που έπαθε στην ψηφοφορία για το εμβολιαστικό πιστοποιητικό. Ουδείς όμως μπορεί προς το παρόν να υπολογίσει την ζημιά που ο Μακρόν μπορεί να πάθει εγκαταλείποντας την στρατηγική του 2017.

Ως ένα βαθμό το στρατηγικό πείραμα της πόλωσης, για παράδειγμα, μεταξύ ευρωπαϊστών και ευρωσκεπτικιστών το είχε ξανακάνει και είχε πετύχει. Αλλά τότε η μεν φιλοευρωπαϊκή κεντροδεξιά είχε καταρρεύσει, η δε λαϊκιστική εθνοδεξιά δεν είχε τότε αποδαιμονοποιηθεί και ήταν απομονωμένη από τις δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου.

Τώρα, όμως, έχουν αλλάξει τουλάχιστον τρία πράγματα που καθιστούν υψηλό το ρίσκο που αναλαμβάνει ο Μακρόν στην προσπάθειά του να πολώσει τον ανταγωνισμό προκειμένου να βρεθεί και πάλι αντιμέτωπος με την Λε Πεν στον δεύτερο γύρο.

Το πρώτο πράγμα που έχει αλλάξει είναι το ίδιο το προφίλ της Λε Πεν. Ίσως μάλιστα ο ανταγωνισμός της με τον πιο ακραίο Ζεμμούρ να την βοηθήσει να το αποδαιμονοποιήσει ακόμα περισσότερο. Πολύ δε περισσότερο αν ο Ζεμμούρ δεν καταφέρει τελικά να συγκεντρώσει τις απαραίτητες 500 υπογραφές. Στην περίπτωση αυτή ένα μεγάλο μέρος,  αν όχι το σύνολο της σημερινής εκλογικής του βάσης είτε θα επανέλθει στην Λε Πεν είτε θα μοιραστεί ανάμεσα σε αυτήν και την Πεκρές. Αυτό σημαίνει ότι το οριακό προβάδισμα που έχει σήμερα η πρώτη μπορεί να ανατραπεί εύκολα υπέρ της δεύτερης και να την στείλει στον δεύτερο γύρο.

Το δεύτερο πράγμα που, όπως είδαμε, έχει αλλάξει είναι η σημασία των κάθετων διαχωριστικών γραμμών που το 2017 καθιστούσαν διακριτές τις διαφορές μεταξύ ευρωπαϊστών και ευρωσκεπτικιστών. Αντιθέτως έχουν τώρα αυξηθεί τα ποσοστά  των νοσταλγών της γκωλικής εθνοκεντρικής ορθοδοξίας. Απέναντι στους τελευταίους η Πεκρές είναι πολύ καλύτερα τοποθετημένη, παρά τις συστηματικές προσπάθειες που τον τελευταίο χρόνο έχει κάνει ο Γάλλος Πρόεδρος να τους γοητεύσει μη χάνοντας ευκαιρία να μνημονεύσει και να τιμήσει τον ένδοξο στρατηγό και εμπνευστή της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας. Οι αναφορές του Μακρόν στην “Ευρώπη μας” δεν είναι το συγκινητικότερο που επιθυμούν να ακούσουν. 

Το τρίτο και σημαντικότερο πράγμα που έχει αλλάξει είναι η ίδια η εικόνα του Γάλλου Προέδρου. Όσο και αν με τα mea culpa που ομολόγησε περί τα μέσα Δεκεμβρίου απολογούμενος για την στάση του απέναντι σε διαμαρτυρόμενους νέους ανέργους, σε κινητοποιούμενους εργαζόμενους η και σε αγανακτησμένους μικρομεσαίους τύπου ¨κίτρινων γιλέκων”,  η “ρετσινιά ότι υπήρξε  “ο Πρόεδρος των πλουσίων” τον συνοδεύει προστιθέμενη στην εικόνα του αλαζόνα που συχνά έχει δημιουργήσει και ίσως αποδειχθεί μοιραία για την έκβαση του δεύτερου γύρου οπότε οι ψηφοφόροι της αριστεράς θα έχουν βαρύνοντα ρόλο.

Από αυτήν την άποψη η επιθετικότητα της συμπεριφοράς του απέναντι στους ανεμβολίαστους πιθανόν να του κοστίσει πολύ περισσότερο από αυτό που υπολόγιζε όταν την εκδήλωνε. Είναι  χαρακτηριστικό ότι ο διχαστικός εν προκείμενο λόγος του δίχασε και το εκλογικό σώμα.  Όχι όμως με ευνοϊκό προς τον ίδιο τρόπο.

Σύμφωνα με το βαρόμετρο της Opinion Way και της Elabe, που δημοσιεύτηκε στην  Echos της 7ης Ιανουαρίου,  το 57% των ερωτηθέντων δήλωσαν “σοκαρισμένοι” από το “γουστάρω να τους την σπάσω” του Γάλλου Προέδρου. Μόλις το 19% δεν τις βρήκε καθόλου σοκαριστικές από το συνόλου του 37% που απλώς δεν τις βρήκε σοκαριστικές.

Το μεγάλο ρίσκο που πήρε ο Μακρόν με την χάραξη νέων κάθετων διαχωριστικών γραμμών και το άνοιγμα μετώπων εμπεριέχει τον κίνδυνο να βρεθεί ο ίδιος στον δεύτερο γύρο απέναντι σε ένα αντι-Μακρόν μέτωπο. Η νεκροψία της στιγμής πάντως δείχνει ότι το ρίσκο δεν ήταν τόσο καλά υπολογισμένο.