Kreport > Uncategorized > Συνταξιούχοι δύο ταχυτήτων

Συνταξιούχοι δύο ταχυτήτων

Του Βασίλη Ζήρα

Εθιμικώ δικαίω, έλεγε προ ημερών ο υπουργός Εργασίας Κωστής Χατζηδάκης, έχουμε μια νομοθεσία άλφα, αλλά εφαρμόζουμε μια νομοθεσία βήτα, καθώς με εγκυκλίους ακυρώνεται ο νόμος. Πού να ήξερε ότι θα αναγκαζόταν κι ο ίδιος και υφυπουργός του ο Π. Τσακλόγλου να ακυρώσουν εγκύκλιο με … ραδιοφωνική συνέντευξη.

Τον Μάιο του 2016, ψηφίστηκε ο ασφαλιστικός νόμος 4387/2016, που έγινε γνωστός ως νόμος Κατρούγκαλου. Μεταξύ άλλων προέβλεπε ότι η κύρια σύνταξη θα διακρίνεται σε δύο τμήματα: 1. στην ανταποδοτική, δηλαδή στο ποσό που αντιστοιχεί στις ασφαλιστικές εισφορές που κατέβαλε ο συνταξιούχος στον ασφαλιστικό φορέα του. 2. Στην εθνική, ένα ποσό που θα καταβάλλεται από τον κρατικό προϋπολογισμό (τους φορολογούμενους), με στόχο ο συνταξιούχος να μην κινδυνεύει από ακραία φτώχεια, στην περίπτωση που έχει λίγα χρόνια ασφάλισης ή/και έχει καταβάλει χαμηλές εισφορές. Ήταν σωστή η προσέγγιση του νόμου Κατρούγκαλου, καθώς καθιστούσε διακριτό το προνοιακό τμήμα της σύνταξης (που έτσι κι αλλιώς ενυπάρχει στις συντάξεις ασφαλιστικών συστημάτων που δεν είναι πλήρως ανταποδοτικά, όπως το ελληνικό) και έδινε ένα τέλος στην αυταπάτη ότι οι συντάξεις που λαμβάνουμε “είναι λεφτά που έχουμε πληρώσει”. Αυτό ισχύει μόνο για το ανταποδοτικό τμήμα της. Μάλιστα, όσο χαμηλότερες είναι οι συντάξεις, τόσο μεγαλύτερο είναι το προνοιακό τμήμα της και τόσο μεγαλύτερη η αυταπάτη.

Επίσης, ο νόμος Κατρούγκαλου όριζε ρητώς (και ορθώς), πως κάθε συνταξιούχος δικαιούται μόνο μια εθνική σύνταξη, ακόμη κι αν λαμβάνει μία, δύο ή τρεις κύριες συντάξεις. Κι αυτό γιατί στόχος της εθνικής σύνταξης είναι η προστασία από την ακραία φτώχεια. Έτσι, αν κάποιος λαμβάνει δύο κύριες συντάξεις θα παίρνει από τον ασφαλιστικό του φορέα ό,τι του αναλογεί από τις εισφορές του, συν μια εθνική σύνταξη από τους φορολογούμενους, στο πλαίσιο της κοινωνικής αλληλεγγύης που ευτυχώς χαρακτηρίζει -ακόμη- τις ευρωπαϊκές κοινωνίες και την ελληνική.

Παράδειγμα, ένα ζευγάρι συνταξιούχων. Και οι δύο παίρνουν τις συντάξεις τους. Κάποια στιγμή ο ένας εκ των δύο αποβιώνει. Ο νόμος προβλέπει ότι αυτός που έμεινε πίσω συνεχίζει φυσικά να παίρνει τη δική του σύνταξη (και το εθνικό και το ανταποδοτικό τμήμα της) και επιπλέον θα παίρνει ένα μέρος του ανταποδοτικού τμήματος της σύνταξης του αποβιώσαντος συντρόφου του. Όχι όμως το εθνικό τμήμα της, το οποίο όπως είπαμε καταβάλλεται για να αποφύγει ο συνταξιούχος την φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Ο αποβιώσας δεν κινδυνεύει πλέον, αυτά είναι φαινόμενα του μάταιου τούτου κόσμου, κι όχι εκείνου ένθα απέδρα οδύνη, λύπη και στεναγμός.

Ο νόμος Κατρούγκαλου εφαρμόστηκε -γενικώς- με πολύ μεγάλη καθυστέρηση ενώ οι συγκεκριμένες διατάξεις για την εθνική σύνταξη δεν εφαρμόστηκαν ποτέ. Τον Κατρούγκαλο διαδέχθηκε η Αχτσιόγλου, την Αχτσιόγλου διαδέχθηκε ο Βρούτσης, αλλά κανένας δεν εφάρμοσε το νόμο, ως όφειλε, αλλά ούτε και τον άλλαξε. Είπαν, λοιπόν, ο Χατζηδάκης και ο Τσακλόγλου να τον εφαρμόσουν. Κι εξεδόθη η εγκύκλιος για να κοπούν οι δεύτερες εθνικές συντάξεις που καταβάλλονταν κατά παράβαση του νόμου. Υπήρξαν αντιδράσεις, η κυβέρνηση αποφάσισε ότι δεν θέλει να επωμιστεί το πολιτικό κόστος. Δεν έφερε τροπολογία για να αλλάξει το νόμο, απλώς άλλαξε την εγκύκλιο με μια ραδιοφωνική συνέντευξη του υφυπουργού στον Σκάι: οι δεύτερες εθνικές συντάξεις κόβονται μόνο για όσους υποβάλλουν αίτηση συνταξιοδότησης από την 1/1/2022 και μετά.

“Και δεν ξέρω πόσο δίκαιο είναι να υπάρχουν συνταξιούχοι δύο ταχυτήτων. Δηλαδή να υπάρχουν συνταξιούχοι οι οποίοι παίρνουν μια εθνική σύνταξη, όπως προβλέπει ο νόμος, αλλά να υπάρχουν και άλλοι δίπλα, που, λόγω διαφόρων ‘παραθύρων’, να μπορούν να παίρνουν δύο εθνικές συντάξεις”, αναρωτιόταν προ ημέρων ο Κ. Χατζηδάκης. Επειδή έχω τον ίδιο προβληματισμό, θα ήθελα πολύ να μάθω σε ποιον πρέπει να απευθύνω το ερώτημα.