Kreport > Uncategorized > Μελαγχολική επέτειος

Μελαγχολική επέτειος

Του Παύλου Τσίμα

Κάθε μέρα σχεδόν σκοντάφτω πάνω σε μια νέα ανάλυση με εκτιμήσεις και πληροφορίες για το πώς ο Ερντογάν θα αντιδράσει στον κίνδυνο να χάσει τις εκλογές και να πρέπει να παραδώσει την εξουσία. Θα αναβάλει τις εκλογές επ’ αόριστον, θα κηρύξει την χώρα σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης, θα επικαλεστεί την ανάγκη άμυνας απέναντι στην επίθεση των εχθρών του έθνους, που προκαλούν την υποτίμηση της λίρας. Ή θα κάνει εκλογές αφού πρώτα θα έχει θέσει εκτός μάχης ή θα έχει στείλει στην φυλακή τους πιο επικίνδυνους αντιπάλους του και θα έχει οργανώσει μια μεγάλη επιχείρηση νοθείας. Κι αν δεν τα καταφέρει, αν οι εκλογές γίνουν (σχεδόν) κανονικά, η νοθεία ματαιωθεί (όπως στις δημοτικές εκλογές της Κωνσταντινούπολης, όπου χιλιάδες εθελοντές προστάτευαν άγρυπνοι τις κάλπες) και οι εκλογές χαθούν, τότε θα αμφισβητήσει το αποτέλεσμα. Θα βγάλει την δικαιοσύνη στο κλαρί και την αστυνομία στους δρόμους. Ή θα καλέσει τους οπαδούς του να εξεγερθούν και να ακυρώσουν δια της βίας το αποτέλεσμα. Ή…

Τα σενάρια δεν έχουν τέλος. Το μόνο που αποκλείεται, σύμφωνα με την καθημερινή αυτή φιλολογία, είναι μια κανονική αποδοχή της ήττας και ειρηνική παράδοση της εξουσίας. Αντίθετα, καθόλου δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να εξαχθεί μια τέτοια πολιτική κρίση (ή να διευκολυνθεί η πρόκλησή της) μέσω κάποιας τυχοδιωκτικής περιπέτειας εκτός συνόρων. Θα ήταν επαρκής λόγος να διαβάζει κανείς αυτά τα σενάρια με κάποια ανησυχία- ιδίως αν τα διαβάζει στην Αθήνα. Μα δεν είναι ο μόνος λόγος.

Και πώς θα αντιδράσει η Ευρώπη, αν ο εκτροχιασμός της τουρκικής δημοκρατίας γίνει ολοκληρωτικός; αναρωτιούνται πολλοί φίλοι στην Τουρκία. Και, αν η Ευρώπη αρκεστεί, όπως όλοι προεξοφλούν, σε κάποιες αυστηρές ανακοινώσεις με απειλές οικονομικών κυρώσεων, πώς θα αντιδράσει η μόνη χώρα που έχει πραγματική επιρροή και οικονομική και στρατιωτική δύναμη να αντιτάξει, οι ΗΠΑ; Κανείς δεν είναι βέβαιος ότι η Ουάσιγκτον έχει τον τρόπο, διαθέτει τα μέσα να εμποδίσει τον Ερντογάν να φθάσει στα άκρα. Και κανείς δεν θεωρεί βέβαιο ότι θα επιχειρήσει καν να το κάνει, αν υποθέσουμε ότι μπορεί.

Όλοι είναι περισσότερο απαισιόδοξοι αυτές τις ημέρες, που τις σημαδεύει η επέτειος της εισβολής στο Καπιτώλιο και της απόπειρας των οπαδών του Τραμπ να ακυρώσουν δια της βίας το αποτέλεσμα των εκλογών. Κι ακόμη περισσότερο απαισιόδοξοι καθώς οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι, ένα χρόνο αργότερα, η υγεία της αμερικανικής Δημοκρατίας παραμένει το ίδιο επισφαλής. Ένα 57% των Αμερικανών πιστεύουν ότι αυτό που συνέβη στις 6 Ιανουαρίου του 2021, η βίαιη αμφισβήτηση της λειτουργίας των θεσμών, θα επαναληφθεί οπωσδήποτε τα επόμενα χρόνια. Μόλις το 55% των Αμερικανών πιστεύουν ότι η εκλογή Μπάιντεν ήταν νόμιμη και η μεγάλη πλειοψηφία των ρεπουμπλικάνων ψηφοφόρων, έξι στους δέκα, εξακολουθούν να πιστεύουν ότι ο αληθινός νικητής των εκλογών ήταν ο δικός τους εκλεκτός. Ακόμη χειρότερα: μερικές δεκάδες εκατομμύρια Αμερικανών θεωρούν ότι η χρήση βίας εναντίον των πολιτικών αντιπάλων είναι, εν μέρει έστω, δικαιολογημένη. Και σε μια μέτρηση των Los Angeles Times, 65 εκατομμύρια Αμερικανοί πιστεύουν ότι νόμιμος Πρόεδρος των ΗΠΑ είναι ο Τραμπ, κι από αυτούς περίπου 20 εκατομμύρια πιστεύουν ότι θα ήταν δικαιολογημένη η χρήση βίας, προκειμένου να επιστρέψει στον Λευκό Οίκο.

Όλα αυτά μοιάζουν πολύ πιο δραματικά, όταν μεταφράζονται στα τουρκικά. «Μια χώρα, στην δίνη τέτοιας υπαρξιακής κρίσης, δικαιούται να κουνά τον δάχτυλο στους άλλους; και πόση όρεξη μπορεί να έχει αυτή η Αμερική να υπερασπιστεί την Δημοκρατία μακριά από τα σύνορά της;», αναρωτιούνται Τούρκοι φίλοι. «Κι αν κάποτε η επίθεση Ερντογάν εναντίον της Δημοκρατίας έμοιαζε ακραία και εξωτικά ανατολίτικη, μήπως τώρα, μετά την 6η Ιανουαρίου, μοιάζει σχεδόν φυσιολογική «δυτική» συμπεριφορά;» Το έγραφε και ο Frances Fukuyama, σ’ ένα πρόσφατο άρθρο του στους Τάιμς της Νέας Υόρκης. Η Αμερική διαθέτει ακόμη μεγάλη οικονομική και στρατιωτική ισχύ. Αλλά τι αξία έχει αν «οι ίδιοι οι Αμερικανοί έχουν πάψει να πιστεύουν σε μια ανοιχτή, ανεκτική και φιλελεύθερη κοινωνία»; Αν έχει χαθεί η συναίνεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ, ως προς τον διεθνή τους ρόλο; «Αν θέματα όπως ο εμβολιασμός ή η χρήση μάσκας πολιτικοποιούνται και διχάζουν, πώς θα γίνει δεκτή μια μελλοντική απόφαση να δοθεί- ή να μην δοθεί- στρατιωτική υποστήριξη στην Ουκρανία ή την Ταιβάν;» Πολύ περισσότερο, προσθέτω εγώ, να υποστηριχθεί εμπράκτως η δημοκρατία στην Τουρκία.

Η κρίση της αμερικανικής δημοκρατίας, η βαθιά διαίρεση της αμερικανικής κοινωνίας, η διαιώνιση της απειλής Τραμπ, είναι παράγοντες που αλλάζουν προφανώς ό,τι ως τώρα θεωρούσαμε δεδομένο στις ισορροπίες του κόσμου. Αλλάζουν, όμως, σίγουρα και ό,τι θεωρούσαμε ως τώρα δεδομένο, κεκτημένο, στην λειτουργία της δημοκρατίας, ακόμη και στην πιο εύφορη για την δημοκρατία περιοχή του κόσμου, την Ευρώπη. Ο παροξυσμός του κοινωνικού διχασμού και της πολιτικής πόλωσης, που συστέλλει μέχρις εξαφάνισης τις ζώνες της, αναγκαίας για την λειτουργία της δημοκρατίας, συναίνεσης, δεν έχει την ίδια ένταση εκτός αμερικανικών συνόρων. Μα οι αιτίες που γεννούν την αμερικανική ασθένεια, είναι παντού παρούσες. Η αβυσσαλέα διεύρυνση των ανισοτήτων, ο βαθύς κοινωνικός και πολιτιστικός διχασμός και προπάντων αυτή η πρωτοφανής απώλεια της δυνατότητας να επικοινωνούν καν οι αντίπαλοι πόλοι του διχασμού, στον καιρό των social media, αφού δεν μιλούν πια κοινή γλώσσα. Μας χώριζαν πάντοτε διαφορές στις ιδέες, τις αντιλήψεις ή τις αξίες, που αποδεχόμαστε. Τώρα μας χωρίζει μια διαφορετική πρόσληψη της πραγματικότητας. Σαν να ζούμε σε διαφορετικά, μη επικοινωνούντα σύμπαντα. Σ ένα όσοι πιστεύουν, για παράδειγμα, ότι ο Τραμπ κέρδισε τις εκλογές και σ’ένα άλλο όσοι ξέρουν ότι τις έχασε.