Kreport > Uncategorized > Γαλλικές προεδρικές εκλογές (ΙV): H αναμέτρηση των αφηγημάτων

Γαλλικές προεδρικές εκλογές (ΙV): H αναμέτρηση των αφηγημάτων

Του Γιώργου Σεφερτζή

Η έκπληξη Πεκρές και το εκλογικό ερώτημα διακύβευμα : Με την Βαλερί Πεκρές να αιφνιδιάζει στις 7 του απελθόντος Δεκεμβρίου τους πάντες επικρατώντας στις προκριματικές εκλογές του Ρεπουμπλικανικού  κόμματος έναντι όλων των βαρόνων της γαλλικής κεντροδεξιάς και κερδίζοντας το χρίσμα του υποψηφίου Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας στις εκλογές του προσεχούς Απριλίου, τα σενάρια με τα οποία ο Πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν, αν και δεν το ανακοίνωνε επισήμως, προετοίμαζε την στρατηγική του για την ανανέωση της θητείας του ανατράπηκαν.

Καταλαβαίνοντας ότι η απρόσμενη ανάδειξη της Πεκρές σε διεκδικητή του προεδρικού θρόνου θα μπορούσε να σταθεί το μεγαλύτερο εμπόδιο στην προσπάθειά του να τον διατηρήσει ο ίδιος αντέδρασε ακαριαία αποφασίζοντας ξαφνικά να δώσει στις 15 του ίδιου μήνα αποκλειστική συνέντευξη στην TF1 και την LCI, τα δυο μεγαλύτερα ενημερωτικά κανάλια της γαλλικής τηλεόρασης.

Επέλεξε να δώσει μέσα από αυτήν την δική του απάντηση στο ερώτημα “πού πάει η Γαλλία”. Ήταν ούτως ή άλλως το ερώτημα που είχε αρχίσει να τίθεται  από παντού ως το κρισιμότερο διακύβευμα των επικείμενων προεδρικών εκλογών.

Οι απαντήσεις της Ακροδεξιάς : Το είχε θέσει πρώτος από το περασμένο καλοκαίρι ο παγκοσμίως πια διάσημος αρθρογράφος Ερίκ Ζεμμούρ διαπιστώνοντας, χωρίς να υπερβάλει ιδιαίτερα, ότι  η Γαλλία βρισκόταν πλέον στα πρόθυρα ενός οιωνοί εμφυλίου πολέμου. Αιτία του η κατά τον Ζεμμούρ προϊούσα οικονομική παρακμή της και η εντεινόμενη απειλή ισλαμοποίησης της κοινωνίας της, αντικατάστασης του πληθυσμού της από τους αλλογενείς μουσουλμάνους και αλλοίωσης των χαρακτηριστικών  της εθνικής και πολιτισμικής ταυτότητάς της από τον κοσμοπολιτισμό των ευρωπαϊκών ελίτ και την αμερικάνικης προέλευσης μανία που έχει καταλάβει την δυτική διανόηση με τις μετα-αποικιακές αναθεωρητικές θεωρίες της ιστορίας της. 

Το σήμα συναγερμού που εξέπεμπε ο Ζεμμούρ στην πραγματικότητα δεν ξένιζε καθόλου τα ευρύτερα εκλογικά ακροατήρια. Η αίσθηση ότι κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά με την Γαλλία ήταν πολύ γενικότερη. Εξού άλλωστε και τα χαρακτηριστικά διαβήματα που έκαναν πρώην και νυν στρατηγοί και σοβαροί εν ενεργεία ή αποστρατεία ευρισκόμενοι ανώτατοι αξιωματικοί με πρωτοφανείς για τα γαλλικά χρονικά και τα δημόσια ήθη παρεμβάσεις στην πολιτική ζωή με ανοιχτές επιστολές και διακηρύξεις που, από την περασμένη άνοιξη, έβλεπαν το φως της δημοσιότητας κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για τα σημάδια αποσάθρωσης που εμφανίζονταν στον ορίζοντα μια ανάστατης χώρας.

Δεν ήταν μόνον τα κίτρινα γιλέκα που την αναστάτωναν. Ήταν και οι αλλεπάλληλες απεργιακές κινητοποιήσεις, οι εβδομαδιαίες διαδηλώσεις και, οι κινητοποιήσεις που επανατροφοδοτούσαν καθημερινά τις  πολλαπλές ανησυχίες των πολυπληθών επισφαλών μεσοστρωμάτων στα οποία ο Ζεμμούρ απευθυνόταν συστηματικά. Ήταν αυτά που ανέβαζαν στα ύψη την τηλεθέαση των τηλεοπτικών εκπομπών του, την αναγνωσιμότητα των κειμένων που δημοσίευε στην Figaro, την επισκεψιμότητα που είχαν οι αναρτήσεις του στο διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Μπορεί ο Ζεμμούρ οργανώνοντας από το περασμένο φθινόπωρο αλλεπάλληλες μαζικές παρουσιάσεις του τελευταίου βιβλίου που είχε γράψει υπό τον εύγλωττο τίτλο «Η Γαλλία δεν έχει πει ακόμα την τελευταία (της) λέξη» να προετοίμαζε το έδαφος για την επίσημη εξαγγελία της υποψηφιότητας του στις προεδρικές εκλογές. Το έδαφος, όμως, αυτό αναμφισβήτητα προϋπήρχε και είχε γίνει πρόσφορο από τότε κυρίως που έγινε ευπώλητη «Η Γαλλική Αυτοκτονία» που είχε γράψει το 2014.

Το ερώτημα «πού πάει η Γαλλία» ήταν για τον Ζεμμούρ η γενεσιουργός αιτία των φιλοδοξιών που έτρεφε επιδιώκοντας να τοποθετηθεί στην προεκλογική κούρσα ως ο αυθεντικότερος εκφραστής          της πολιτικής κληρονομιάς του Στρατηγού Ντε Γκωλ με στόχο πρώτης φάσης να δυσκολέψει και εν τελεί να εκτοπίσει από την θέση που κατείχε στην εκλογική κούρσα η  Μαρίν Λε Πεν, η εθνολαϊκίστρια φιναλίστ των προηγούμενων προεδρικών εκλογών και ηγέτης της γαλλικής ξενοφοβικής ακροδεξιάς.

Άλλωστε με τον τρόπο της και η τελευταία το ίδιο ερώτημα είχε θέσει όταν, παραιτούμενη, μέχρι νεοτέρας, από την αρχηγία του κόμματος της Εθνικής Συσπείρωσης, εξήγγειλε στις αρχές του περασμένου  Σεπτεμβρίου την υποψηφιότητά της για το αξίωμα του Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας. Ήταν όπως είπε το χρέος που είχε να δώσει το παρόν σε μια αναμέτρηση που αυτή την φορά θα είναι μια «σύγκρουση πολιτισμών». Σε αυτήν άλλωστε την αναμέτρηση κάλεσε  τους Γάλλους «πατριώτες» να συσπειρωθούν στο πλευρό της και να δώσουν μαζί της την μάχη της υπεράσπισης της ταυτότητας, των αξιών και της κυριαρχίας του Έθνους τους απέναντι σε αυτούς που επιβουλεύονται ή υπονομεύουν τα συμφέροντα, την ανεξαρτησία και τις ελευθερίες του.

Απλώς η Λε Πεν είχε έναντι του Ζεμμούρ το πλεονέκτημα να έχει ριζώσει προ πολλού στις λαϊκές συνοικίες και να έχει  κερδίσει τις προτιμήσεις της  άλλοτε φιλοκομμουνιστικής και πολυάριθμης εργατικής τάξης, ενώ ο Ζεμμούρ επένδυε περισσότερο στην διαθεσιμότητα και την ανήσυχη κινητικότητα των ευάριθμων μεσοστρωμάτων. Κυρίως αυτών που έβλεπαν στην αποβιομηχάνιση και την μείωση της ανταγωνιστικότητας της γαλλικής οικονομίας τα αίτια της παρακμής που ένιωθαν να απειλεί την κοινωνική τους θέση και την εθνική τους υπόσταση.

Η αχαρτογράφητη terra nova της Αριστεράς : Από την πλευρά της η Αριστερά είχε μια ιστορική ευκαιρία να ανακάμψει προεκλογικά. Διατηρούσε σχεδόν άθικτες τις ζωντανές προσβάσεις που είχε στις τοπικές κοινωνίες της περιφέρειας. Και επιπλέον είχε την παράδοξη τύχη η εξάπλωση της πανδημίας να επαναφέρει στο επίκεντρο των δημοσίων συζητήσεων τα μεγάλα και θεμελιώδη ζητήματα της συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους, της έκρηξης των εισοδηματικών ανισοτήτων, της μείωσης της κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης, της κριτικής των δογμάτων του νεο-φιλελευθερισμού, της φτωχοποίησης της μεσαίας τάξης και της απίσχνασης της αγοραστικής δύναμης των λαϊκών νοικοκυριών και των εργατικών στρωμάτων), που ανέκαθεν συμπεριλαμβάνονταν στην εκλογική, και όχι μόνον ατζέντα της.

Είχε, ωστόσο, χάσει πια τα κοινωνικά της ερείσματα και την πολιτική εμπιστοσύνη χάρις στην οποία βρέθηκε να κυβερνά ή να συγκυβερνά την Γαλλία τα δεκατέσσερα χρόνια του Μιττεράν  και τα πέντε επιπλέον του Ολάντ.

Ήταν πια σαν να μην μπορούσε καν να αντιληφθεί τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που συντελούνταν γύρω της, σαν να μην είχε τίποτα πια να πει γι’ αυτές, σαν να μην υπήρχε πια κανένας εκπροσωπήσει.

Έθετε, βέβαια και αυτή το ερώτημα «πού πάει η Γαλλία» . Αλλά εννοούσε κυρίως «που πάει η Γαλλία χωρίς την Αριστερά». Δυσκολευόταν όμως και πάλι να απαντήσει αφού δεν διέθετε πια ούτε τους ηγέτες που συνέπαιρναν κάποτε τα μεγάλα της πλήθη, ούτε αυτούς που θα μπορούσαν να εξάψουν τα πάλαι ποτέ μεγάλα της πάθη της.

Δεν μπορούσε καν να βρει εκείνους που θα ένωναν τις κατακερματισμένες δυνάμεις της υπό μια κοινή, έστω και προσωρινή, στέγη ενόψει των προεδρικών εκλογών.

Το χειρότερο από όλα ήταν ότι είχε χάσει παρά πολύ χρόνο περιπλανώμενη επί δέκα χρόνια σε αυτήν  την Terra Nova που ανακάλυψε το ομώνυμο think tank κυκλοφορώντας ένα  εσωτερικό  σημείωμα στο οποίο οι επιτελείς του έβγαζαν το συμπέρασμα ότι η Αριστερά θα έπρεπε εφεξής να βάλει πλώρη προς την κατάκτηση του νέου εκλογικού σώματος που είχε εν τω μεταξύ σχηματισθεί με την συμμετοχή των νεότερων γενεών, την δράση των γυναικείων οργανώσεων, την αύξηση των ποσοστών των διπλωματούχων αποφοίτων καλών πανεπιστημίων, την ανάδειξη νέου τύπου κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων, την εμφάνιση πολυάριθμων μειονοτικών κινημάτων. Τέρμα ο βασιζόμενος στους χειρώνακτες εργάτες ιστορικός συνασπισμός. Ζήτω «η Γαλλία του αύριο» που αναδείκνυαν τα ρεύματα του πολιτισμικού φιλελευθερισμού.

Με αυτά τα συνθήματα πράγματι το Σοσιαλιστικό Κόμμα θα αποκήρυσσε την εργατική τάξη. Θα έκοβε τους δεσμούς που την συνέδεαν παραδοσιακά και με το ίδιο το κόμμα και τα συνδικάτα του και με το για ένα μεγάλο διάστημα σύμμαχό του Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας και τα συνδικάτα του. Κάπως έτσι, άλλωστε, θα στρωνόταν και ο δρόμος για την επέλαση της «Πορευόμενης Δημοκρατίας» του Εμμανουέλ Μακρόν.

Πλησιάζοντας, βέβαια, προς την αφετηρία των εκατό τελευταίων ημερών προ του ανοίγματος της κάλπης των προεδρικών εκλογών, οι σημερινοί αξιωματούχοι της σοσιαλιστικής Αριστεράς θα έπαιρναν τις αποστάσεις τους από την στρατηγική της Terra Nova. Άλλωστε ο ίδιος ο σημερινός διευθυντής του think tank, o πολιτειολόγος Τιερύ Πες, αναγνωρίζει ότι θα ήταν εντελώς άστοχο να εμφανιστεί παραμονές εκλογών το Σοσιαλιστικό Κόμμα  με γυρισμένη την πλάτη στα κρίσιμα λαϊκά τμήματα του εκλογικού σώματος διατεινόμενο ότι όσοι δεν διαπνέονται από το πνεύμα της “Γαλλίας του αύριο” είναι καταδικασμένοι να μπουν στα χρονοντούλαπα της Ιστορίας.

Πριν από αυτόν ο Ολιβιέ Φωρ, ο σημερινός Γενικός Γραμματέας του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Γαλλίας, είχε τονίσει στα καλοκαιρινά κομματικά σεμινάρια ότι δεν επρόκειτο εκείνο το καταστροφικό σημείωμα της Terra Nova να συνεχίσει να κατατρέχει την μοίρα του κόμματός του. Ότι δεν επρόκειτο, με άλλα λόγια, να ξανακάνει το λάθος της εγκατάλειψης των λαϊκών στρωμάτων για να κυνηγήσει τις σκιές των μειονοτικών ομάδων και των δικαιωματιστικών κινημάτων.

Εξάλλου από τον περσινό χειμώνα ο Μπερνάρ Καζενέβ, ο πρώην πρωθυπουργό του Ολάντ, καυτηρίαζε σε παρεμβάσεις του τις στρατηγικές συστάσεις της Terra Nova λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «ένα πολιτικό κόμμα δε μπορεί να απευθύνεται σε ιδιαίτερες υποδιαιρέσεις της κοινωνίας γιατί οφείλει να μιλά με την ολότητα του Έθνους». Και συνέχιζε ο παραλίγο υποψήφιος των Σοσιαλιστών στις προεδρικές εκλογές Καζενέβ λέγοντας ότι «τρέχουμε απελπισμένα πίσω από μειονότητες σαν να επρόκειτο για (νέες) πελατείες, ψάχνοντας πάση θυσία πώς θα τις γοητεύσουμε αποσπώντας πρόσκαιρα εκλογικά οφέλη … Για εμένα μόνον οι πεποιθήσεις είναι αυτές που επιτρέπουν στην πολιτική να αγκυρώνεται στην μακρά διάρκεια, ενώ οι επιθέσεις γοητείας είναι πάντα απατηλές».

Αρνο Μοντμπούρ v/s Aν Ινταλγκό :  Κατόπιν αυτών από τους σοσιαλιστές, που εν τω μεταξύ πάτωναν στις δημοσκοπήσεις, εμφανίστηκαν δυο υποψήφιοι στις προεδρικές εκλογές.

Πρώτος θα ήταν ο Αρνό Μοντμπούρ, ο πρώην Υπουργός Οικονομίας των κυβερνήσεων του Ολάντ και ο κατεξοχήν ιδεολογικός αντίπαλος του Στρος Καν, του γνωστού πρώην Διευθυντή του IMF. Πριν από την αυτοκαταστροφική εμπλοκή του στο σκάνδαλο με την απόπειρα βιασμού της καμαριέρας του ξενοδοχείου όπου διέμενε στην Νέα Υόρκη και την θεαματική σύλληψή του από το FBI, o Στρος Καν ηγείτο του πλειοψηφικότερου ρεύματος εντός του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος και προαλειφόταν να γίνει ο αντικαταστάτης του Φρανσουά Ολάντ συγκεντρώνοντας πολλές πιθανότητες να εξασφαλίσει την παραμονή των σοσιαλιστών στην εξουσία. Ήταν η αντιπροσωπευτικότερη περίπτωση σοσιαλιστή πολιτικού που ασπαζόταν τις απόψεις της Terra Nova. Σε αυτές ο Μοντμπούρ είχε εξαρχής εναντιωθεί τοποθετούμενος στον αντίποδα τους. Ανήκοντας, ωστόσο, σε μειοψηφική τάση, δεν θα μπορούσε να αποσπάσει το κομματικό χρίσμα κατερχόμενος στις προεδρικές εκλογές του 2022 ως ο επίσημος υποψήφιος Πρόεδρος των σοσιαλιστών.

Το χρίσμα αυτό διεκδίκησε και κέρδισε ελλείψει αντιπάλου η Αν Ινταλγκό. Η ισπανικής καταγωγής Δήμαρχος του Παρισιού που στις περσινές δημοτικές εκλογές είχε πετύχει να επανεκλεγεί αποδεικνύοντας ότι οι σοσιαλιστές διατηρούσαν, σε πείσμα των μετά-Ολάντ περιπετειών τους, δυνάμεις που τους κρατούσαν στην επιφάνεια της πολιτικής ζωής. Και η Αν Ινταλγκό, ωστόσο,   ουδέποτε συμμερίστηκε τις στρατηγικές εισηγήσεις που σύστηναν στους σοσιαλιστές να εγκαταλείψουν τα μεσαία και λαϊκά στρώματα για να συμμαχήσουν με την δυναμική, φιλελεύθερη και αισιόδοξη αστική τάξη.

Έτσι ο Μοντεμπούρ με ένα πιο εθνοκεντρικό και γιακωβίνικο αφήγημα για το μέλλον της Γαλλίας και η Ινταλγκό με ένα δικό της πιο κοσμοπολίτικο και σοσιαλδημοκρατικό αφήγημα περί ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους, καταπολέμησης της φτώχειας και αύξησης της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών θα ήταν οι δυο σοσιαλιστές που βάζουν και σε αυτές τις προεδρικές εκλογές ένα στοίχημα που μοιάζει  αδύνατον να κερδίσουν: να λύσουν, δηλαδή, μέσα στις υπολειπόμενες εκατό προεκλογικές ημέρες, έστω και μερικώς, ένα μεγάλο στρατηγικό πρόβλημα που εδώ και τριάντα χρόνια ταλανίζει την πάλαι ποτέ κραταιά και νυν καταποντιζόμενη παράταξή τους. Το πρόβλημα, δηλαδή, που έχει δημιουργηθεί με την δημογραφική συρρίκνωση και την πολιτική συντηρητικοποίηση της εργατικής τάξης.

Η μοναξιά των κομμουνιστών και η υπεροχή των νεο-κομμουνιστών : Οι μόνοι που είχαν μείνει να πιστεύουν ότι το πρόβλημα αυτό δεν υφίσταται ήταν οι ορθόδοξοι κομμουνιστές των οποίων η άποψη εξακολουθούσε να είναι ότι «αν η Αριστερά ήθελε να επιστρέψει στις εκλογικές νίκες θα έπρεπε να ξανακερδίσει τους εργάτες, τους υπαλλήλους και τον κόσμο της εργασίας».

Αποφάσισαν, λοιπόν, να κατέβουν μόνοι τους στις προεδρικές εκλογές με υποψήφιο τον Γενικό Γραμματέα της Εθνικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Φαμπιέν Ρουσέλ προσδοκώντας ότι η κλασική μαρξιστική θεωρία περί της πάλης των τάξεων και των δυνάμει επαναστατικών μαζών θα μπορούσε να τεθεί και πάλι σε ισχύ επιτρέποντας τους να καταγράψουν καλύτερες εκλογικές επιδόσεις.

Πλην όμως στην πορεία προς τις κάλπες οι κομμουνιστές δεν θα έχουν να λύσουν μόνον το κοινό με τους σοσιαλιστές πρόβλημα της αλλαγής στη σύνθεση και την συμπεριφορά των κοινωνικών τάξεων. Θα έχουν επιπλέον να λύσουν και το διπλό πρόβλημα που συνιστά για αυτούς η στροφή της εργατικής βάσης – του κάποτε σκληρού εκλογικού τους πυρήνα – στην δεξιά της δεξιάς Μαρίν Λεπέν και η επικράτηση στον δικό τους χώρο της ακρότερης  Αριστεράς των νεο-κομμουνιστών της «Ανυπόταχτης Γαλλίας» και του Ζαν-Λυκ Μελανσόν. 

Στις προηγούμενες προεδρικές εκλογές ο τελευταίος τερμάτισε στον πρώτο γύρο τέταρτος με 19,58% απορροφώντας σχεδόν το σύνολο της γαλλικής ριζοσπαστικής α λα ΣΥΡΙΖΑ Αριστεράς.  Άφησε στην υπόλοιπη Αριστερά, των τροτσκιστών συμπεριλαμβανομένων, ένα μέγιστο περιθώριο ανάπτυξης μικρότερο του 8%.

Έκτοτε τα ποσοστά του Μελανσόν κατρακυλούν μειώνοντας την εκλογική του επιρροή κατά 50%.  Σήμερα παραμένουν καθηλωμένα γύρω στο 10% όντας, βέβαια, πάντα ένα ποσοστό μακράν υψηλότερα του Κομμουνιστικού Κόμματος, που αρνήθηκε να συμπράξει με την «Ανυπόταχτη Γαλλία». Όποιες, λοιπόν, και αν είναι οι ανακατατάξεις που ενδέχεται να σημειωθούν στους κόλπους της Αριστεράς, κανένα από τα αφηγήματα που προσφέρουν οι συνιστώσες δυνάμεις της δεν φαίνεται να έχει την ζήτηση που θα τους επιτρέψει να αποχαρακτηρίσουν την περιθωριακή σημασία που έχουν  για την έκβαση του εκλογικού ανταγωνισμού. Πλην τριών περιπτώσεων.

Οι τρεις περιπτώσεις μετατροπής της Αριστεράς σε ρυθμιστικό παράγοντα : Η πρώτη είναι η περίπτωση της ανόδου του υπό τον Γιανίκ Ζαντό  κόμματος της πολιτικής οικολογίας. Το γεμάτο πάθος αφήγημά του για μια πράσινη Γαλλία που θα δίνει ανά το παγκόσμιο, όπως λένε και οι Κύπριοι, το παράδειγμα της ταυτόχρονης καταπολέμησης και των κοινωνικών ανισοτήτων και της κλιματικής κρίσης, έχει το αναμφισβήτητο πλεονέκτημα ότι στέλνει μηνύματα που είναι και πλανητικά και άκρως επίκαιρα.

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ο Ζαντό με το σύνθημα «τίποτα δεν είναι αδύνατο» έχει κερδίσει στις δημοσκοπήσεις μια θέση που τον καθιστά ευθέως ανταγωνιστικό του Μελανσόν. Δεν παύει, ωστόσο, να μην είναι καθόλου εύκολο για αυτόν να πείσει και την πολυκερματισμένη αριστερά να ενωθεί υπό την ηγεσία του και την περήφανη για την γαλλική πυρηνική ενέργεια κοινή γνώμη να τον ακολουθήσει σε μια περίοδο που η εναντίωσή του στο πυρηνικό πρόγραμμα του Μακρόν έρχεται σε σύγκρουση με τις αυξημένες ανάγκες που δημιουργεί η  ενεργειακή κρίση.

Η δεύτερη είναι ακριβώς η περίπτωση κατά την οποία η πολυπόθητη ενότητα της Αριστεράς εξασφαλιστεί από την Κριστιάν Τομπιρά, την υπερδραστήρια και δημοφιλή έγχρωμη πρώην Υπουργό Δικαιοσύνης του Φρανσουά Ολάντ, η οποία τελευταία φλερτάρει με την συζητούμενη ιδέα να εκλεγεί κοινή υποψήφια Πρόεδρος της Αριστεράς εφόσον όλες οι συνιστώσες δυνάμεις της, των οικολόγων συμπεριλαμβανομένων, συμφωνήσουν στην διεξαγωγή προκριματικών εκλογών «λαϊκής ενότητας» με την ίδια να διεκδικεί το χρίσμα μεταξύ τυχόν άλλων ενδιαφερομένων. Προς το παρόν, όμως, πλην της ίδιας, κανένας άλλος δεν δείχνει πραγματικά διατεθειμένος να συναινέσει σε μια τέτοια διαδικασία.

Η τρίτη περίπτωση είναι αυτή που συνιστά  ταυτόχρονα τον μεγάλο άγνωστο στην εξίσωση του δεύτερου γύρου των προεδρικών εκλογών. Πρόκειται για στην συμπεριφορά των δυο πιο κρίσιμων μεγεθών της εκλογικού ανταγωνισμού.

Το πρώτο είναι το ύψος που θα πάρει η αποχή. Το δεύτερο είναι η αποφάσεις που θα πάρουν την τελευταία στιγμή οι ψηφοφόροι των υποψηφίων που θα μείνουν εκτός τελικής αναμέτρησης. Είναι εκεί που δεν αποκλείεται καθόλου να συνεχιστούν οι μεγάλες εκπλήξεις που μέχρι στιγμής έχουν σημαδέψει όλη την προεκλογική περίοδο. Αρχής γενομένης από την τελευταία έκπληξη που έκανε με την εσωκομματική της νίκη η Βαλερί Πεκρές.

Το γάντι της Πεκρές και το αναπάντητο ερώτημα Μακρόν: Στα χνάρια του νεοφιλελεύθερου πρώην πρωθυπουργού του Σαρκοζί και πρωταγωνιστή της μάχης των προεδρικών του 2017 Φρανσουά Φιγιόν, η Πεκρές προβάλει και πάλι με έμφαση το νεο-φιλελεύθερο αφήγημα που παρ’ ολίγον να οδηγήσει τον τότε υποψήφιο της κεντροδεξιάς στο Προεδρικό Μέγαρο των Ηλυσίων.

Ελπίζει πιθανότατα και ίσως όχι αυθαίρετα ότι θα μπορούσε να ανακτήσει ανάλογη με εκείνου δυναμική υπό τις πολύ διαφορετικές, όμως,  συνθήκες των επικείμενων πια φετινών προεδρικών εκλογών, που όσο περνάει ο καιρός τόσο λιγότερο φαίνεται να μπορούν να συγκριθούν με οποιαδήποτε από τις προηγούμενες.

Το καινούριο στην περίπτωση Πεκρές είναι ότι ενώ δεσμεύεται για εξοικονόμηση δαπανών που θα προκύψει από την κατάργηση  200000 θέσεων δημοσίων υπαλλήλων, ταυτόχρονα υιοθετεί εν πολλοίς την σκληρή γλώσσα της ακρότερης κρατικιστικής δεξιάς στα καυτά ζητήματα του μεταναστευτικού, του ισλαμικού ριζοσπαστισμού και της εσωτερικής ασφάλειας.

Το κάνει προφανώς για να καλύψει τα νώτα της από τις προς τα δεξιότερα διαρροές της δικής της εκλογικής βάσης. Πράγμα, όμως, που δεν αυξάνει αυτομάτως την αξιοπιστία που θα πρέπει να χαρακτηρίζει την υποψηφιότητά της αν θέλει να την κάνει ανταγωνιστική του σημερινού Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας.

Πάντως μέσα σε μια εβδομάδα από την επικράτησή της στις προκριματικές εκλογές των Ρεπουμπλικανών, η Πεκρές είχε καταφέρει να πάρει το προβάδισμα από την Μαρίν Λε Πεν και να πλησιάζει τον Μακρόν σε σχετικά μεγάλη μεν απόσταση αλλά όχι τόση ώστε να αποκλείεται ενδεχόμενη ανατροπή. Ιδιαίτερα σε περίπτωση που τελικά η Πεκρές αναδειχθεί σε αντίπαλό του και στο δεύτερο γύρο.

Μέχρι τότε πάντως η αιχμή του δόρατος της κριτικής της θα στρέφεται στο ανεκπλήρωτο των επαγγελιών του σημερινού Προέδρου για την επανίδρυση του κράτους και τη  μεταρρύθμιση κυρίως του ασφαλιστικού συστήματος της χώρας.

Κατά τα άλλα η επικοινωνιακή στρατηγική της φαίνεται να επιλέγει ως κεντρικό μήνυμα ενός   αφηγήματος για μια Γαλλία που ξεφεύγει από την αναβλητικότητα και την ακινησία της «Μακρονίας» για να εφορμήσει στο μέλλον υπό την ηγεσία ενός, δηλαδή μιας, Προέδρου που δεν αρκείται να αρέσει, όπως η ίδια ισχυρίζεται ότι κάνει ο σημερινός Πρόεδρος,  αλλά έχει και την ικανότητα να κάνει (πράγματα) και να παράγει αποτελέσματα. 

Ο Μακρόν σήκωσε το γάντι που του έριξε η Πεκρές αποφασίζοντας να απαντήσει στην πρόκληση με την τηλεοπτική συνέντευξη που, αναφέρθηκε στην αρχή του παρόντος σημειώματος.  

Προφανής σκοπός του ήταν το θέμα της, που ανακοινώθηκε ότι θα ήταν η απάντηση στο ερώτημα «πού πάει η Γαλλία», να αποτελέσει και το θέμα των συζητήσεων που οι Γάλλοι θα είχαν γύρω από το καθιερωμένο οικογενειακό τραπέζι των Χριστουγέννων. 

Στην συνέντευξη, που μεταδόθηκε μαγνητοσκοπημένη, ο Μακρόν πρόβαλε, ως ήταν το αναμενόμενο, τις θετικές όψεις του απολογισμού της θητείας του και επανέλαβε τις εξαγγελίες του για νέες επενδύσεις δισεκατομμυρίων στους πάσχοντες τομείς του Κράτους-Πρόνοιας. Ταυτόχρονα, πράγμα που ήταν λιγότερο αναμενόμενο, διατύπωσε ένα mea culpa για όλες τις κακές στιγμές της προεδρίας του και της διακυβέρνησής προς εκτόνωση του βεβαρυνόμενου κοινωνικού κλίματος.  

Παραδόξως, όμως, προτίμησε να επανασυστηθεί στον λαό του μιλώντας για τον εαυτό του, με πειστική, είναι αλήθεια, ειλικρίνεια, παρά να μείνει εντός του προαναγγελθέντος θέματος και  να απαντήσει στο ερώτημα για «πού πάει η Γαλλία». Για κακή του μάλιστα τύχη η  τηλεθέαση ήταν σχετικά χαμηλή και ήταν η επέλαση της παραλλαγής Όμικρον που κυριάρχησε στις χριστουγεννιάτικες οικογενειακές συζητήσεις. Μπορεί με την ατζέντα που έθεσε αναγνωρίζοντας τα λάθη του και διαβεβαιώνοντας ότι οι προσδοκίες που είχαν οι συμπατριώτες του από την προεδρική του θητεία να εκπληρωθούν στο ακέραιο, να ήθελε να κάνει ένα έμμεσο κάλεσμα να συνεχίσουν οι ψηφοφόροι του να προσβλέπουν στο πρόσωπό του για την ευόδωση των προσδοκιών του. Από την στιγμή, όμως,  που ο ίδιος απέφυγε για μια ακόμη φορά να ξεκαθαρίσει ευθέως αν θα είναι υποψήφιος για την επανεκλογή του, η συνέντευξη της 15ης Δεκεμβρίου κατά τα άλλα υπήρξε μάλλον αδιάφορη.

Στο προχθεσινό πρωτοχρονιάτικο ευχετήριο μήνυμά του ο Μακρόν επανήλθε μιλώντας αυτή την φορά με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και υπό την τριπλή ιδιότητά του Αρχηγού του Κράτους, του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του επιτυχημένου Διαχειριστή της πανδημίας.  Ανέλυσε τα κυβερνητικά σχέδια για την αντιμετώπιση του νέου κύματος της παραλλαγής Όμικρον.  Αναφέρθηκε και πάλι στην πρόοδο που έχει επιτευχθεί για την καταπολέμηση της ανεργίας, την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και τον επαναπατρισμό των γαλλικών βιομηχανιών, κυρίως από την Άπω Ανατολή. Επέμεινε, ωστόσο, περισσότερο στην συμβολή της Γαλλικής Προεδρίας στην «ιστορική στροφή» που οφείλει να κάνει «η Ευρώπη μας», όπως είπε, για να ανακτήσει την  στρατηγική της αυτονομία.

Αυτό όμως είναι αμφίβολο αν μπορεί να αποδώσει ικανοποιητικά επικοινωνιακά αποτελέσματα σε ένα εκλογικό σώμα που διέρχεται φάση αυξανόμενης δυσπιστίας απέναντι στο ευρωπαϊκό εγχείρημα.

Περισσότερο ίσως αποδοτική μπορεί να υπήρξε η προσπάθεια που κατέβαλε με τον ισχυρισμό στον οποίο επέμεινε διατεινόμενος ότι επί των ημερών του πάρθηκαν πρωτοβουλίες που δεν είχαν παρθεί τα προηγούμενα δέκα χρόνια και που καθιστούν την Γαλλία ισχυρότερη από ποτέ.

Επρόκειτο εμφανώς για απάντηση στην κριτική της Πεκρές περί ακινησίας. Αλλά οι εντυπώσεις που έμειναν δημιουργήθηκαν κυρίως από την υφολογική του ανανέωση και την στρατηγική του επανατοποθέτηση ως Προστάτη της Γαλλίας και του λαού της από τις απειλές που στρέφονται κατά της δημόσιας υγείας, της κοινωνικής συνοχής και της εθνικής πολιτισμικής ταυτότητας.

Σε ό,τι αφορά στο μέλλον επανέλαβε και το πρόγραμμα που έχει ήδη παρουσιάσει για την Γαλλία του 2030. Ήταν και αυτό μια έστω μερική απάντηση στο ερώτημα «πού πάει η Γαλλία»,  που στην συνέντευξη της 15ης Δεκεμβρίου είχε αφήσει αναπάντητο.

Δεν ήταν όμως το νέο αφήγημα που σίγουρα θα χρειαστεί ο Μακρόν για να αποφύγει την τύχη που έχουν συχνά τα φαβορί, όταν χάνουν από τα αουτσάιντερ επειδή δεν ανανέωσαν επαρκώς τις προσδοκίες των κοινωνιών τους.   

Υποσχέθηκε, βέβαια, με νόημα ότι θα συνεχίσει να υπηρετεί μέχρι τέλους τους συμπατριώτες του.  Ήταν πράγματι σαν να τους έλεγε «σας κατάλαβα», και θα προσπαθήσω να σας ξανακερδίσω. Αλλά δεν είναι και πάλι καθόλου σίγουρο ότι αυτός ο έμμεσος πλην σαφής τρόπος να εναντιωθεί στους αντιπάλους του, που επενδύουν στην απαισιοδοξία ισχυριζόμενοι ότι η Γαλλία, όπως γενικότερα και η Δύση, βρίσκονται σε μοιραία για το μέλλον τους παρακμή, αρκεί για να διασκεδαστούν οι αγωνίες του εκλογικού σώματος για την επόμενη ημέρα της πανδημίας που έχει προστεθεί ως ένα ακόμα παράγοντα απροσδιοριστίας της έκβασης των προεδρικών εκλογών.

Το μόνον σίγουρο είναι ότι ο Μακρόν θα βαδίσει στο δρόμο τους λέγοντας στους Γάλλους παρόλα αυτά εσείς feel good.

Μένει να αποδειχτεί ότι το σήμα αυτό θα ληφθεί καλύτερα από τα μηνύματα που στέλνουν οι  πολιτικοί ανταγωνιστές του.