Kreport > Uncategorized > Πώς μπορούμε να καλύψουμε το επενδυτικό κενό

Πώς μπορούμε να καλύψουμε το επενδυτικό κενό

Του Ανδρέα  Αθανασόπουλου (*)

Το 2022 είναι ένα έτος που θα πρέπει να υλοποιούμε επενδυτικά σχέδια και να μην μιλάμε απλά για επενδύσεις.  Κατά την διάρκεια της ελληνικής οικονομικής κρίσης το επενδυτικό απόθεμα μειώθηκε δραματικά.  Αυτό το επενδυτικό κενό έχει υπολογιστεί στα 100 δισ. ευρώ και θα πρέπει να καλυφθεί στα επόμενα χρόνια (από 14δισ. ετήσιες επενδύσεις προ κρίσης πέσαμε στα 5 δισ. μέσα στην κρίση).  Το πόσο γρήγορα θα καλυφθεί το κενό -υπάρχει προσέγγιση που μιλάει για το 2039, υπάρχει και προσέγγιση του ΣΕΒ που μιλάει για την ανάγκη να καλύψουμε το κενό μέχρι τα τέλη του 2025.

Αυτές οι επενδύσεις θα πρέπει να έχουν καθολικό χαρακτήρα και να κινητοποιήσουν τόσο τις λίγες μεγάλες επιχειρήσεις που έχει η χώρα (λιγότερες από 300 επιχειρήσεις έχουν ετήσιο τζίρο πάνω από 100 εκατ. ευρώ) αλλά και τις μεσαίες και μικρές επιχειρήσεις.  Οι επενδύσεις των μικρών επιχειρήσεων αποτελεί πολλές φορές προϋπόθεση για την ομαλή υλοποίηση μεγάλων επενδυτικών πρωτοβουλιών της χώρας και δεν είναι ένα απλό δημοκρατικό αίτημα ίσων ευκαιριών.

Οι προσδοκίες για επιτάχυνση των επενδύσεων στηρίζονται στα προγράμματα ενίσχυσης (Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, Αναπτυξιακός νόμος, ΕΣΠΑ) από τον δημόσιο τομέα (back to basics) αλλά και από τον ιδιωτικό τομέα με ένα μείγμα χαμηλότοκου δανεισμού αλλά και επιχορηγήσεων και φοροαπαλλαγών.  Ο δανεισμός επιδοτούμενου επιτοκίου φέρνει τις επενδύσεις, επί ελληνικού εδάφους, σε παρόμοιο επίπεδο με επενδύσεις που θα γινόταν σε χώρες εντός επενδυτικής βαθμίδας και χαμηλότερου επενδυτικού ρίσκου.  Βέβαια δεν φτάνει αυτό για να γίνουν οι επενδύσεις αλλά είναι μία ουσιαστική υποστήριξη σε ότι αφορά το πρόσθετο κόστος που θα είχε πάνω στην επένδυση ένα κόστος δανεισμού της τάξεως του 5% και 7% που θα επιβάρυνε μία μακροχρόνια επένδυση (ενώ τώρα μιλάμε για συνολικό κόστος δανεισμού του επιπέδου 2%).  Μέτριες εκτιμήσεις ανεβάζουν τον αριθμό των επενδύσεων που θα υποστηριχθούν από τα διάφορα προγράμματα σε πάνω από 200 χιλιάδες. είτε πολύ μικρού είτε πολύ μεγάλου μεγέθους. 

Υπάρχουν δικαιολογίες για καθυστέρηση επενδύσεων είτε από μεγάλες επιχειρήσεις είτε από νέες επιχειρήσεις που εμφανίζονται στην χώρα μας;  Χωρίς επενδύσεις οι μεγάλες επιχειρήσεις θα χάσουν το τρένο του παγκόσμιου ανταγωνισμού, αλλά και οι ξένες επιχειρήσεις που έχουν κάνει εξαγορές στην Ελλάδα θα πρέπει να δείξουν πέρα από την εμπιστοσύνη και διάθεση για επιτάχυνση της ανάπτυξης των αποκτημάτων τους. 

Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις αλλά και για επενδύσεις ειδικού σκοπού υπάρχει ένα μίγμα από  επιχορηγήσεις (δωρεάν χρήματα) και χαμηλότοκο δανεισμό.  Με τις επενδύσεις ειδικού σκοπού ενισχύεται η ανάπτυξη στις  περιοχές από-λιγνιτοποίησης, η ενεργειακή θωράκιση των κτηρίων της χώρας, έργα πράσινης μετάβασης και ο ψηφιακός μετασχηματισμός των επιχειρήσεων. 

Η υλοποίηση των επενδύσεων με γρήγορους ρυθμούς έχει μία σειρά από προκλήσεις που αξίζει να επισημανθούν.

  • Πολλές επιχειρήσεις, αν όχι όλες στην Ελλάδα, έχουν οικογενειακό χαρακτήρα και είναι σε φάση μετάβασης γενιάς. Σε κάποιες περιπτώσεις τα κέρδη που αφήνει πίσω της η προηγούμενη γενιά θεωρούνται οικογενειακός πλούτος με αποτέλεσμα οι επενδύσεις να μην δημιουργούν μεγάλο ενθουσιασμό όταν πρέπει να βάλουν ιδία συμμετοχή.
  • Οι επενδύσεις έχουν λάβει διαφορετικό χαρακτήρα πλέον και μεγάλο μέρος τους συνδέεται με μόνιμη αύξηση του λειτουργικού κόστους –όχι εφάπαξ. Είμαστε σε μία περίοδο που το CAPEX μειώνεται ενώ αυξάνεται το OPEX διότι πολύ απλά οι επενδύσεις έχουν ενσωματωμένη τεχνολογία η οποία δεν αγοράζεται αλλά ενοικιάζεται. Μία μετάβαση σε ένα νέο σύστημα cloud, ή ένα νέο σύστημα CRM προϋποθέτει ένα διαρκές κόστος πρόσβασης στην εφαρμογή όπου η επιχείρηση θα πρέπει να δημιουργεί νέα αξία που θα υπερκαλύπτει το κόστος του νέου τύπου επενδύσεων.
  • Υπάρχουν πολλές επιχειρήσεις που θέλουν να κινηθούν προς τα εμπρός αλλά είναι ακόμα αγκιστρωμένες σε δάνεια σε ρυθμίσεις, σε προβλήματα με φορολογικές αρχές, σε προβλήματα με ασφαλιστικές καταβολές που δημιουργούν από ηθικά έως και επιχειρηματικά διλλήματα για το πόσο είναι σε θέση να αναλάβουν επενδυτικές πρωτοβουλίες (δεν μιλάμε για κεφάλαια κινήσεως) που θα τις πάνε στην επόμενη ημέρα ενώ ακόμα τις καταδιώκει το παρελθόν (εδώ είναι που χρειάζονται οι μετοχικές ενέσεις είτε από υφιστάμενους ή από νέους επενδυτές).
  • Ο ψηφιακός μετασχηματισμός αποτελεί για όλο τον επιχειρηματικό κόσμο μία πρόκληση τριών διαστάσεων: Την αύξηση της ταχύτητας λειτουργίας, την λήψη αποφάσεων βάσει δεδομένων και όχι μόνο ενστίκτου, του σχεδιασμού προϊόντων και υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας (μην ψάξετε να βρείτε άλλα πολύπλοκα μοντέλα). Η ψηφιακή μετάβαση αποτελεί ευκαιρία για τους μικρούς να αποκτήσουν ταχύτητα και ευελιξία που οι μεγάλοι δεν διαθέτουν.  Εδώ έχουμε ένα σημαντικό κενό διότι δεν υπάρχει επάρκεια γνώσης για το τι πρέπει να κάνουν στην πράξη και η ευθύνη του σχεδιασμού των προγραμμάτων χρηματοδότησης αλλά και των τραπεζών που θα τα υλοποιήσουν είναι σημαντική.
  • Σε μία χώρα με υψηλή ανεργία και τεράστιο ποσοστό συμμετοχής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση υπάρχει πρόβλημα εξεύρεσης στελεχών εξειδίκευσης. Η εργασία εξ αποστάσεως, χωρίς σύνορα, αυξάνει την έλλειψη εξειδικευμένων στελεχών διότι πολύ απλά μπορούν να εργάζονται στο εξωτερικό με έδρα την Ελλάδα. Ενώ παράλληλα η είσοδος στην Ελλάδα πολυεθνικών σε περιοχές υψηλής τεχνολογικής εξειδίκευσης (cloud, big data, business analytics, global contact centers) αυξάνει το πρόβλημα βραχυπρόθεσμα. Οι επενδύσεις της επόμενης δεκαετίας απαιτούν ύπαρξη τέτοιων στελεχών μέσα στις ίδιες τις επιχειρήσεις για να υλοποιήσουν και αξιοποιήσουν τις επενδύσεις.

Το 2022 ξεκινάμε με ένα τεράστιο απόθεμα χρηματικών πόρων που αναζητούν ώριμα μικρά και μεγάλα έργα για να τα υποστηρίξουν.  Δεν υπάρχει λόγος να επαναλάβουμε την μοναδικότητα της περιόδου και το γεγονός ότι σπάνια θα βρεθεί η χώρα με τέτοιο επενδυτικό απόθεμα για στήριξη έργων.  Χρειαζόμαστε ιδέες, ενθουσιασμό, πίστη και αποφασιστικότητα για να υλοποιηθεί το πολύ μεγάλο επενδυτικό πλάνο που απαιτεί η χώρα μας.  Διαφορετικά θα τρέχουμε την τελευταία στιγμή να βρούμε τρόπους απορρόφησης των προγραμμάτων ενώ παράλληλα δεν θα έχουν μείνει εξειδικευμένα στελέχη διαθέσιμα σε ελληνικές επιχειρήσεις για να υλοποιήσουν τα προγράμματα αυτά.  Το τραπεζικό σύστημα είναι απαραίτητο για να στηρίξει την επενδυτική προσπάθεια και, ανεξαρτήτως του τι λέγεται κατά καιρούς, θα στηρίξει με θέρμη αυτές τις πρωτοβουλίες διότι μέσα από την υλοποίηση των επενδύσεων περνά και η υλοποίηση των επιχειρηματικών πλάνων κάθε τράπεζας για την επόμενη πενταετία.

(*) Ο Ανδρέας Αθανασόπουλος είναι Deputy CEO, Group Chief Transformation Officer, Digital & Retail, και Executive Member of the BoD της Eurobank.