Kreport > Uncategorized > Ο μονόδρομος μιας πραγματικά βιώσιμης οικονομικής πολιτικής

Ο μονόδρομος μιας πραγματικά βιώσιμης οικονομικής πολιτικής

Tου Ηλία Κικίλια (*)

Τα επόμενα χρόνια η ελληνική οικονομία θα κινηθεί εντός ενός εξαιρετικά ρευστού περιβάλλοντος και ο ρόλος της οικονομικής πολιτικής θα είναι ιδιαίτερα κρίσιμος.  Η αβεβαιότητα για την εξέλιξη της πανδημίας ενισχύει ακόμη περισσότερο τις απαιτήσεις οικονομικής διαχείρισης έναντι των σημαντικών προκλήσεων που βρίσκονται μπροστά μας, συμπεριλαμβανομένων της κλιματικής αλλαγής και της ψηφιακής επανάστασης.

Η πρόσφατη απόφαση της ΕΚΤ δημιουργεί συνθήκες ομαλής μετάβασης για δυο περίπου χρόνια αλλά μόνο στο βαθμό που αξιοποιηθεί ο χρόνος αυτός για να αποκτήσει η χώρα μας επενδυτική βαθμίδα.  Εντός της επόμενης τριετίας, ωστόσο, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα τεθούν σε εφαρμογή νέοι κανόνες αποκατάστασης της δημοσιονομικής ισορροπίας στην ευρωζώνη με την επαναφορά δημοσιονομικών περιορισμών που έχουν ανασταλεί προς το παρόν.  Η εκτόξευση του ενεργειακού κόστους και η αύξηση του πληθωρισμού ενέχουν, επίσης, τον κίνδυνο μιας σημαντικής αύξησης των μακροπρόθεσμων επιτοκίων για την Ελλάδα, ίσως από το επόμενο έτος.

Η χώρα μας εισέρχεται σε ένα τέτοιο περιβάλλον με ένα δημόσιο χρέος διπλάσιο από το ΑΕΠ και εκτός επενδυτικής βαθμίδας, η απόκτηση της οποίας καθυστερεί ακόμη περισσότερο μετά την ανακοίνωση ενός ακόμη προϋπολογισμού για το 2022 με πρωτογενές έλλειμμα που πιθανά να εκτιμάται από τους οίκους αξιολόγησης ότι οφείλεται είτε σε υπέρμετρες είτε και σε προεκλογικές προβλέψεις δαπανών.

Η εντυπωσιακή οικονομική “ανάκαμψη” του 2021 προήλθε κατά κύριο λόγο από την εκτίναξη της κατανάλωσης που χρηματοδοτήθηκε από την πρωτοφανή και αναγκαία, αλλά όχι πάντα στοχευμένη, αύξηση των κρατικών δαπανών και την επιδείνωση του δημοσίου χρέους σε πάνω από 200% του ΑΕΠ, διευρύνοντας ταυτόχρονα και το εξωτερικό έλλειμμα της χώρας.  Το 90% του ΑΕΠ της χώρας προέρχεται από την κατανάλωση. Τα κρατικά ελλείμματα οδηγούν – και πάλι – στην υπερβάλλουσα ζήτηση και στην υπέρμετρη αύξηση των εισαγωγών και των ελλειμμάτων στο εξωτερικό ισοζύγιο.  Παρά τη σημαντική βελτίωσή της το 2010-18, η διεθνής ανταγωνιστικότητα των εγχωρίως παραγομένων προϊόντων είναι ακόμη χαμηλή και επιβαρύνεται από τα δημόσια ελλείμματα, τα οποία κινδυνεύουν να διογκώσουν και πάλι, μετά από μια δεκαετία, τους εσωστρεφείς τομείς της οικονομίας.  Αυτό είναι το δομικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, που πριν από λίγα χρόνια συνέβαλε καθοριστικά στη χρεοκοπία της χώρας. 

Ακόμη και χωρίς τον πληθωρισμό και την ενεργειακή “κρίση”, λόγω του χαρακτήρα της ελληνικής οικονομίας, οι επενδυτικές δαπάνες του ταμείου ανάκαμψης και των λοιπών χρηματοδοτικών πόρων είναι βέβαιο ότι θα επιφέρουν περαιτέρω αύξηση των εισαγωγών και περαιτέρω επιδείνωση του εξωτερικού ελλείμματος, σε περιβάλλον υψηλότατου δημοσίου χρέους με πιθανότατα υψηλότερα επιτόκια δανεισμού και εκτός επενδυτικής βαθμίδας, τουλάχιστον για τα επόμενα λίγα χρόνια.

Το ταμείο ανάκαμψης είναι το σημαντικότερο αναπτυξιακό εργαλείο των επόμενων ετών και η πραγματική επίπτωσή του στην οικονομία δεν θα εξαρτηθεί μόνο από την απορρόφηση των πόρων, αλλά ιδιαίτερα από την αποτελεσματική κατανομή τους στις δημόσιες υποδομές, τις επιχειρήσεις και τις εργασιακές δεξιότητες.  Είναι απολύτως βέβαιο, ωστόσο, ότι το εξωτερικό έλλειμμα θα επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο, τουλάχιστον μέχρι την προσδοκώμενη αύξηση των εξαγωγών αγαθών σε επαρκή βαθμό, αν τα σχέδια επικεντρωθούν στην οικονομική εξωστρέφεια.  Τα τουριστικά έσοδα, που καλύπτουν συνήθως το 80% – 90% του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών, δεν θα επαρκούν.

Η δραματική εμπειρία της προηγούμενης δεκαετίας μας υποχρεώνει να αναγνωρίσουμε ρητά και αδιαμφισβήτητα την επίπτωση της δημοσιονομικής πολιτικής στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας.  Να υπερβούμε τους μύθους ότι δήθεν η χώρα, λόγω της χαμηλής ανταγωνιστικότητας και των λοιπών διαρθρωτικών της αδυναμιών, «υποχρεώνεται» να αναπτύσσεται μέσω της διόγκωσης της εγχώριας ζήτησης μέσω υπέρμετρα επεκτατικών πολιτικών και απαιτείται, συνεπώς, να εκμεταλλεύεται όλα τα περιθώρια και τις ευκαιρίες για δημόσιο δανεισμό. 

Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο:  Η δημοσιονομική πολιτική γενικευμένων παροχών, που στηρίζεται στον φθηνό δανεισμό από το εξωτερικό, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε μια συνεχή διόγκωση της εγχώριας ζήτησης και των αντίστοιχων κλάδων που παράγουν μη εμπορεύσιμα διεθνώς αγαθά και υπηρεσίες και σε μια αναγκαστική υποχώρηση των εξωστρεφών κλάδων, λόγω της αναπόφευκτης υποχώρησης της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της χώρας.  Σε μια επίπλαστη ευημερία που εξαλείφει τις προοπτικές για ευκαιρίες απασχόλησης, αξιοπρεπείς μισθούς και συνθήκες εργασίας. 

Είναι καιρός να ανακτήσουμε την αυτοπεποίθησή μας, χωρίς να ξεχνάμε την τραγική εμπειρία μας να αναγνωρίσουμε και να είμαστε υπερήφανοι για τα παγκοσμίως πρωτόγνωρα και εντυπωσιακά επιτεύγματα της χώρας μας την προηγούμενη δεκαετία, παρά την άκρως αντιαναπτυξιακή και αντικοινωνική πολιτική με την οποία επιβλήθηκε η εφαρμογή των Μνημονίων.

Η οικονομική πολιτική διαθέτει αποκλειστικά ένα και μοναδικό τρόπο να αντιμετωπίσει το σύμπλεγμα προκλήσεων της τρέχουσας συγκυρίας. Την αντιστάθμιση του αναγκαίου ελλείμματος στον εξωτερικό τομέα της οικονομίας που θα προέλθει από την σημαντική επενδυτική δαπάνη, με ένα επαρκές πρωτογενές πλεόνασμα στον εσωτερικό / δημοσιονομικό  τομέα. Την έγκαιρη επαναφορά της δημοσιονομικής πολιτικής σε επαρκή πρωτογενή πλεονάσματα που θα επιταχύνουν την αναβάθμιση της χώρας σε επενδυτική βαθμίδα και θα συγκρατήσουν το κόστος δανεισμού του δημοσίου – και του ιδιωτικού – τομέα σε χαμηλά επίπεδα. 

Η δημοσιονομική διαχείριση με αυτόν τον χαρακτήρα είναι η βασική προϋπόθεση για την ενίσχυση της εξωστρέφειας.  Είναι, επίσης, απολύτως εφικτή και σε καμιά περίπτωση δεν συνεπάγεται πολιτικές «λιτότητας» και περικοπές των αναγκαίων αλλά στοχευμένων κοινωνικών δαπανών.  Δημιουργεί, αντιθέτως, σημαντικό δημοσιονομικό χώρο αρκεί ο ρυθμός αύξησης των δαπανών να είναι ελαφρά χαμηλότερος από τον ρυθμό αύξησης των εσόδων και του ΑΕΠ.

Συνεπάγεται, όμως, λήψη μέτρων για τους πραγματικά αδυνάμους, σε αντίθεση με τις επικλήσεις για την προστασία πχ. «γενικά των καταναλωτών».  Ακόμη περισσότερο ενόψει της αναμενόμενης επιδείνωσης της οικονομικής ανισότητας, πιθανότατα και του κινδύνου φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, τουλάχιστον για τα επόμενα χρόνια.

Στο επίπεδο αυτό, ο δεύτερος και ίσως δυσκολότερος μύθος που πρέπει να υπερβούμε είναι ότι η ανάπτυξη και τα πλούτη των λίγων θα διαχυθούν με κάποιο μαγικό τρόπο στους πολλούς.

(*) Ο Ηλίας Κικίλιας είναι Διευθυντής Ερευνών ΕΚΚΕ, Γενικός Διευθυντής ΙΝΣΕΤΕ, π. Διοικητής ΟΑΕΔ