Kreport > Uncategorized > Μια γκρίζα χρονιά έρχεται  

Μια γκρίζα χρονιά έρχεται  

Του Κώστα Σ. Μητρόπουλου (*) 

 Παρά τις αισιόδοξες επίσημες οικονομικές προβλέψεις για το 2022, η χώρα βρίσκεται πάνω στην συμβολή τριών κυμάτων μετάβασης. Η οικονομική δίνη που μπορεί να δημιουργηθεί από αυτά αυξάνει την πιθανότητα του χάσει τον βηματισμό της.

Πρώτη μετάβαση είναι προς την μετα-κορωνοϊό κανονικότητα, που καθυστερεί λόγω του τέταρτου κύματος και τώρα της παραλλαγής Όμικρον .Το τέλος της εικάζεται ότι θα είναι το 2022. Η αύξηση της ταχύτητας εξάπλωσης του ιού, εξαιτίας των μεταλλάξεων, οδηγεί σε άμεση και έμμεση, ως αποτέλεσμα των κατασταλτικών μέτρων, συγκράτηση της οικονομικής δραστηριότητας. Ο τουρισμός, οι εξαγωγές, τα ταξίδια, το λιανικό εμπόριο και η εστίαση μπορεί να επηρεασθούν σημαντικά αρνητικά. Στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες, όσο η απειλή κρουσμάτων και θανάτων από κορονοϊό παραμένει ισχυρή, η διαχείριση της επιδημίας και τα συνεπακόλουθα μέτρα θα διευρύνουν την αβεβαιότητα και θα κρατήσουν χαμηλά την ανάπτυξη και τον ρυθμό των επενδύσεων.

Η δεύτερη μετάβαση αφορά στην επαναφορά της ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, σε παγκόσμιο επίπεδο, στην ενέργεια, στα βασικά τρόφιμα, τις πρώτες ύλες και σε πολλά βιομηχανικά προϊόντα. Οι ανισορροπίες αυτές ξεκίνησαν με την έξαρση της πανδημίας, αλλά ενισχύθηκαν από γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις και φυσικά φαινόμενα. Η αργή «επισκευή» των εφοδιαστικών αλυσίδων, ο κακός καιρός και τα γεωπολιτικά παιχνίδια Ανατολής και Δύσης, κυρίως στην ενέργεια, θα πιέζουν τις τιμές προς τα επάνω σ΄ όλο το φάσμα προϊόντων και υπηρεσιών, τουλάχιστον στο πρώτο εξάμηνο του 2022. Η αλλαγή προσέγγισης στην διευθέτηση διαφορών και  η τακτοποίηση των εφοδιαστικών αλυσίδων  θα φέρουν θετικές αλλαγές, τα αποτελέσματα των οποίων στην τροφοδοσία των αγορών και τον πληθωρισμό θα αναδειχθούν το 2023. Η Ελλάδα, πλην της ευφυούς διαχείρισης των τοπικών αγορών και της διευκόλυνσης διεθνών καταστάσεων, δεν μπορεί να κάνει πολλά πράγματα σ’ αυτό το μέτωπο.

H αποκατάσταση της χρηματοοικονομικής και δημοσιονομικής ισορροπίας αποτελεί την τρίτη πρόκληση.

Εξ αιτίας των μέτρων για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων του κορονοϊού οι χώρες αύξησαν τα ελλείματα τους, τα οποία χρηματοδότησαν με νέο χρέος. Η ECB, η FED και άλλες κεντρικές τράπεζες έχουν  ειδικά προγράμματα αγοράς ομολόγων, παρέχοντας έτσι ρευστότητα στα κράτη και στον παγκόσμιο χρηματοοικονομικό τομέα. Αυτά οδήγησαν σε ακόμη χαμηλότερα επιτόκια και στην αύξηση των τιμών των εισηγμένων μετοχών και των commodities. Το ερώτημα είναι αν οι χρηματιστηριακές τιμές θα αντέξουν και πόσο θα αυξηθούν τα επιτόκια από τον συνδυασμό της σχεδιαζόμενης διακοπής της παροχής ρευστότητας και της ανάγκης αντιμετώπισης του εμφανιζόμενου πληθωρισμού. Για την Ελλάδα είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα υπάρξει στήριξη από την ECB μέχρι να ανέλθει στην κατώτατη επενδυτική βαθμίδα, η οποία ίσως συγκρατήσει  την αύξηση των επιτοκίων και του σχετικού ρίσκου της χώρας χωρίς όμως να βοηθήσει  το αδύναμο Χρηματιστήριο.

Το εξωτερικό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από οικονομική και δημοσιονομική αβεβαιότητα, από γεωπολιτικές εντάσεις στα ευρέα σύνορα Ανατολής και Δύσης και από μεγάλη διαθέσιμη ρευστότητα. Μέσα σ΄ αυτό η χώρα οφείλει να διατηρήσει τον βηματισμό της το 2022 και να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα της, ώστε να μπορέσει να επιταχύνει περισσότερο το 2023. Πρέπει να αυξήσει διατηρήσιμα τον ρυθμό προετοιμασίας και εκτέλεσης των φυσικών και τεχνολογικών επενδύσεων που έχουν ήδη ενταχθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης και να διευκολύνει την ιδιωτική χρηματοδότηση τους. Χρειάζεται να ωθήσει στην μεγέθυνση των οικονομικών μονάδων και να προχωρήσει ταχύτατα στην υλοποίηση των sine qua non μεταρρυθμίσεων , όπως για παράδειγμα η κωδικοποίηση των νόμων και η αλλαγή του κράτους μέσα από την ψηφιοποίηση του. Τέλος, πρέπει να εξασφαλίσει αδιάλειπτη κρατική ρευστότητα κατακτώντας την επενδυτική βαθμίδα. Όλα αυτά αποτελούν τις ελάχιστες προϋποθέσεις μακροπρόθεσμης συστημικής ευστάθειας της ελληνικής οικονομίας.

Το 2022 εμφανίζεται ως μια γκρίζα, μεταβατική, χρονιά με αγνώστους και αβεβαιότητες. Το εξωτερικό περιβάλλον είναι η κύρια πηγή κινδύνων, η  απομείωση των οποίων θα είναι προϊόν περισσότερο τύχης και συγκυριών και λιγότερο οργανωμένων πολιτικών. Οι αβεβαιότητες αυτές  χρειάζεται να αντισταθμιστούν με πολύ καλή κατανόηση των δυναμικών και  επίμονη εφαρμογή των αναγκαίων δράσεων για να διατηρήσει η χώρα την ορμή της, προετοιμαζόμενη για το 2023.

(*) Ο Κώστας Σ. Μητρόπουλος  είναι σύμβουλος επιχειρήσεων