Kreport > Uncategorized > Η Ευρώπη χωρίς ενεργειακή πολιτική

Η Ευρώπη χωρίς ενεργειακή πολιτική

Του  Θοδωρή Κούβακα

Το φυσικό αέριο στην Ευρώπη είναι πλέον “μόνο” 400% ακριβότερο απ’ ότι πριν έναν χρόνο, ενώ πριν λίγες εβδομάδες είχε φτάσει κοντά στο 800%. Αυτή η μεγάλη υποχώρηση τιμών οφείλεται κυρίως στην θαλάσσια “αεριογέφυρα” με αμερικανικά δεξαμενόπλοια που τροφοδοτούν την ευρωπαϊκή αγορά με LNG, μια πρωτοβουλία με πολιτική όσο και οικονομική σημασία. 

Η αύξηση των τιμών του 2021 είναι πλέον προφανές ότι σε μεγάλο βαθμό οφείλεται σε “ρωσικό δάκτυλο”. Η κρατική Gazprom φρόντισε να περιορίζει επί μήνες τις ποσότητες που έφταναν στην Ευρώπη, με αποτέλεσμα τα αποθέματα να είναι εξαιρετικά χαμηλά στις αρχές του χειμώνα, όταν κλιμακώνεται η ζήτηση. Ο Πούτιν έχει επενδύσει σταθερά τα τελευταία χρόνια στην ενεργειακή διπλωματία, κλείνοντας τις στρόφιγγες για να ασκήσει πίεση είτε στην Ουκρανία, είτε στην Ευρώπη και εμμέσως στις ΗΠΑ. Στην Ουκρανία επειδή εξελίσσεται σε “αγκάθι” της Δύσης στα σύνορά της. Στην Ευρώπη επειδή δεν δέχεται να δώσει άδεια λειτουργίας με μονοπωλιακούς όρους στον αγωγό Nord Stream 2, που θα πολλαπλασιάσει την εξάρτησή της από το ρωσικό αέριο, που ήδη αντιπροσωπεύει το 41% των εισαγωγών της. Στις ΗΠΑ, επειδή εκείνες μεθόδευσαν την “πολιορκία” της Ρωσίας από το ΝΑΤΟ. 

Η Ευρώπη είναι ενεργειακά ευάλωτη επειδή μόνο με πολύ μεγάλες εισαγωγές μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της. Δεν έχει εξασφαλίσει σημαντικές εναλλακτικές πηγές φυσικού αερίου, ούτε έχει δημιουργήσει μηχανισμούς σοβαρών κοινών αποθεμάτων, τα οποία θα μπορούσαν να απορροφήσουν τις διακυμάνσεις στην προσφορά και τις τιμές. Βρίσκεται διαρκώς στο έλεος της Ρωσίας, κάτι για το οποίο είχαν προειδοποιήσει εγκαίρως όλες οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ τις τελευταίες δεκαετίες.

Η ευρωπαϊκή οικονομία δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς αρκετό και σε λογικές τιμές φυσικό αέριο. Παρά τις φιλόδοξες εξαγγελίες που έγιναν στη συνδιάσκεψη της Γλασκόβης, αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει τουλάχιστον για την επόμενη δεκαετία, καθώς όλες οι χώρες θα επιχειρούν τη μετάβαση στην “πράσινη” ενέργεια. Ήδη από το φθινόπωρο κάποιες χώρες του ευρωπαϊκού νότου ζήτησαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση να συντονίσει και να εφαρμόσει μια πολιτική κοινών προμηθειών και αποθεμάτων αερίου, αίτημα το οποίο απέρριψαν αμέσως οι χώρες του βορρά. Στη Σύνοδο Κορυφής, στα μέσα Δεκεμβρίου, όπου αναδείχθηκε η έλλειψη κοινής ενεργειακής πολιτικής, επιβεβαιώθηκαν οι μεγάλες διαφωνίες και το θέμα παραπέμφθηκε σε επίπεδο υπουργών Ενέργειας, με την υπόσχεση να εξεταστεί τον προσεχή Μάρτιο. 

Οι ενεργειακές εναλλακτικές λύσεις που έχει μπροστά της η Ευρώπη είναι περιορισμένες. Αν συνεχίσει ως έχει και μάλιστα με τον Nord Stream 2 να μπαίνει πιθανώς σε λειτουργία το δεύτερο εξάμηνο το 2022, η Ρωσία θα φτάσει να καλύπτει το 50% της ευρωπαϊκής κατανάλωσης φυσικού αερίου, οπότε η εξάρτηση της Ευρώπης από τις επιδιώξεις και τις μεθοδεύσεις του Κρεμλίνου θα είναι πλήρης. Η αναζήτηση άλλων πηγών αερίου είναι άσκοπη χωρίς αγωγούς που θα κάνουν τη μεταφορά του οικονομικά βιώσιμη, καθώς τα δεξαμενόπλοια δεν είναι ανταγωνιστικά με τις τιμές σε χαμηλά επίπεδα. 

Οι ανανεώσιμες πηγές μπορούν μόνο συμπληρωματικά να καλύψουν τις ανάγκες, τουλάχιστον μέχρι να επινοηθούν οικονομικά και πρακτικά βιώσιμοι τρόποι αποθήκευσης της ενέργειας. Οι πιο ρυπογόνες μορφές καυσίμων, όπως το πετρέλαιο και το κάρβουνο, είναι πολιτικά και οικονομικά αδιανόητες. Και η πυρηνική ενέργεια αποτελεί ταμπού, ιδίως για τις χώρες της δυτικής Ευρώπης. 

Δέκα χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όμως, λειτουργούν ακόμη πυρηνικές μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Η Γαλλία, μάλιστα, καλύπτει έτσι το 70% της εσωτερικής κατανάλωσης και ταυτόχρονα κάνει και αξιόλογες εξαγωγές ρεύματος ενώ έχει δηλώσει ότι θέλει να εξάγει σε άλλες χώρες πυρηνικούς αντιδραστήρες “τσέπης”, μικρές προκατασκευασμένες μονάδες σύγχρονης τεχνολογίας. Από την άλλη πλευρά, χώρες όπως η Γερμανία και το Βέλγιο έχουν δεσμευτεί να εγκαταλείψουν πλήρως τα πυρηνικά.

Στη μέση βρίσκονται πέντε χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ (Ουγγαρία, Βουλγαρία, Σλοβακία, Σλοβενία και Τσεχία) όπου οι πυρηνικοί αντιδραστήρες θεωρούνται απλώς ένα κομμάτι της πραγματικότητας. Η Πολωνία έχει ήδη ανακοινώσει ότι προτίθεται να εγκαταστήσει δύο πυρηνικές μονάδες που θα καλύπτουν κάτι λιγότερο από το 50% των αναγκών της.

Είναι βέβαιο ότι τον Μάρτιο, η συζήτηση για την ενεργειακή πολιτική θα καλύψει όλες τις εναλλακτικές λύσεις -και την πυρηνική ενέργεια. Είναι πιθανόν να μη ληφθούν αποφάσεις, είτε για ενιαία στρατηγική απέναντι στη Ρωσία και τους εκβιασμούς της με όπλο το φυσικό αέριο, είτε για τις τεχνολογίες που ενδείκνυται να χρησιμοποιηθούν για τη μετάβαση σε καθαρότερες μορφές ενέργειας, όπως το υδρογόνο. Ακόμη και αυτό όμως, θα είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, για μια Ευρωπαϊκή Ένωση που εξακολουθεί να κρύβει το πρόβλημα κάτω από το χαλί.