Kreport > Uncategorized > Γαλλικές προεδρικές εκλογές 2022 (ΙΙ): Το τέλος των βεβαιοτήτων και η αρχή των εκπλήξεων

Γαλλικές προεδρικές εκλογές 2022 (ΙΙ): Το τέλος των βεβαιοτήτων και η αρχή των εκπλήξεων

Του Γιώργου Σεφερτζή

Με την αντίστροφη μέτρηση για τις γαλλικές προεδρικές εκλογές της άνοιξης του 2022 να έχει αρχίσει ουσιαστικά από την περασμένη άνοιξη, όλος ο σχεδιασμός της στρατηγικής που θα ακολουθούσε ο Πρόεδρος Μακρόν για την παραμονή του στον θρόνο του πολιτικού Διός, στον οποίο είχε θριαμβευτικά εγκατασταθεί το 2017 κεραυνοβολώντας το γαλλικό πολιτικό σύστημα, στηριζόταν στην βεβαιότητα ότι απέναντί του θα είχε και πάλι την Μαρίν Λε Πεν, την εκπρόσωπο της γαλλικής λαϊκίστικής και ευρωσκεπτικιστικής ακροδεξιάς, που με την σειρά της είχε τότε σαρώσει την φιλοευρωπαϊκή κεντροδεξιά επωφελούμενη και αυτή, όπως και ο Μακρόν, από την θέση εκτός εκλογικού ανταγωνισμού του Φρανσουά Φιγιόν, του κοινού υποψηφίου των φιλελεύθερων Γάλλων συντηρητικών.

Γνήσιο τέκνο της γκολικής παράδοσης, ο τελευταίος είχε ήδη διατελέσει Πρωθυπουργός τριών κυβερνήσεων του Νικολά Σαρκοζί διαδεχόμενος τον Ντομινίκ ντε Βιλπέν, στις δε παραμονές των προεδρικών εκλογών του 2017 θα έκανε επιπλέον την έκπληξη να κερδίσει τις προκριματικές εκλογές του κόμματος των  ρεπουμπλικάνων και να θέσει εκτός ανταγωνισμού τον Αλαίν Ζυπέ, τον πρώην Πρωθυπουργό των κυβερνήσεων Ζακ Σιράκ και πλέον επιτυχημένο δήμαρχο του Μπορντό. ‘Όπως καλή ώρα θα έκανε στις αρχές του τρέχοντος Δεκεμβρίου την δική της έκπληξη η Βαλερί Πεκρές κατατροπώνοντας τους μεγάλους βαρόνους της παράταξής της στις φετινές προκριματικές εκλογές του ίδιου κόμματος. 

Ενώ όμως ο Φιγιόν κάλπαζε προς μια ευλόγως πιθανολογούμενη εκλογική νίκη με ένα θατσερικής εμπνεύσεως πρόγραμμα και με έντονα φιλορωσικές απόψεις για την γαλλική εξωτερική πολιτική, είχε, τρεις μόλις μήνες πριν από τις κάλπες των προεδρικών εκλογών του 2017, την ατυχία (;) να εμπλακεί το όνομά του σε μια αμφίβολη ποινικά, αλλά πολύ θορυβώδη επικοινωνιακά, δικαστική υπόθεση που έπληξε ανεπανόρθωτα την ηθική του υπόσταση και τον εξουδετέρωσε πολιτικά. Έτσι άνοιξε ο δρόμος που θα έφερνε τον Εμμανουέλ Μακρόν στην εξουσία. Το μόνο εμπόδιο που του απέμενε να υπερπηδήσει ήταν πολύ πιο εύκολο: να νικήσει στον δεύτερο γύρο την Μαρίν Λε Πεν.

Η τελευταία είχε καταφέρει να προσπεράσει οριακά τον Φρανσουά Φιγιόν στον πρώτο γύρο συγκεντρώνοντας ένα 21,30% έναντι του 20,01% που συγκέντρωσε ο υποψήφιος Πρόεδρος των Ρεπουμπλικάνων και του  24,01% που τελικά συγκέντρωσε ο Μακρόν.

Ο Μακρόν, όμως, εκτός της πρωτιάς του πρώτου γύρου είχε ενόψει της μάχης του δεύτερου και ένα πλεονέκτημα που έδινε αέρα στα πανιά του: ήταν ο μοναδικός εκπρόσωπος των πλειοψηφικών δυνάμεων του γαλλικού δημοκρατικού τόξου. Δεν θα δυσκολευόταν, κατά συνέπεια, να τις συσπειρώσει μετατρέποντάς τες σε προεδρική πλειοψηφία ανεξαρτήτως των αισθημάτων που μπορεί να έτρεφαν για το πρόσωπό του.

Σαν να μην έφτανε, όμως, αυτό, θα είχε και για δεύτερη φορά, μετά την απρόσμενη  πολιτική εξουδετέρωση του επικρατέστερου φαβορί, που ήταν ο Φιγιόν, την τύχη με το μέρος του να του χαμογελάει πάλι φέρνοντας απέναντί του στην πολυαναμενόμενη μεταξύ τους τηλεμαχία μια Λε Πεν ευρισκόμενη σε μια από τις χειρότερες ημέρες της. Στο τέλος της όλα θα είχαν κριθεί.

Η Λε Πεν είχε προσέλθει στο καθοριστικό τηλεοπτικό της τετ α τετ με τον Μακρόν με στόχο να πλειοδοτήσει σε εθνικισμό εξάπτοντας τον πατριωτισμό των Γάλλων, που από την εποχή του Σαρκοζί μέμφονταν τις κυβερνήσεις της χώρας τους διότι δεν κρατούσαν κεφάλι στα σχέδια των Βρυξελλών για “γερμανοποίηση” των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην προσπάθειά της, ωστόσο, να υπηρετήσει τον στόχο της επιστράτευσε μια επιχειρηματολογία υπέρ της εξόδου της Γαλλίας από την ευρωζώνη τόσο σαθρή που ο  πολύπειρος περί τα θέματα της οικονομίας αντίπαλός της δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να αποδομήσει με χαρακτηριστική άνεση και ακαταμάχητη πειθώ.

Η Λε Πεν υπεραμύνθηκε των θέσεών της σπασμωδικά, νευρικά και αδέξια, σαν να μην πίστευε ούτε η ίδια αυτά που έλεγε. Η τηλεμαχία εξελίχθηκε έτσι σε πανωλεθρία από την οποία θα αργούσε πάρα πολύ να συνέλθει. Άλλωστε μετά από λίγες ημέρες τα αποτελέσματα του δεύτερου γύρου θα έδειχναν το επικοινωνιακό Βατερλό που είχε υποστεί.

Πλην των φανατικών του σκληρού εκλογικού πυρήνα της, οι υπόλοιποι ψηφοφόροι, ακόμα και οι πιο συγκαταβατικοί απέναντί της, είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η υποστηριζόμενη από το Εθνικό Μέτωπο υποψήφια Πρόεδρος, αν δεν ήταν επικίνδυνη για την Γαλλία, ήταν σίγουρα ακατάλληλη για τη διακυβέρνησή της.

Η κανονικοποίηση της υποψηφιότητας Λε Πεν

 Έκτοτε και με καθυστέρηση που οφειλόταν στο σοκ που είχε υποστεί από την συντριβή της, η Λε Πεν μετέβαλε στρατηγική. Έκανε στροφή προς την μετριοπάθεια επιχειρώντας να “κανονικοποιήσει” την εικόνα της, ώστε να αποβάλλει από πάνω της τον χαρακτηρισμό του  επικίνδυνου και ακραίου πολιτικού ηγέτη.

Ήρθε σε σύγκρουση με τον ανένδοτο εθνολαϊκιστή πατέρα της και ιδρυτή του κόμματός της. Μετονόμασε το Εθνικό Μέτωπο σε Εθνική συσπείρωση, κάτι σαν τον ελληνικό μετεμφυλιοπολεμικό Εθνικό Συναγερμό του στρατάρχη Παπάγου.   

Άρχισε να στρογγυλεύει τις γωνίες της σκληρής κριτικής που ασκούσε στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, το κοινό νόμισμα και την υπερεθνική γραφειοκρατική τεχνοδομή των Βρυξελλών, και να επανατοποθετείται στρατηγικά ως μια υπεύθυνη, ρεαλίστρια και πολυσυλλεκτική femme d’ Etat. Επικέντρωσε την ατζέντα της σε θέματα εσωτερικής πολιτικής, κοινωνικής δικαιοσύνης, δημόσιας τάξης με αντιτρομοκρατικό προσανατολισμό και αντιμεταναστευτική φιλοσοφία, υπολογίζοντας ότι με μια τέτοια θεματολογία θα μπορούσε να πάρει την εκδίκησή της για το φιάσκο του 2017.

Επένδυε πια στην κεφαλαιοποίηση της αυξανόμενης κόπωσης και της κοινωνικής δυσανεξίας που προκαλούσαν τα περιοριστικά μέτρα κατά της πανδημίας, η αναστολή των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, η εντεινόμενη ανασφάλεια για την επόμενη ημέρα της υγειονομικής κρίσης. Και προσπάθησε να προσεταιριστεί τα κινήματα των αγανακτισμένων δικαιωματιστών και το κατά πολύ πιο φθοροποιό για τον αντίπαλό της Μακρόν κίνημα των κίτρινων γιλέκων.

Εντούτοις οι φιλότιμες προσπάθειες που κατέβαλε δεν έπιασαν τον προσδοκώμενο τόπο. Έπεφταν όλες σε ένα μεγάλο κενό το μέγεθος του οποίου πρωτοφάνηκε στον τελευταίο προ των προεδρικών εκλογών της ερχόμενης άνοιξης σταθμό: τις περιφερειακές εκλογές του περασμένου Ιουνίου.

Από αυτές η Μαρίν Λεπέν περίμενε όχι μόνον να εξαργυρώσει την στρατηγική της “κανονικοποίησής” της, αλλά και να καταγράψει μια πρώτη πανηγυρική της νίκη-έναυσμα μιας ορμητικότερης προεκλογικής δυναμικής.

Ωστόσο οι προσδοκίες της διαψεύστηκαν. Οι ψηφοφόροι της Εθνικής συσπείρωσης δεν συσπειρώθηκαν. Ακολούθησαν το παράδειγμα του υπόλοιπου εκλογικού σώματος η μεγάλη πλειοψηφία του οποίου, κουρασμένη από τον εγκλεισμό της κατά την διάρκεια των χειμερινών κυμάτων της πανδημίας, απέφυγε να ταλαιπωρηθεί προσερχόμενη στις περιφερειακές κάλπες. Η αποχή έσπασε κάθε προηγούμενο ρεκόρ. Πολύ δε περισσότερο που ελάχιστοι ήταν όσοι πίστευαν ότι υποστηρίζοντας κάποιους από τους υποψήφιους περιφερειακούς άρχοντες θα μπορούσαν κάτι σοβαρό να αλλάξουν. 

Κι έτσι, προς γενική έκπληξη, οι υποστηριζόμενοι από την Εθνική Συσπείρωση της Λε Πεν  συνδυασμοί καταποντίστηκαν σε αντίθεση με τους συνδυασμούς των βαθιά ριζωμένων στις τοπικές κοινωνίες σοσιαλιστών, αλλά και των προσκείμενων στην κατά τα άλλα φθίνουσα κεντροδεξιά υποψήφιων  τοπαρχών. Ήταν μάλιστα χαρακτηριστικό ότι παρά το γεγονός ότι στις προεκλογικές αντιπαραθέσεις κυριάρχησαν τα προνομιακά για την ακροδεξιά θέματα της εγκληματικότητας και της δημόσιας ασφάλειας, που, ειρήσθω εν παρόδω, ενώ δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητες των περιφερειακών συμβουλίων, πρυτάνευσαν, το Εθνικό Μέτωπο δεν κέρδισε ούτε μια παραπάνω περιφέρεια. Μόνη παρηγοριά για την Λε Πεν υπήρξε η εξίσου σημαδιακή ήττα που υπέστησαν οι συνδυασμοί του κυβερνώντος μακρονικού κόμματος. Εξαφανίστηκαν από τον πρώτο γύρο των περιφερειακών εκλογών χωρίς καν να χρειαστεί να δώσουν έστω και μια μάχη στον δεύτερο.

 Το “ακραίο κενό”, ο μεσαίος χώρος και η ακέφαλη Δεξιά   

Από τις περιφερειακές εκλογές και εντεύθεν τα πράγματα άρχισαν να παίρνουν παράδοξα απρόσμενη τροπή. Ο πολιτικός ανταγωνισμός ενόψει των προεδρικών εκλογών έμελλε μέσα σε ελάχιστους μήνες να προσλάβει μορφή πολιτικού θρίλερ.

Στην πραγματικότητα, ωστόσο, οι εξελίξεις που θα ακολουθούσαν κυοφορούνταν προ πολλού. Τα μεγάλα κενά στο γαλλικό πολιτικό σύστημα είχαν φανεί ήδη πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2017 και οι συζητήσεις που είχαν αρχίσει να γίνονται από πολύ νωρίτερα ήταν συμπτωματικές της κρίσης στην οποία είχε εισέλθει η Πέμπτη Γαλλική Δημοκρατία. Οι ιδέες που όλο και πιο συχνά έπεφταν στα τραπέζια των πολιτικών διαλόγων περί της ανάγκης αναθεώρησης του Συντάγματος, που ήταν το καμάρι και η παρακαταθήκη του Στρατηγού Ντε Γκωλ, ήταν ενδεικτικές της αλλαγής του πολιτικού κλίματος που είχε αρχίσει να δημιουργείται πριν το ξαναλλάξει ο Μακρόν επελαύνοντας προς την εξουσία με σημαία τη θεσμική “Επανάσταση” η επαγγελία της οποίας, όμως, έμελλε να μείνει ανεκπλήρωτη. Εξ’ ου και το κενό που άρχισε να δημιουργείται στον μεσαίο χώρο.

Τα κενά, όμως, στο γαλλικό πολιτικό σύστημα ήταν περισσότερα. Είχαν φανεί και στις προεδρικές εκλογές του 2017, έστω και αν προσωρινά καλύφθηκαν από την ευφορία που προκάλεσε ο θρίαμβος του Μακρόν, και στις βουλευτικές εκλογές της ίδιας χρονιάς, που, όμως, και πάλι συγκαλύφτηκαν με την αντικατάσταση του φθαρμένου κοινοβουλευτικού προσωπικού από το φρέσκο που πλαισίωσε τους συνδυασμούς της νέας συντριπτικής μακρονικής πλειοψηφίας, και, ασφαλώς, στις περιφερειακές εκλογές που σημαδεύτηκαν από την πρωτοφανούς μαζικότητας και καταθλιπτικότητας αποχή.    

Άλλωστε η έκταση της κρίσης του γαλλικού πολιτικού συστήματος είναι και αυτή που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί έκτοτε η πορεία που θα διέγραφε σε συνέχεια της πανδημικής περιόδου η Γαλλία είναι αντίστροφη της Γερμανίας. Πολύ περισσότερο που εδώ οι “Πράσινοι” ακούγονται περισσότερο αλλά υπάρχουν λιγότερο. Και πάντως αδυνατούν να βρουν αρκετά ευήκοα ώτα στα κηρύγματά τους εναντίον της πυρηνικής ενέργειας που είναι η δύναμη και αποτελεί εθνική περηφάνεια της χώρας τους. 

Με την κοινωνία της τελευταίας να συντηρητικοποιείται υπό το κράτος του φόβου που της προκαλεί η διαρκής τρομοκρατική απειλή, η αμφισβήτηση των κοσμικών αξιών του Κράτους, η άνοδος του σαλαφιστικού φονταμενταλισμού των μουσουλμανικών κοινοτήτων, οι διαχωριστικές τάσεις που αναπτύσσονταν εντός των εθνοτικών και θρησκευτικών μειονοτήτων, η συμμοριοποίηση των συνήθως αλλογενών παραβατικών νέων των λαϊκών προαστίων, η ανομοιογένεια του πολυπολιτισμικού περιβάλλοντος, η αλλοίωση της δημογραφικής σύνθεσης του πληθυσμού και των χαρακτηριστικών της γαλλικής εθνικής ταυτότητας, η φτωχοποίηση των μεσοστρωμάτων και η επισφάλεια για την επόμενη ημέρα των νεότερων γενεών. Η γενικότερη εν ολίγοις αίσθηση ότι η χώρα, ο πολιτισμός της και  η οικονομία της παρακμάζουν μαζί με την πολιτική της τάξη.

Απόδειξη τούτου είναι για τους Γάλλους ότι η κατά τα άλλα πλούσια βιομηχανική χώρα τους  χρειάστηκε να καταληφθεί εξαπίνης από τον κορονοϊό για να συνειδητοποιήσει έκπληκτη ότι κανείς από τους πολιτικούς της ταγούς δεν είχε φροντίσει να υπάρχουν τουλάχιστον αρκετά αποθέματα ιατροφαρμακευτικού υλικού, ώστε να αντιμετωπισθεί κάπως αποτελεσματικότερα η πρώτη αιφνιδιαστική επίθεση της πανδημίας.

Έτσι βίαια θα ανακάλυπταν και οι Γάλλοι ότι η παγκοσμιοποίηση, για την οποία κατά τα λοιπά δεν είχαν ιδιαίτερες αντιρρήσεις, τους είχε στερήσει ακόμα και τις στοιχειώδεις χειρουργικές μάσκες που τώρα τους ήταν απαραίτητες για την προστασία της δημόσιας υγείας τους. Ο αρχικός επίσημος ισχυρισμός ότι αυτές οι μάσκες, όχι μόνον δεν ήταν αναγκαίες, αλλά επιπλέον ήταν και επικίνδυνες για την υγεία τους, απλώς τους θύμωσε περισσότερο και έριξε ακόμα χαμηλότερα το ηθικό τους. 

Πλην όμως, ούτε η φθίνουσα συστημική κεντροδεξιά που είχε μείνει ακέφαλη μετά τον αποκεφαλισμό του φιλελεύθερου Φιγιόν, ήταν σε θέση να καλύψει το “μεσαίο κενό”, που δημιουργούσε η έστω μερική ματαίωση των προσδοκιών που έφεραν τον Μακρόν στην Προεδρία,  ούτε η υπερσυντηρητική ξενοφοβική δεξιά έδειχνε να ανακάμπτει, ώστε να καλυφθεί το “ακροδεξιό κενό” που άφηνε να δημιουργηθεί στο χώρο της λαϊκής δεξιάς η στρατηγική της “κανονικοποίησης” που ακολουθούσε η Λε Πεν.

Η τελευταία έλπιζε ότι με αυτήν την στρατηγική θα μπορούσε να διευρύνει τα ακροατήριά της απορροφώντας δυνάμεις από την βάση της ακέφαλης πιο συστημικής αλλά ταυτόχρονα και εθνικά πιο ευαίσθητης κεντροδεξιάς. Προϊόντος, όμως, του χρόνου έδειχνε να μη μπορεί να απαλλαγεί από την εικόνα του looser που είχε μείνει ανεξίτηλη στην κοινή γνώμη μετά το μοιραίο debate με τον Μακρόν. 

Όσο για την πάλαι ποτέ κραταιά γαλλική αριστερά η συρρίκνωσή της είχε αποκτήσει πλέον καλπάζοντες ρυθμούς. Το κάποτε αναγεννηθέν επί Μιτεράν  Σοσιαλιστικό Κόμμα είχε περιπέσει σε αφάνεια μετά την συντριβή του υποψηφίου του Μπενουά Αμόν στις προεδρικές του 2017. Η δε νέο-κομμουνιστική “Ανυπότακτη Γαλλία” του χαρισματικού Ζαν-Λυκ Μελανσόν, που είχε προς στιγμήν διεκδικήσει με αξιώσεις την είσοδό της στον δεύτερο γύρο των εκλογών του 2017,  είχε πλέον  απωλέσει παντελώς την δυναμική που είχε αρχικά αποκτήσει καλύπτοντας το κενό της ριζοσπαστικής, τύπου αντιμνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ, αριστεράς.      

Το φαινόμενο Ερίκ Ζεμμούρ

 Ως έτοιμος από καιρό, ο πρώτος που κατάλαβε σε τι συνίσταντο τα κενά του γαλλικού κομματικού συστήματος ήταν ο Ερίκ Ζεμμούρ. Πασίγνωστος αρθρογράφος, δοκιμιογράφος, αστέρας της τηλεοπτικής δημοσιογραφίας ήταν ο συγγραφέας, μεταξύ πολλών άλλων, του ευπώλητου “Η Γαλλική Αυτοκτονία”.

Το είχε γράψει το 2014 καταγγέλλοντας την σταδιακή αποδυνάμωση της έννοιας του γαλλικού Έθνους-Κράτους. Αυτού, δηλαδή, του ιστορικού φαινομένου που είχε συνδεθεί με την Γαλλική Επανάσταση και που εξακολουθούσε έκτοτε να συνέχει την γαλλική εθνική συνείδηση και τις μετά τον Διαφωτισμό γαλλικές πολιτικές παραδόσεις.

Ξέροντας, προφανώς, πολύ καλά, πόσο οι χορδές αυτές είχαν ευαισθητοποιηθεί μετά την “ήττα” στην πρώτη φάση του ασύμμετρου πολέμου με τον αόρατο κορωνοϊό και πόσο η αίσθηση της προϊούσας παρακμής έθιγε κατάκαρδα τον υπεραναπτυγμένο και καταπιεσμένο από την παγκοσμιοποίηση και την γερμανική ευρωπαϊκή πρωτοκαθεδρία εθνικό εγωισμό των συμπατριωτών του, ο Ζεμμούρ εκτόξευσε στις αρχές του προεκλογικού καλοκαιριού ένα καινούργιο βιβλίο με τον εύγλωττο τίτλο “Η Γαλλία δεν έχει πει ακόμα την τελευταία της λέξη” και αποφεύγοντας παράλληλα συνειδητά να εξαγγέλλει την υποψηφιότητά του στις εκλογές, ξεκίνησε να περιοδεύει τη χώρα, ιδιαίτερα τις επαρχίες της, παρουσιάζοντας το νέο του πόνημα σε ενθουσιώδεις μαζικές συγκεντρώσεις πολιτών.   

Παράλληλα μια σειρά οργανώσεων “φίλων του Ζεμμούρ”, κυρίως νέων, άρχισαν να ξεφυτρώνουν η μια πίσω από την άλλη δημιουργώντας κλίμα θερμής αναμονής της επίσημης υποβολής της  υποψηφιότητάς του. Ο ίδιος βολιδοσκοπούσε τις καταστάσεις και δημιουργούσε ένα σασπένς που υποχρέωνε όλα τα ΜΜΕ να κάνουν τις εκδηλώσεις και τις δηλώσεις του πρώτη είδηση σχεδόν σε καθημερινή βάση.

Μέσα σε ελάχιστο χρόνο, το μεν βιβλίο έσπαγε ρεκόρ πωλήσεων, οι δε δημοσκοπήσεις κατέγραφαν την αλματώδη αύξηση των ποσοστών σε δυνητική πρόθεση ψήφου.

Ένα νέο πολιτικό φαινόμενο είχε γεννηθεί. Με τον Ζεμμούρ να γίνεται αστραπιαία δημοφιλέστερος της Μαρίν Λε Πεν, να υιοθετεί ρητορικές και επικοινωνιακές συνταγές Τραμπ, να παρουσιάζεται ως πολιτικός κληρονόμος του Ντε Γκωλ, να τοποθετείται ως ο ιδανικότερος και ελπιδοφόρος  αντι-Μακρόν. Άλλωστε και το βιβλίο του “Η Γαλλία δεν έχει πει ακόμα την τελευταία της λέξη” αποτελούσε ενός είδους απάντηση στο αντίστοιχο που είχε κυκλοφορήσει ενόψει των προεδρικών του 2017 ο Μακρόν υπό τον τίτλο “Η Επανάσταση”.

Καταλαβαίνοντας ακόμα πολύ καλά ότι η Λε Πεν και διότι κατατρεχόταν από το σύνδρομο του looser και διότι η στρατηγική της μετριοπάθειας που ακολουθούσε δεν θα μπορούσε να βρει ανταπόκριση στα περισσότερο διακεκαυμένα ακροατήρια της άκρας εθνικιστικής δεξιάς, ο Ζεμούρ με αναμφισβήτητο πάθος, σπιρτάδα και ρητορική δεινότητα χτυπούσε μεθοδικά στο μαλακό υπογάστριο της εκλογικής της βάσης, χωρίς όμως να επιτίθεται στο πρόσωπό της. Της έλεγε απλά : “Αν μείνετε μαζί της θα χάσετε, αν έρθετε μαζί μου θα κερδίσουμε και αν δεν κερδίσουμε θα έχουμε τουλάχιστον σώσει την τιμή μας υπερασπιζόμενοι τις εθνικές αρχές, τις αξίες μας και τον πολιτισμό μας”.

Δεν ήταν άλλωστε τυχαίο ότι και η ίδια η Λε Πεν κάπως έτσι είχε προσπαθήσει να τονώσει το ηθικό  τους εγκαινιάζοντας την προεκλογική της εκστρατεία με το σύνθημα ότι “η μάχη των προεδρικών είναι μάχη πολιτισμών”. Απλώς ο Ζεμούρ είχε και το μπρίο και την κουλτούρα που του επέτρεπαν να ξεσηκώνει τα ίδια ακροατήρια αφήνοντας να εννοηθεί ότι μαζί του όφειλε να συμπαραταχθεί και η Λε Πεν. 

Όπως δεν ήταν τυχαίο ότι έσπευσε να εμφανιστεί από κοινού με την ανιψιά της και φίλη του, Μάριον Μαρεσάλ Λε Πεν, αγαπημένη εγγονή του Ζαν Μαρί Λε Πεν και ανερχόμενο αστέρι του γαλλικού πολιτικού στερεώματος. Έκλεινε έτσι το μάτι σε όλους αυτούς που έφεραν βαρέως το γεγονός ότι η ανιψιά είχε δυσαρεστηθεί με τη συμπεριφορά της θείας της απέναντι στον πατέρα της και είχε αποχωρήσει επιδεικτικά διαφωνώντας πολιτικά μαζί της.

Όπως, βέβαια, δεν ήταν καθόλου τυχαίες όλες οι αναφορές που έκανε συστηματικά στους εμβληματικούς θεωρητικούς της γαλλικής αποικιοκρατίας και του αντισημιτισμού, όπως ο Μωράς, φθάνοντας μάλιστα στο σημείο να γίνει απολογητής του Πεταίν της κατοχικής κυβέρνησης του Βισύ, την ίδια ώρα που ο Μακρόν απολογείτο για τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, που διέπραξαν κατά καιρούς τα γαλλικά αποικιακά στρατεύματα, και πρωτοστατούσε σε εκδηλώσεις μνήμης για τα θύματα του ολοκαυτώματος ενώ δεν δίστασε να αποτίσει φόρο τιμής στους Αλγερινούς διαδηλωτές που οι αστυνομικές δυνάμεις του περιβόητου Μωρίς Παπόν είχαν πνίξει στον Σηκουάνα κατά τις κινητοποιήσεις υπέρ του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της Αλγερίας (1954-1962).

Προφανής, άλλωστε, επικοινωνιακός στόχος του Ζεμμούρ δεν ήταν ούτε είναι  να απευθυνθεί κατά προτεραιότητα στον σκληρό πυρήνα της εκλογικής βάσης της “Εθνικής Συσπείρωσης”, στην οποία είχε προσχωρήσει εδώ και χρόνια η παραδοσιακή εργατική βάση του πάλαι ποτέ ένδοξου Γαλλικού  Κομμουνιστικού Κόμματος. Στόχος του ήταν να κερδίσει την στήριξη όλων αυτών των πολυπληθών μεσοστρωμάτων  που βλέπουν με δέος στην αποβιομηχάνιση κυρίως, αλλά και στην υποβάθμιση της αγροτικής παραγωγής τους λόγους εξ αιτίας των οποίων η Γαλλία ωθείται σε μια μη αναστρέψιμη οικονομική, και όχι μόνον, παρακμή.

Όπως βλέπουν και στις αυξανόμενες μεταναστευτικές ροές, στις θρησκευτικές δράσεις των υποστηριζόμενων και χρηματοδοτούμενων από την Τουρκία μουσουλμανικών σωματείων, στην επιδεικτική περιφορά των γυναικών με τις μαντίλες και τα τσαντόρ και στην αύξηση του αριθμού των “δανεικών” ξένων εργατών της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων τον κίνδυνο μείωσης της εθνικής συνοχής και μιας βαθύτερης αλλοίωσης της κοσμικότητας του Κράτους και των πολιτισμικών χαρακτηριστικών της γαλλικής εκπαίδευσης και  κοινωνίας.

Γι’ αυτό και ο Ζεμούρ είχε μέχρι σήμερα επιλέξει να κινηθεί με μια μονοθεματική ατζέντα εστιασμένη σε δυο ομοειδείς θεματικές ενότητες: την επιστροφή στο ντεγκολικό βιομηχανικό οικονομικό πρότυπο και την απάντηση στην “πρόκληση” της ισλαμοποίησης της γαλλικής κοινωνίας και της αποκαλούμενης “μεγάλης δημογραφικής αντικατάστασης” του πληθυσμού της Γαλλίας.

Υψώνοντας αυτό το τελευταίο ως φόβητρο και προβάλλοντας ως κεντρικό του σύνθημα το λογοπαίγνιο “το αδύνατο δεν είναι γαλλικά”, ο Ζεμμούρ έχει πλέον πάρει και επισήμως τη θέση του στην κούρσα των προεδρικών εκλογών με δημοσκοπικές επιδόσεις που δεν είναι σήμερα όσο εντυπωσιακές υπήρξαν στην αρχή, πριν κάνει η Βαλερί Πεκρές τη δική της έκπληξη κερδίζοντας το κομματικό χρίσμα της κεντροδεξιάς ως υποψήφια για το αξίωμα του Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας.

Πλην όμως δεν παύει να συνιστά από μόνο του έκπληξη το γεγονός ότι ο ανταγωνισμός του με την Λε Πεν θυμίζει κούρσα μέσων αποστάσεων κατά τη διάρκεια της οποίας οι δρομείς εναλλάσσονται συνεχώς στην πρώτη θέση. Αν μάλιστα σκεφτεί κανείς ότι, μέχρι την εμφάνιση του Ζεμμούρ, ουδείς περίμενε ότι στην θέση του κύριου  αντιπάλου του Μακρόν θα μπορούσε να βρεθεί οιοσδήποτε άλλος πλην της Λε Πεν, δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο ο Ζεμμούρ να κόψει το νήμα του πρώτου γύρου μπροστά από την υποψήφια της Εθνικής Συσπείρωσης.

Πολλά, βεβαίως, θα εξαρτηθούν από το ποιος θα καταφέρει να επιβάλλει την ατζέντα του στα ακροατήρια που,  όπως η φύση, απεχθάνονται τα κενά.

Θα πρέπει κατά συνέπεια να περιμένουμε να δούμε τι επωάζεται εντός του ακραίου κενού που εντέλει μπορεί και να μην περιλάβει μόνο την ακροδεξιά.

Το κρίσιμο, ωστόσο, θα είναι το πώς θα διαμορφωθούν οι τάσεις της κοινής γνώμης αν και όταν ο Ζεμμούρ αποφασίσει να μιλήσει για την αγοραστική δύναμη των γαλλικών νοικοκυριών απευθυνόμενος σε αυτούς που τρέμουν με την ιδέα της δραματικής μείωσής της. Είναι ήδη πάρα πολλοί και ίσως να είναι αυτοί που θα κρίνουν το εκλογικό αποτέλεσμα.