Kreport > Uncategorized > Οθωμανικές αφηγήσεις για την Ελληνική Επανάσταση: Από τον Γιουσούφ Μπέη στον Αχμέτ Τζεβντέτ Πασά Της Σοφίας Λαΐου και του Μαρίνου Σαρρηγιάννη, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών/ΕΙΕ, Αθήνα 2019 | Η Ελληνική Επανάσταση μέσα από τα μάτια των Οθωμανών, Λεωνίδας Μοίρας, Εκδόσεις ΤΟΠΟΣ, Αθήνα 2021

Οθωμανικές αφηγήσεις για την Ελληνική Επανάσταση: Από τον Γιουσούφ Μπέη στον Αχμέτ Τζεβντέτ Πασά Της Σοφίας Λαΐου και του Μαρίνου Σαρρηγιάννη, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών/ΕΙΕ, Αθήνα 2019 | Η Ελληνική Επανάσταση μέσα από τα μάτια των Οθωμανών, Λεωνίδας Μοίρας, Εκδόσεις ΤΟΠΟΣ, Αθήνα 2021

Γράφει ο Αντώνης Παπαγιαννίδης

 Συνεχίζουμε σήμερα μια προσπάθεια επισήμανσης κάποιων ιδιαίτερων συνεισφορών στην πληθωρική βιβλιοπαραγωγή που προκάλεσε – και το λέμε ως θετικό, αυτό – η όλη υπόθεση του εορτασμού των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση. Γιατί «ως θετικό»; Επειδή ακριβώς ο οργανωμένος εορτασμός – για τα ελληνικά μέτρα: Μην φαντασιωνόμαστε το Γαλλικό Bicentenaire του 1789 επί Προεδρίας Μιττεράν, με τον αστερισμό εκδηλώσεων υψηλού προφίλ και με μεγάλα έργα-σφραγίδες της μνήμης (από τα εγκαίνια της Pyramide στο Λούβρο και τη μεταφορά της σποδού προσωπικοτήτων στους Invalides μέχρι την μετονομασία του υπουργείου Πολιτισμού σε “et du Bicentenaire», από την φιλοξενία ειδικής Συνόδου των G-7 στο Παρίσι μέχρι την πρωτοβουλία συνταγματικής αναθεώρησης ώστε ο απλός Γάλλος πολίτης να μπορεί να προσφεύγει στο Συνταγματικό Δικαστήριο…) –προσέκρουσε ούτως ή άλλως στην πανδημία της covid-19, οπότε κυρίως «ανέβηκαν» στο προσκήνιο επιμέρους πρωτοβουλίες. Από αυτές, καμμιά συμπαθέστερη από τα βιβλία που είδαν το φως, είτε από τα εκδοτικά προγράμματα εκδοτικών οίκων είτε από μεμονωμένες πρωτοβουλίες συγγραφέων, μελετητών κοκ.

Σήμερα, λοιπόν, μια ιδιαίτερη πρόταση ανάγνωσης. Δυο βιβλία που προσεγγίζουν την Επανάσταση με τα μάτια «των απέναντι»: Των Οθωμανών, που είδαν να εκδηλώνεται σε μια άκρια της Αυτοκρατορίας στασιαστική κίνηση από έναν, είναι αλήθεια, κατά καιρούς ανήσυχο λαό (που «ζούσαν εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εις ιδιαίτερον δι’ αυτούς κόσμον, ως είδος ξενιζόμενων (musafir) μεταξύ των μουσουλμάνων, θεωρούντες και οι ίδιοι τούτους ως ξένους, εις τα μέρη όπου ήταν συμπαγείς». [Η αναφορά από το έργο του Τζεβντέτ Πασά, ο οποίος περιγράφει εκ των υστέρων, μετά την δημιουργία του ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους, τους Ρωμιούς /Ρουμ, «Έλληνες, τους οποίους οι Φράγκοι αποκαλούν Grecs και ημείς Γιουνάν»].

Το πρώτο βιβλίο, των Λαΐου/Σαρρηγιάννη στις Εκδόσεις του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, είναι  χτισμένο γύρω από χειρόγραφο του Γιουσούφ Μπέη, Ναυπλιώτη την καταγωγή και με μητέρα Ρωμιά, ιππέα της Υψηλής Πύλης που βρέθηκε στην πολιορκία της Τρίπολης το 1821 και του Ναυπλίου από τους Έλληνες το 1822. Και τελικώς φυγαδεύτηκε – με μεσολάβηση Φωτάκου – με πλοίο του Hamilton, στην Σμύρνη. Η ιστόρηση γεγονότων από τον Μοραβή (Μωραϊτη) Γιουσούφ Μπέη βαίνει παράλληλα προς το προσωπικό στοιχείο αφήγησης («καίγομαι όλο φωτιά και βασανίζομαι με όλες τις αναμνήσεις […] τα βάσανα και τις δυσκολίες που τράβηξα») ενώ περιλαμβάνει και την δική του αιτιολόγηση της ήττας των Οθωμανών στην Πελοπόννησο από τους Ρωμιούς, ξεχωριστό έθνος (μιλλέτ) το οποίο δεν μπορεί να αντέξει την δουλεία «παρά μόνον εξ ανάγκης». Άλλες του παρατηρήσεις, όπως οι αναφορές στους Έλληνες προκρίτους στους οποίους διακρίνει «ανικανότητα επιβολής στους ίδιους τους στρατιώτες» και την μη-τήρηση των συμφωνιών, έχουν επίσης ενδιαφέρον. παράδειγμα το χωρίο σύμφωνα με το οποίο «καταραμένοι παπάδες σκορπίστηκαν στην επικράτεια και προσεταιρίστηκαν τους εξέχοντες και επικεφαλής κοτζαμπάσηδες και προύχοντες του Μοριά, κάνοντας τους μετόχους στο μυστικό» [της Φιλικής Εταιρείας].

Αξίζει ο αναγνώστης να βυθιστεί άμεσα στις περιγραφές του Γιουσούφ Μπέη – οι ερευνητές βρήκαν και συνδύασαν χειρόγραφα του σε βιβλιοθήκες του Βερολίνου και στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Πόλης – και στις αναφορές του στις προσωπικότητες της Επανάστασης, από Κολοκοτρώνη και Δεληγιάννη και Ορλάνδο μέχρι Παλαιών Πατρών, τους ρόλους και τις δυναμικές σχέσεις τους με τους Οθωμανούς. Όμως οι Λαΐου και Σαρρηγιάννης οδηγούν τα βήματα του αναγνώστη, αξιοποιώντας πολλούς ακόμη συντελεστές της Οθωμανικής ιστοριογραφίας, ώστε να αναδειχθεί το πώς προσεγγίσθηκε /εξηγήθηκε απ’ αυτούς το φαινόμενο της Επανάστασης. Το πως, δηλαδή, αποδόθηκε περισσότερο στην κατάρρευση μιας ιδιότυπης αίσθησης «δικαιοσύνης» στην Αυτοκρατορία. Πώς αυτό; Η εξουσία του ηγεμόνα/σουλτάνου χρειάζεται τον στρατό – ο στρατός χρειάζεται πλούτο/πόρους – ο πλούτος θα προκύψει από τους χωρικούς (ιδίως ραγιάδες) – αυτοί όμως χρειάζονται την δικαιοσύνη, την οποία παρέχει ο σουλτάνος. Η απουσία δικαιοσύνης είναι που φέρνει την εξεγερτικότητα. Ειδικά προκειμένου περί των Ελλήνων, η Οθωμανική σκέψη επισημαίνει και την θρησκευτική διάσταση, η οποία μάλιστα συναρτάται και με Ρωσική επιρροή.

Ας σημειωθεί ότι εκεί, στο γύρισμα του 19ου αιώνα, στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, λόγιοι αντιλαμβάνονται αλλαγές που τότε επέρχονται στην Ευρώπη – ιδίως μετά την Γαλλική Επανάσταση και με τις ιδέες περί ατομικότητας και ελευθερίας. Όμως εκεί που υπάρχει αποδοχή/ενσωμάτωση ιδεών είναι περισσότερο στην στρατιωτική και κρατική οργάνωση. Η ομόλογη, καθοριστική επίδραση στην Ελληνική Επανάσταση είναι περιορισμένα κατανοητή, αλλά ακόμη λιγότερο γίνεται αντιληπτή η εθνική διάσταση, καθώς αυτή δεν ταιριάζει στα οθωμανικά στερεότυπα: Αυτή η έλλειψη αντίληψης «χρωματίζει» όλη την περίοδο…

Το δεύτερο βιβλίο, του διδάσκοντος ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο ΕΚΠΑ Λεωνίδα Μοίρα, βασισμένο σε διδακτορική  του διατριβή, συστηματοποιεί εν πρώτοις τις μελέτες που είχαν γίνει και στην ελληνική και στην τουρκική ιστοριογραφία – με έμφαση και στα επίσημα Οθωμανικά Αρχεία – αλλά και δίνει μια γενική περιγραφή της κατάστασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τις δεκαετίες που προηγήθηκαν της Επανάστασης, με φόντο τις Ευρωπαϊκές και Ρωσικές εξελίξεις. Στέκεται περισσότερο στην διάσταση της Γαλλικής πολιτικής παρουσίας, αλλά και της διάδοσης των Γαλλικών ιδεών, με την ανάδυση της εννοίας της «δημοκρατίας»/cumhuriyet, που διαταράσσει την καθεστηκυία τάξη/nizam. Αντίστοιχα, προσεγγίζεται με Οθωμανική ματιά και η εξέγερση του 1770 /Ορλωφικά στην Πελοπόννησο, και η Σερβική Επανάσταση στο γύρισμα του 19ου αιώνα, που στρέφει τα μάτια της Υψηλής Πύλης στην Ρωσική υποκίνηση.

Όταν, πάντως, προκύπτουν οι πρώτες δημόσιες διατυπώσεις των αρχών της Ελληνικής Επανάστασης, με χαρακτηριστική την απόπειρα τουρκικής μετάφρασης/απόδοσης του Συντάγματος της Επιδαύρου, ήδη γλωσσικά αποτυπώνεται η δυσχέρεια κατανόησης. Το «Σύνταγμα» αναφέρεται σαν νομοθετικός κανόνας, η «Εθνοσυνέλευση» είναι Εθνική Επιτροπή. Τα «δίκαια και οι νόμοι της φύσης» (κατ’ αναγωγή στην Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) προσεγγίζονταν ως εμπορικά/οικονομικά προνόμια, οι «πληρεξούσιοι του Έθνους» αποδίδονται ως αντιπρόσωποι ενώπιον των δικαστηρίων. Το χάσμα κατανόησης, φανερό.

Όταν λοιπόν εκδηλώνεται η επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων – κι ας υπήρξε αρχικά από μέρους τους αποκήρυξη του κινήματος του Υψηλάντη – η Υψηλή Πύλη επιμένει στην υπόνοια της Ρωσικής ή και Αυστριακής υποκίνησης. ενώ οι παρεμβάσεις με επιστολή του Βρετανού πρεσβευτή Κάννινγκ (μετά την σφαγή της Χίου) και τα διαβήματα Γαλλίας-Αγγλίας-Ρωσίας για αμνηστία στους εξεγερμένους Έλληνες, θεωρούνται μέρος μιας απόπειρας διαμελισμού της Αυτοκρατορίας. Πάντως, οι κινήσεις του Λόρδου Βύρωνα προβληματίζουν περισσότερο την Υψηλή Πύλη – για να φθάσει κάποια χρόνια μετά την ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους στην αναγνώριση (από τον Μουσταφά Ρεσίτ πασά) ότι οι Δυτικοί συντρέχουν το νεοϊδρυτο Βασίλειον/λόγω θαυμασμού στην αρχαία Ιστορία και παιδεία της Ελλάδας…

Με τον τρόπο αυτό, ο Λ. Μοίρας παρακολουθεί όχι μόνο τις κινήσεις των Οθωμανών απέναντι στην εξέλιξη της Επανάστασης και την ίδρυση Ελληνικού Κράτους, αλλά και στον ρόλο που έπαιξε εξ αντανακλάσεως η ύπαρξη και οργάνωση του Ελληνικού Κράτους στις μεταρρυθμίσεις μέσα στην ίδια την Οθωμανική Αυτοκρατορία – με δημοσιονομικές αλλά και οργανωτικές πτυχές. Η καχυποψία προς τους Φαναριώτες δραγουμάνους οδηγεί – μέσα στα χρόνια της Επανάστασης – στην δημιουργία Υπηρεσίας Μεταφράσεων και Υπηρεσίας Ξένων Γλωσσών στην Υψηλή Πύλη: Απ’ εκεί εκπηγάζει, μια δεκαετία αργότερα, το ίδιο το Υπουργείο Εξωτερικών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μετέπειτα Τουρκίας.