Kreport > Uncategorized > Κεντρικές Τράπεζες, των Σ. Βλιάμου – Κ. Γκράβα, εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2021

Κεντρικές Τράπεζες, των Σ. Βλιάμου – Κ. Γκράβα, εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2021

Γράφει ο Αντώνης Παπαγιαννίδης

 Αποτελεί όλη αυτή η περίοδος, κρίσιμα δε το τέλος του 2021, την εποχή των κεντρικών τραπεζών. Οι δικές τους – άνευ προηγουμένου – παρεμβάσεις για παροχή ρευστότητας, με οδηγό την αμερικανική Fed, αλλά και συνειδητά παρεμβατική την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με το πρόγραμμα PEPP, «κράτησαν» τις οικονομίες από το σοκ του κορωνοϊού, που ήρθε να προστεθεί αν μη τι άλλο στην κρίση χρέους της Ευρωζώνης. Τώρα ακριβώς, δε, που όφειλε να αρχίσει να αποσύρεται η στήριξη αυτή, με την Fed να έχει προαναγγείλει υποχώρηση/tapering (με σταδιακή αύξηση των επιτοκίων από το καλοκαίρι) και την ΕΚΤ να θεωρεί δεδομένο τον τερματισμό του PEPP τον Μάρτιο του 2022, έπεσε στην μέση η μετάλλαξη Όμικρον και έφερε νέες αβεβαιότητες.

Ήδη, λοιπόν, από την προηγούμενη φάση των πραγμάτων – εκείνη της χρηματοπιστωτικής κρίσης του2008  που εμείς την ζήσαμε ως κρίση χρέους/των Μνημονίων – που γνώρισε και στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ βαριούς κραδασμούς με την αστοχία Τρισέ στην πρώτη περίπτωση, το άγαρμπο tapering στην δεύτερη, η ευρύτερη κοινή γνώμη είχε αρχίσει να αναμετριέται με το φαινόμενο των κεντρικών τραπεζών: Την ανεξαρτησία τους από την πολιτική διαδικασία, την καθοριστικότητα των παρεμβάσεών τους για την συνολική ισορροπία της οικονομικής πολιτικής, τις επιπτώσεις στη ζωή των καθημερινών ανθρώπων. Τώρα, όπου παράλληλα και με το σοκ της πανδημίας που καλείται να αποσβέσει, έρχονται στο προσκήνιο και διαρθρωτικές απαιτήσεις του τύπου της ψηφιακής μετάβασης, που χρειάζονται accommodating/διευκολυντική στάση χωρίς όμως να χάνεται και η σταθερότητα, η λειτουργία των κεντρικών τραπεζών έρχεται εντονότερα παρά ποτέ στο προσκήνιο.

Την βάση αυτής της συζήτησης έρχεται να θέσει το συνοπτικό αυτό βιβλίο των Βλιάμου-Γκράβα, το οποίο με φόντο ιστορική αναδρομή στην πορεία του κεντρικοτραπεζικού φαινομένου με όλες τις μεγάλες φάσεις του που «προσγειώνονται» στο σήμερα, ξεναγεί στις διαδοχικές θεωρίες που οδήγησαν αυτό το μείγμα χρηματοοικονομικής τεχνικής (παρέμβαση στις αγορές), οικονομικής πολιτικής και (εν τέλει) τέχνης, που είναι η κεντρική τραπεζική και η δόμηση των νομισματικών συστημάτων. Αν ένα παράπονο θα μπορούσε να διατυπωθεί, αυτό θα ήταν η συγκριτικά περιορισμένη – όχι τόσο σε έκταση όσο σε διάθεση «ξεφυλλίσματος» του πολιτικού προτάγματος – κάλυψη του φαινομένου της Ευρωζώνης. Και του παρολίγον εκτροχιασμού της.

Ίσως η εξήγηση να βρίσκεται στην άποψη των συγγραφέων που θέλει ως «τέλος»/τελικό-ουσιαστικό σκοπό των χειρισμών των κεντρικών τραπεζών κάτι που περιγράφουν ως νομισματική ειρήνη. Κάτι που, εν τέλει, συνηχεί με τον ρόλο του ευρώ/ της ΕΚΤ ως θεσμικού βάθρου της ελπιζόμενης/σχεδιαζόμενης, πλην όχι απ’ όλους, ευρωπαϊκής πολιτικής ολοκλήρωσης. Ωστόσο, μια εναλλακτική προσέγγιση που βλέπει στους χειρισμούς των κεντρικών τραπεζών συνοδευτικούς ρόλους διεθνών συστημάτων ισχύος θα άξιζε τον κόπο να φιλοξενηθεί.