Kreport > Uncategorized > Εν ου παικτοίς

Εν ου παικτοίς

Του Παύλου Τσίμα

«Γιατί όμως η κοινωνία παρακολουθεί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις εξελίξεις στο Κίνημά μας; Γιατί κουράστηκε από δύο κόμματα που επενδύουν στη διαίρεση, την ανασφάλεια και στις άγονες πολιτικές αντιπαραθέσεις»- έλεγε ο Νίκος Ανδρουλάκης στην παρθενική του ομιλία ως πρόεδρος προς τους βουλευτές του ΚΙΝΑΛ. Και υποσχόταν, ως αντίδοτο, «ρεαλισμό, συνέπεια, υπευθυνότητα». Η υπόσχεση θα πρέπει να περιμένουμε να δοκιμαστεί στην πράξη. Η διαπίστωση, όμως, επιβεβαιώθηκε μέσα σε 24 ώρες.

Την ίδια εκείνη Τρίτη δημοσιεύθηκε, σ ένα σκανδιναβικό επιστημονικό περιοδικό, μια μελέτη που αποτύπωνε σε αριθμούς την σκληρή αλήθεια της αυξημένης θνητότητας στις ελληνικές ΜΕΘ τον καιρό της πανδημίας. Καιρό τώρα διατυπώνεται το ερώτημα γιατί η Ελλάδα εμφανίζει αυξημένο ρυθμό και αριθμό θανάτων. Γιατί η αναλογία κρουσμάτων / θανάτων είναι, σε σύγκριση με τις άλλες δυτικό-ευρωπαϊκές χώρες, τόσο αυξημένη. Ότι ο πληθυσμός είναι πιο γερασμένος απ’ ότι άλλων χωρών (όχι όμως και από της Ιταλίας, για παράδειγμα) θα ήταν μια εξήγηση. Ότι έχουμε πολύ μεγαλύτερα ποσοστά ευπαθών και υπερηλίκων που μένουν (αναιτίως και υπαιτίως) ανεμβολίαστοι, θα ήταν και αυτή μία εξήγηση. Αλλά και οι δύο αυτές εξηγήσεις έμοιαζαν ανεπαρκείς για να ερμηνεύουν την απόσταση που μας χωρίζει από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο θνητότητας. Ήταν φανερό ότι υπάρχει ένας ακόμη, κρίσιμος παράγοντας που εξηγεί την απόκλιση: Τα όρια του Εθνικού Συστήματος Υγείας.

Η μελέτη των καθηγητών Τσιόδρα και Λύτρα, λοιπόν, επιβεβαιώνει με αριθμούς ότι: Το εθνικό μας σύστημα υγείας, πρώτον, αντέχει λιγότερη πίεση από ότι άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Η θνητότητα αυξάνει στις ΜΕΘ πολύ πριν αγγίξουμε τα ονομαστικά όρια αντοχής τους: όταν οι διασωληνώσεις υπερβούν τις 400, η θνητότητα αυξάνεται κατά 25%. Και, δεύτερον, η έρευνα μεταφράζει σε αριθμούς μια διαπίστωση που ο πρωθυπουργός ο ίδιος είχε διατυπώσει, σε μια συνέντευξή του στην Καθημερινή, πώς «η πανδημία ανέδειξε ένα ΕΣΥ δύο ταχυτήτων». Η θνητότητα, μακριά από τις ΜΕΘ των μεγάλων, καλών νοσοκομείων του κέντρου της Αθήνας, αυξάνεται 35% (στην Θεσσαλονίκη) και 40% στα περιφερειακά νοσοκομεία.

Αυτές οι διαπιστώσεις επιδέχονται, προφανώς, πολιτική μετάφραση. Δικαιολογούν μια μεγάλη πολιτική συζήτηση. Δεν θα ήταν άτοπο, ούτε θα συνιστούσε «πολιτικοποίηση του επιστημονικού έργου» αν χρησιμοποιούνταν ως βάση για κριτική προς την κυβέρνηση. Ότι κακώς εξέπεμπε καθησυχαστικά μηνύματα «λήξης συναγερμού». Ότι κακώς διστάζει, όταν διστάζει, να επιβάλει περιοριστικά μέτρα για να μην πλήξει την διάχυτη μικρή επιχειρηματικότητα που την πιέζει για μια πρόωρη «επιστροφή στην κανονικότητα». Ότι θα έπρεπε να κινηθεί πιο γρήγορα και με μεγαλύτερη γενναιότητα σε κινήσεις διόρθωσης των αδυναμιών του συστήματος- όσων επιδέχονται διόρθωση σε καιρό κρίσης. Ή ότι θα έπρεπε να παίρνουμε μέτρα περιορισμού του κινδύνου μετάδοσης αυστηρότερα απ’ ότι χώρες με ανθεκτικότερα συστήματα υγείας. Και, προφανώς, οι διαπιστώσεις της έρευνας θα επέβαλαν μια μεγάλη συζήτηση, σε επιστημονικό επίπεδο μα και στον ευρύτερο δημόσιο διάλογο και μεταξύ των πολιτικών κομμάτων, για μια εθνική συμφωνία επί μιας αναγκαίας μεγάλης μεταρρύθμισης της δημόσιας υγείας, με βάση τα διδάγματα της πανδημίας.

Αντί γι’ αυτό, τέσσερις μέρες τώρα, το πολιτικό σύστημα χορεύει σκληρό ροκ (κατά την αθάνατη ρήση του Κώστα Λαλιώτη) για ένα υπαρκτό, μα δευτερεύον θέμα- αν είχε υπ’ όψη του ο πρωθυπουργός την έρευνα (που εκτιμά ότι οι διασωληνωμένοι εκτός ΜΕΘ έχουν 87% μεγαλύτερη θνητότητα) όταν έλεγε προ ημερών στην Βουλή ότι «δεν έχει ένδειξη» πως είναι μεγαλύτερη η θνητότητα εκτός ΜΕΘ. Λες και χρειαζόταν επιστημονική μελέτη, δεν αρκούσε η κοινή λογική για να ξέρουμε πως η εκτός ΜΕΘ διασωλήνωση εκθέτει σε πολύ μεγαλύτερους κινδύνους. Κι έτσι, ο ΣΥΡΙΖΑ βρήκε ευκαιρία να κατηγορήσει τον πρωθυπουργό ως «ψεύτη» (ευτυχώς όχι και «δολοφόνο», η χρήση του όρου αποδοκιμάστηκε δια της διαγραφής Κουρουμπλή) και να ζητήσει την παραίτησή του. Και η κυβέρνηση βρήκε ευκαιρία να ανταποδώσει κατηγορώντας τον ΣΥΡΙΖΑ ότι «εύχεται να πάει άσχημα η πανδημία για να κερδίσει πόντους».

Επιστρέφουμε, λοιπόν, στην διατύπωση Ανδρουλάκη. Περί επένδυσης σε διαίρεση, ανασφάλεια και άγονες αντιπαραθέσεις. Έτσι γινόταν πάντοτε στην ελληνική πολιτική ζωή, ειδικά σε περιόδους που ο τυπικός δικομματισμός παρουσιάζει δυσλειτουργίες και δυσκολία αναπαραγωγής του. Μόνο που τώρα μοιάζει να παίζουμε «εν ου παικτοίς». Όχι μόνον γιατί βρισκόμαστε στο κατώφλι ενός άγριου χειμώνα με σκοτεινές προβλέψεις για επιδημιολογική επιδείνωση, με πολλαπλασιασμό κρουσμάτων και θανάτων. Όχι μόνον γιατί πολλές επιστημονικές μελέτες έχουν αποδείξει αυτά τα δύο χρόνια ότι ένας από τους κρισιμότερους παράγοντες που διακρίνει τις χώρες που αντιμετωπίζουν με κάποια επιτυχία την πανδημία από εκείνες που αποτυγχάνουν είναι η ικανότητα παραγωγής κοινωνικής και πολιτικής συναίνεσης ως προς τα μέτρα για την αντιμετώπισή της. Αλλά και γιατί στην άκρη του δρόμου παραμονεύει ένας κίνδυνος που μας αφορά όλους.

Από τους πρώτους κιόλας μήνες της πανδημίας, πολλές μελέτες, που στηρίζονταν σε ανάλυση περιεχομένου διαδικτυακών μηνυμάτων, διαπίστωναν μια σταθερή αύξηση της επιθετικότητας στα μηνύματα, μια ευρεία διάδοση θεωριών συνομωσίας και ριζοσπαστικοποίηση του λόγου. Και μια πολυσυζητημένη μελέτη, που προσπαθούσε να αντλήσει συμπεράσματα από προηγούμενες ιστορικές εμπειρίες, προειδοποιούσε ότι μετά το τέλος της υγειονομικής κρίσης προβάλει ο κίνδυνος μιας «δημοκρατικής κρίσης» με κλονισμό της εμπιστοσύνης και άνοδο του αντί-δημοκρατικού εξτρεμισμού. Οπότε, σε αυτές τις συνθήκες, η υπόσχεση Ανδρουλάκη για «ρεαλισμό και υπευθυνότητα» είναι κάτι παραπάνω από καλοδεχούμενη. Μακάρι να αποδειχθεί και μεταδοτική.