Kreport > Uncategorized > Περί ηγεσίας και μεταρρυθμίσεων

Περί ηγεσίας και μεταρρυθμίσεων

Του Παναγιώτη Καρκατσούλη

 

Η συζήτηση για την αναγκαιότητα των μεταρρυθμίσεων που δεν γίνονται και την ελλειμματική ηγεσία μας επανέρχεται, σχεδόν, με μια κανονικότητα: Σε κάθε κρίση, αμηχανία ή αδιέξοδο, φαίνεται να (ξανα-) γίνεται επίκαιρη η μεταρρυθμιστική προοπτική.

Αυτή έχει, κατά το μάλλον ή ήττον, τα εξής χαρακτηριστικά:

  • Έναν χαρακτήρα κατηγορικής προσταγής: «Οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να γίνουν». Η συζήτηση σ’ αυτό το επίπεδο είναι περισσότερο θεολογική και λιγότερο επιστημονική. Υπάρχουν, μάλιστα, και εκείνοι που ομνύουν στις μεταρρυθμίσεις, οι καλούμενοι «μεταρρυθμιστές». Αυτοί υποδηλώνουν την αντίθεσή τους προς τους «αντι-μεταρρυθμιστές».
  • Η ηγεσία μας (εννοείται, σχεδόν πάντα, η πολιτική ηγεσία και μάλιστα, η κεντρική κυβέρνηση) υπολείπεται διαρκώς των αναγκών διότι είναι παραδομένη στην αποφυγή του πολιτικού κόστους. Οι μόνες ηγεσίες που εκφεύγουν του κανόνα είναι οι παρελθούσες.
  • Οι στόχοι των μεταρρυθμίσεων σε όλους τους κρίσιμους τομείς δημοσίων πολιτικών, ιδίως δε, στην δημόσια διοίκηση, την δικαιοσύνη και την κοινωνική πολιτική (με προεξέχουσα την παιδεία) πρέπει να διασφαλίσουν την αξιοκρατία και την ισονομία.

Η συζήτηση αυτή είναι, όμως, η ίδια βαθύτατα αντι-μεταρρυθμιστική, αφού η κανονιστική αντίληψη του μεταρρυθμιστικού εγχειρήματος παραπέμπει σ’ έναν βολονταρισμό ο οποίος δεν υπόκειται σε κριτήρια επαλήθευσης ή διάψευσης.

Η μεταρρύθμιση, όμως, είναι ένα εργαλείο για την επίλυση προβλημάτων και ως τέτοια υπόκειται σε αξιολογικές κρίσεις. Μια μεταρρύθμιση –μεγάλη η μικρή, αδιάφορα- μπορεί να λύνει η να μην λύνει ένα πρόβλημα. Μεταρρυθμίσεις που να κάνουν θαύματα και να μεταμορφώνουν Βαλκανικές χώρες σε Σκανδιναβικές, δεν υπάρχουν. Πατέντα μεταρρυθμίσεων δεν υπάρχει. Για να θυμηθούμε τον Πασκάλ: «Κάτι που είναι σωστό από την μια πλευρά των Πυρηναίων μπορεί να είναι λάθος στην άλλη».

Η μεταρρύθμιση είναι μια διαρκής διαδικασία προσαρμογής σε νέα δεδομένα. Δεν είναι μια οn-off διαδικασία. Η προσαρμογή απαιτεί αλλαγές, μηχανισμούς αξιολόγησης των αποτελεσμάτων και χρόνο. Κάθε οργάνωση, δημόσια είτε ιδιωτική, πρέπει να μελετά το εξωτερικό περιβάλλον της, να επιχειρεί αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, να παρακολουθεί την εφαρμογή τους και να αξιολογέι τα αποτελεσματά τους.

Οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να υπηρετούν έναν στρατηγικό στόχο. Στη δική μας περίπτωση, αυτός πρέπει να είναι η εξάλειψη του πελατειασμού. Αξιοκρατία και ισότητα σε περιβάλλον πελατειακό είναι κακόγουστο αστείο.

Μάλιστα, στην δική μας περίπτωση, η αξιοκρατία και η ισότητα πλήττονται βάναυσα από πολλούς fake μεταρρυθμιστές.

Ο πελατειασμός δεν περιορίζεται στις προσλήψεις στο Δημόσιο αλλά διαπερνά την λειτουργία των θεσμών μας. Έχει βαθιές ρίζες όχι μόνον στην κεντρική κυβέρνηση αλλά και σε κάθε Περιφέρεια και Δήμο της χώρας. Η εξάλειψή του είναι περίπλοκη υπόθεση και απαιτεί μεγάλης εμβέλειας αλλαγές. Για να αναφέρουμε μόνον ένα παράδειγμα: Θα είχαμε καταφέρει ένα σημαντικό πλήγμα εναντίον του πελατειασμού, εάν εφαρμόζαμε τις μεταρρυθμίσεις που αφορούν την ποιότητα της νομοθέτησης. Είναι παγκοίνως γνωστό ότι η νομοθέτηση στην χώρα μας αποτελεί κεντρικό μηχανισμό συντήρησης του πελατειασμού. Τι να πρωτο-αναφέρει κανείς; Τις τροπολογίες/άρθρα που προστίθενται χωρίς προηγούμενη διαβούλευση, προωθώντας συντεχνιακά και ατομικά συμφέροντα; Τα νομοσχέδια-κουρελούδες που βρίθουν πελατειακών διευθετήσεων; Την άγρια «επιχρύσωση» (goldplating) με προσθήκη διατάξεων εθνικού ενδιαφέροντος σε διεθνείς συμφωνίες καθι συμβάσεις; Εδώ και μια δεκαετία έχει ψηφιστεί νόμος για την καλή νομοθέτηση (ν.4048/12) ο οποίος επανελήφθη, σχεδόν αυτούσιος, μετά από μερικά χρόνια (ν.4622/19) χωρίς όμως να υπάρξει βελτίωση της ποιότητας του νομοθετικού προϊόντος. Εννοείται, λοιπόν, ότι δεν αρκεί να ψηφίζονται νόμοι από τις κυβερνητικές πλειοψηφίες που περιλαμβάνουν «μεταρρυθμίσεις» που έχουν μια συμβολική λειτουργία. Μεταρρυθμίσεις χωρίς σχέδιο δράσης παραμένουν στα χαρτιά.

Οι μεταρρυθμίσεις χρειάζονται συνέπεια. Δεν έχει νόημα, για παράδειγμα, να έχεις ένα σύγχρονο νόμο για τις προμήθειες αλλά κι ένα καλά οργανωμένο σύστημα εσωτερικής πληροφόρησης που επιφυλάσσει πλεονεκτική θέση στους ημέτερους.

Η ηγεσία που θα εφαρμόσει τις μεταρρυθμίσεις εννοιολογείται, επίσης, μ’ εναν μεταφυσικό τρόπο. Στις περισσότερες περιπτώσεις εννοείται ως τέτοια το φυσικό πρόσωπο που την ασκεί.

Η ηγεσία, όμως,  αποτελεί  μια διαδικασία μέσω της οποία επιχειρείται ο επηρεασμός των στάσεων και της συμπεριφοράς μιας ομάδας ανθρώπων από ένα άτομο (ηγέτη) η ομάδα με τέτοιο τρόπο, ώστε εθελοντικά, πρόθυμα και με την κατάλληλη συνεργασία να προσπαθήσουν να υλοποιήσουν στόχους που απορρέουν από την αποστολή της ομάδας, με τη μεγαλύτερη δυνατή αποτελεσματικότητα.

Από πολλές έρευνες προκύπτει ότι υπάρχουν κάποια βασικά χαρακτηριστικά στοιχεία απαραίτητα για την ηγεσία. Τα στοιχεία αυτά είναι η ευφυΐα, η αυτοπεποίθηση, η αποφασιστικότητα, η ακεραιότητα και η κοινωνικότητα. Επιπλέον, στοιχεία όπως η εξωστρέφεια, η ευσυνειδησία και η ειλικρίνεια, κρίνονται εξίσου απαραίτητα, ενώ σ’ αυτά προστέθηκε και η συναισθηματική νοημοσύνη. Παρ’ όλον ότι η ηγεσία δε θεωρείται, πλέον, από τους περισσότερους ειδικούς ως ατομικό χαρακτηριστικό (στην βιβλιογραφία περιγράφεται ως δυαδική, διανεμητική, σχεσιακή, κλπ), η ογκούμενη και διαρκής κρίση, επανέφερε στο προσκήνιο μια παλιά προσέγγιση ως προς τα στοιχεία της χαρισματικής/ενορατικής προσωπικότητας του ηγέτη που δέσποσε στις αρχές του 20ου αιώνα.

Εν τέλει, και οι μεταρρυθμίσεις επείγουν και η ηγεσία που θα καταφέρει να τις δρομολογήσει ελλείπει. Μόνο που πριν πάμε στο επόμενο βήμα πρέπει να ξέρουμε ότι τόσο η μεταρρυθμιστική ατζέντα όσο και οι ηγέτες προκύπτουν μέσα από κοινωνικές διεργασίες. Οι προσπάθειες χειραγώγησης της κοινής γνώμης προκειμένου να υποστηριχθούν συγκυριακές η και πελατειακές επιλογές είναι, σίγουρα, αντι-μεταρρυθμιστικές.