Kreport > Uncategorized > Διεθνή οικονομικά παραδείγματα και ελληνική οικονομική πολιτική: Από τη νομισματική σταθεροποίηση του 1927 στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση

Διεθνή οικονομικά παραδείγματα και ελληνική οικονομική πολιτική: Από τη νομισματική σταθεροποίηση του 1927 στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση

Του Σωτήρη Ριζά

Συνάντηση Ιστορικών Αρχείων Alpha Bank και Τράπεζας της Ελλάδος

200 χρόνια ελληνικής οικονομίας: μεταξύ κράτους και αγοράς, Ναύπλιο 2-4 Δεκεμβρίου 2021

 

Κατά το μεγαλύτερο μέρος της περιόδου από τη συνθήκη της Λωζάννης του 1923 έως τη συμφωνία του Maastricht, το Δεκέμβριο του 1991, για την ευρωπαϊκή νομισματική ένωση η ελληνική οικονομική πολιτική συσχετιζόταν με διεθν΄πρότυπα οικονομικής πολιτικής, και συχνά ευθυγραμμιζόταν  ή αποτελούσε μέρος διεθνών οικονομικών καθεστώτων, δηλαδή βασισμένων σε κανόνες οικονομικών σχέσεων τις οποίες διαχειρίζονταν διεθνείς δομές και γραφειοκρατίες. Η ανάγκη πρόσβασης στις διεθνείς χρηματοαγορές λόγω ανισορροπίας του ισοζυγίου πληρωμών, η ανάγκη κάλυψης δημοσιονομικών ελλειμάτων μέσω διεθνούς δανεισμού ή αντιμετώπισης προκλήσεων που υπερέβαιναν τις δυνατότητες του ελληνικού κράτους ήταν βασικοί λόγοι που επέβαλαν το συσχετισμό αυτό δεδομένου, άλλωστε του ανοιχτού χαρακτήρα της ελληνικής οικονομίας, ανεξάρτητα από την ιστορικά κυμαινόμενη δασμολογική προστασία.

Η πρώτη περίπτωση ενσωμάτωσης σε διεθνές οικονομικό καθεστώς είναι η σταθεροποίηση της δραχμής το 1927. Ήδη το 1925 είχε ανασυσταθεί ο κανόνας χρυσού-συναλλάγματος, η Οικονομική Επιτροπή της Κοινωνίας των Εθνών, με προεξάρχουσα τη βρετανική επιρροή, ιδίως της Τράπεζας της Αγγλίας και του διοικητή της sir Montagu Norman, έπαιζε βασικό ρόλο στην επίβλεψη των οικονομιών και των δημοσίων οικονομικών των κρατών μελών της ΚτΕ. Πρωταρχική σημασία είχε η σταθεροποίηση των μικρών κρατών της νοτιοανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων, ιδίως αυτών που είχαν προκύψει από τη διάλυση των πολυεθνικών αυτοκρατοριών με το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και της Ελλάδας. Η Αθήνα βρισκόταν το 1926-27 ενώπιον οξύτατων αναγκών: τα προσφυγικά δάνεια του 1923-24 είχαν εξαντληθεί και η διαδικασία αποκατάστασης των προσφύγων δεν είχε ολοκληρωθεί, τα δημοσιονομικά ελλείμματα είχαν διογκωθεί λόγω και της αύξησης των στρατιωτικών δαπανών  στο πλαίσιο της τυχοδιωκτικής εξωτερικής πολιτικής του Παγκάλου, ενώ εκκρεμούσε η χρηματοδότηση τνω λεγόμενων παραγωγικών έργων, αποστραγγιστικών και εγγειοελτιωτικών στη Βόρεια Ελλάδα, με τα οποία αναμενόταν η αύξηση της καλλιεργήσιμης έκτασης και συνεπώς της γεωργικής παραγωγής. Εκκρεμούσε επίσης η κατασκευή οδικού δικτύου. Η πολιτική τάξη ήταν διαιρεμένη. Η συντηρητική παράταξη, το Λαϊκό Κόμμα, υποστήριζε ότι δε χρειαζόταν η νομισματική σταθεροποίηση, η οποία σήμαινε και περιορισμούς στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής. Οι Φιλελεύθεροι κατανοούσαν όμως την ανάγκη ενσωμάτωσης στο διεθνές οικονομικό σύστημα, ανεξάρτητα από το αν μπορούσε να βρεθεί δανειακή χρηματοδότηση που θα ανακούφιθιζε άμεσες ανάγκες. Η άποψη αυτή επικράτησε και οδήγησε στη σταθεροποίηση του εθνικού νομίσματος η οποία συνοδευόταν από δάνειο αλλά και την ίδρυση μιας κεντρικής τράπεζας, αποκλειστικά αρμόδιας για την έκδοση του νομίσματος, προνόμιο που διατηρούσε έως τότε η Εθνική Τράπεζα. Η σύσταση ενός αποκλειστικά εκδοτικού ιδρύματος, στο οποίο θα υπηρετούσε και ένας ξένος σύμβουλος, αντανακλούσε τις αντιλήψεις των ιθυνόντων της Οικονομικής Επιτροπής της ΚτΕ για την περιορισμένη εμπειρογνωμοσύνη και ικανότητα των μικρών κρατών να υπηρετήσουν τις προδιαγραφές μιας δημοσιονομικής και οικονομικής πολιτικής που θα υπηρετούσε τη νομισματική σταθερότητα και την γενικότερη ισορροπία του διεθνούς οικονομικού συστήματος, το οποίο προσπαθούσε να ανασυγκροτήσει ο βρετανικός παράγων με περιορισμένη τη συνδρομή των Ηνωμένων Πολιτειών που παρέμεναν όμως εκτός της ΚτΕ και των θεσμών της, αν και η αμερικανική χρηματοδότηση ήταν κρίσιμη για την οικονομική σταθεροποίηση της Γερμανίας το 1924 (σχέδιο Dawes). Η ίδρυση πάντως της Τράπεζας της Ελλάδος σήμαινε ένα είδος εκσυγχρονισμού «αρχαϊκών» όψεων του τραπεζικού συστήματος και έως το φθινόπωρο του 1931 η νομισματική σταθεροποίηση επέδρασε θετικά στην ελληνική οικονομία. Συνοδεύτηκε από πολιτική δημοσιονομικής ισορροπίας, βασισμένης και σε αύξηση της φορολογίας, η οποία ανέστρεψε την πληθωριστική προσδοκία, αλλά και δανεισμό, κυρίως στη χρηματαγορά του Λονδίνου και δευτερευόντως της Νέας Υόρκης, μετά τη θετική σύσταση της Κοινωνίας των Εθνών. Ανεξάρτητα από την όποια κοινωνική δυσαρέσκεια η πολιτική αυτή ήταν αποτελεσματική και ανακόπηκε μόνο μετά την εκδήλωση της μεγάλης κρίσης στην ηπειρωτική Ευρώπη και τη Βρετανία το φθινόπωρο του 1931.

Έκτοτε η Ελλάδα ακολούθησε την πολιτκή του προστατευτισμού που ακολουθούν όλες οι χώρες στη δεκαετία του ’30, υπάρχουν προφανώς διεθνείς οικονομικές σχέσεις αλλά δεν υπάρχει διεθνές οικονομικό σύστημα.

Στη μεταπολεμική εποχή, η βασική επιλογή των ελληνικών ελίτ ήταν η ανάπτυξη και μάλιστα η ανάπτυξη μέσω της εκβιομηχάνισης.  Ήδη το 1945, ο Ξενοφών Ζολώτας, ιθύνων της ελληνικής οικονομικής πολιτικής από το 1955 έως το 1981, με το διάλειμμα της επταετούς δικτατορίας, σημείωνε ότι δεν ήταν επιθυμητή ή και δυνατή η επιστροφή στο προπολεμικό οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον που χαρακτηριζόταν από εκτεταμένη φτώχια. Σημείωνε ακόμα ότι «υπήρχε και υπάρχει οικονομική αθλιότης εις … τον τόπον μας , η οικονομική μας όμως αθλιότης κατήντησε τόσον μεγάλη, ώστε οιαδήποτε κοινωνική μεταρρύθμισις ή καλλιτέρα οργάνωσις της παραγωγής μέσα εις τα σημερινά πλαίσια της εθνικής μας οικονομίας να μη δύνανται αυταί μόναι να βελτιώσουν την κατάστασιν… Αι κοινωνικαί μεταρρυθμίσεις δεν αποδίδουν, ως γνωστόν, μέσα εις το πλαίσιον της αθλιότητος». Υπήρχε βέβαια και μία ακόμα προϋπόθεση, έπρεπε να σχηματιστεί μια πανευρωπαϊκή ή διεθνής κοινωνία εντός της οποίας θα υπήρχε πραγματική ελευθερία κίνησης ανθρώπων και αγαθών. Βεβαίως πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ακριβώς επειδή δεν προβλεπόταν το 1945 η συγκρότηση ενός ευρωπαϊκού ή διεθνούς οικονομικού χώρου ο Ζολώτας πίστευε ότι η λύση στο οικονομικό πρόβλημα δεν ήταν η εγχώρια ανάπτυξη βιομηχανίας αλλά η εδαφική επέκταση στο πλαίσιο των υπό σύναψη συνθηκών ειρήνης το Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτό που έχει σημασία όμως για το θέμα που συζητάμε είναι ότι ακόμα και τότε ο Ζολώτας έβλεπε τη λύση του ελληνικού οικονομικού προβλήματος στην ένταξη σε ένα διεθνές σύστημα και μόνο ελλείψει αυτού σε μια μάλλον παρωχημένη πολιτική εδαφικής επέκτασης που θα διεύρυνε τα όρια της περιορισμένης εθνικής αγοράς. Συναφώς με το αναπτυξιακό πρόβλημα θα συζητηθεί και το θέμα της εκβιομηχάνισης. Αυτή θα αποτελέσει την επιλογή των πολιτικών δυνάμεων και των οικονομιλόγων καθώς συνυφαίνεται με την αύξησης της απασχόλησης, την οποία δε μπορεί να ενισχύσει η γεωργία, και του εισοδήματος. Όταν το 1952 ο Κυριάκος Βαρβαρέσσος εξέφρασε έντονες επιφυλάξεις ή και αντιρρήσεις για τη σκοπιμότητα ή και τη δυνατότητα δημιουργίας βαριάς βιομηχανίας στην Ελλάδα η άποψή του συνάντησε τη γενική μάλλον αποδοκιμασία.

Από το 1947 έως το 1953 η Ελλάδα θα εντασσόταν σταδιακά στο διεθνές οικονομικό σύστημα η αφετηρία του οποίου βρίσκεται στο Breton Woods και βασίζεται σε ένα νέο κανόνα χρυσού-συναλλάγματος με αναφορά όλων των νομισμάτων στο νέο παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, το δολλάριο, και την ισοτιμία του με το χρυσό. Οι αναπροσαρμογές των ισοτιμιών είναι δυνατές υπό την προϋπόθεση της συνάινεσης των σημαντικών παικτών του συστήματος. Το σχέδιο Marshall επέτρεψε την ολοκλήρωση της Ανασυγκρότησης στη Δυτική Ευρώπη, σε μικρότερο βαθμό στην Ελλάδα. Οι ελληνικές κυβερνήσεις πέτυχαν διαδοχικά τη δημοσιονομική σταθεροποίηση, το 1952, και στη συνέχεια, το 1953, τη νομισματική αναπροσαρμογή, με συνέπεια την ένταξη της Ελλάδας στο σύστημα του Breton Woods. Από τότε, και για μια εικοσαετία η Ελλάδα θα αναπτυχθεί με βάση τη νομισματική σταθερότητα, τη δημοσιονομική ισορροπία. Το αναπτυξιακό της σχέδιο βασίζεται στην οικονομία της αγοράς όπου ο ρόλος του κράτους είναι σημαντικός στη διασφάλιση της νομισματικής σταθερότητας και στην κατανομή των πιστώσεων.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 η ελληνική αναπτυξιακή στρατηγική συμπληρώνεται με τη σύνδεση αρχικά, και από τη δεκαετία του ’70 με την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Η Ελλάδα απέβλεπε πάντοτε στη Δυτική Ευρώπη ως πρότυπο ανάπτυξης, ευημερίας και νεωτερικότητας. Στη μεταπολεμική εποχή αποβλέπει και στην εξασφάλιση πόρων για την ανάπτυξή της, στην απορρόφηση της γεωργικής της παραγωγής καθώς και στην ενσωμάτωση σε ένα μπλοκ που θα μειώσει την εξάρτησή της από διμερείς σχέσεις ασύμμετρης ισχύος. Από το το 1975 και μετά η σταθεροποίηση της δημοκρατίας είναι θεμελιώδης πολιτικός στόχος της ένταξης.

Σταδιακά θα εισέλθει στο δημόσιο διάλογο το ζήτημα της κατανομής του προϊόντος της ανάπτυξης. Η μεταπολεμική Δύση βασίζεται σε ένα άτυπο συμβόλαιο που αποβλέπει στη διεύρυνση των μεσαίων στρωμάτων με την ανάπτυξης του εισοδήματος και της κατανάλωσης. Στο ευρύτερο αυτό πλαίσιο, η πολιτική αλλαγή του 1963-64 σήμαινε και μια μετατόπιση της έμφασης της οικονομικής πολιτικής από τη νομισματική σταθερότητα, την οποία εφάρμοσε με συνέπεια η κυβέρνηση της ΕΡΕ με τη σταθερή υποστήριξη του διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος ακόμα και κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου του 1963. Η οικονομική πολιτική του Κέντρου, η οποία εξελίχθηκε μεταξύ των δύο εκλογικών αναμετρήσεων, του 1963 και του 1964, απέβλεψε στη διεύρυνση της ζήτησης στο πλαίσιο της εθνικής αγοράς, με αυξήσεις μισθών και ημερομισθίων καθώς και αγροτικών επιδοτήσεων. Η πολιτική αυτή προσκρούσει στο διεθνές πλαίσιο το οποίο δεν είναι τόσο επιτρεπτικό όσο θέλουμε να πιστεύουμε σήμερα. Χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιταλία, επίσης κατά τη διετία 1962-64, ή η Βρετανία που υποχωρούσε στον παγκόσμιο καταμερισμό και υφίστατο, ως συνέπεια επεκτατικών πολιτικών, κρίσεις του ισοζυγίου πληρωμών κσι πιέσεις στο εθνικό νόμισμα με επίδραση στις ισοτιμίες. Η υποτίμηση ως το 1971, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκατέλειψαν το καθεστώς του Breton Woods και επέστρεψαν στις κυμαινόμενες ισοτιμίες, θεωρείτο κάτι που έπρεπε να αποφεύγεται και όταν ήταν αναπόφευκτη η έκτασή της καθοριζόταν σε σημαντικό βαθμό με διαβουλεύσεις μεταξύ των μελών του συστήματος, όπου ευνόητο ήταν ότι βαρύνοντα λόγο είχαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και δευτερεύοντα μέλη του συστήματος όπως η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Η δυνατότητα άσκησης επιρροής είναι μεγάλη ακριβώς επειδή στις κρίσεις του ισοζυγίου πληρωμών αλλά και στα εγχειρήματα στήριξης της ισοτιμίας εθνικών νομισμάτων όταν αυτά δοκιμάζονται είναι αναγκαία κάποιας μορφής δανειοδότηση ή στήριξη.  Όταν εκδηλώνονται συνεπώς πιέσεις στο ισοζύγιο πληρωμών της Ελλάδας το 1964 και σημειώνεται και η δημοσιονομική ανισορροπία υπάρχει κάποια συζήτηση για το ενδεχόμενο δανείου ή ακριβέστερα για τη χρήση πιστωτικών εργαλείων από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Εν τέλει η ελληνική πλευρά επανέρχεται σε μια πολιτική νομισματικής σταθερότητας το Δεκέμβριο του 1965, αφού προηγουμένως η πολιτική κρίση του Ιουλίου είχε επιδεινώσει την κατάσταση.

Το ζήτημα της ισορροπίας μεταξύ αναδιανομής και σταθερότητας έπαυσε να υπάρχει με την επιβολή της επταετούς δικτατορίας το 1967 καθώς το στρατιωιτκό καθεστώς σήμαινε εκτός από καταστολή των πολιτικών ελευθεριών και συμπίεση των αιτημάτων αναδιανομής. Σε αυτά τα αιτήματα και τις κοινωνικές πιέσεις της Μεταπολίτευσης κλήθηκε να απαντήσει η κυβέρνηση Καραμανλή, αποδεχόμενη μια άνετη εισοδηματική πολιτική, την οποία είναι αξιοσημείωτο ότι εφαρμόζει το ίδιο οικονομικό επιτελείο που είχε υποστηρίξει προηγουμένως την πολιτική νομισματικής σταθερότητας: ο Καραμανλής ως πρωθυπουργός, ο Παπαληγούρας ως υπουργός Συντονισμού, ο Ζολώτας ως διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος. Η εισοδηματική πολιτική συνοδεύεται από διεύρυνση του δημόσιου τομέα με την κρατικοποίηση σημαντικών επιχειρήσεων, πολιτική που δεν αφορά πάντοτε ή μόνο οικονομικούς λόγους αλλά και πολιτικούς και συμβολικούς.

Είναι αξιοσημείωτο ότι η στροφή της συντηρητικής κυβέρνησης προς ένα παρεμβατισμό που σήμαινε επέκταση του δημόσιου τομέα πραγματοποιήθηκε σε μια εποχή κατά την οποία εκδηλώνονταν  στο διεθνές σύστημα αντίθετες ροπές. Δεν ήταν μόνο η διαφαινόμενη άνοδος του νεοφιλελευθερισμό και του νεοσυντηρητισμού, καθώς από το 1975 και μετά έκαναν αισθητή την παρουσία τους στο Βρετανικό Συντηρητικό και το Αμερικανικό Ρεπουμπλικανικό κόμμα οι οπαδοί μιας στροφής στην αγορά, αλλά και η πολιτική που υποδείκνυαν οι διεθνείς οργανισμοί, ιδίως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ακόμα και στις χώρες του πυρήνα του διεθνούς οικονομικού συστήματος. Αυτό συνέβη με τα προγράμματα λιτότητας στη Βρετανία το 1976 και στην Ιταλία το 1977. Στην πρώτη περίπτωση κυβερνών κόμμα ήταν το Εργατικό ενώ στη δεύτερη οι Ιταλοί κομμουνιστές αναδέχθηκαν ένα μέρος της ευθύνης για τη λιτότητα δίνοντας ανοχή στην κυβέρνηση μειοψηφίας των Χριστιανοδημοκρατών.

Η πολιτική των συντηρητικών κυβερνήσεων δεν κατέφυγε πάντως σε δανεισμό για τη χρηματοδότησή της όπως θα συνέβαινε από το 1981 με την πολιτική των σοσιαλιστικών κυβερνήσεων του Ανδρέα Παπανδρέου, οι οποίες χρηματοδότησαν με εκτεταμένο δανεισμό τη διεύρυνση του κοινωνικού κράτους και των παντός είδους παροχών του δημοσίου.

Η οικονομική πολιτική που εφάρμοσε ο Ανδρέας Παπανδρέου και οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ της πρώτης τετραετίας (1981-1985) απέκλινε ως προς τα θεμελιώδη στοιχεία τους από το υπόδειγμα της οικονομικής πολιτικής που είχαν εισαγάγει στο δυτικό κόσμο οι κυβερνήσεις Thatcher και Reagan το Μάιο του 1979 και τον Ιανουάριο του 1981. Απέκλινε επίσης και από την πολιτική νομισματικής σταθερότητας την οποία ακολουθούσε με συνέπεια η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η ισχυρότερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Το νέο πρότυπο οικονομικής πολιτικής απέδιδε πρωταρχική σημασία στη δημοσιονομική ισορροπία, αν και πρέπει να σημειωθεί ότι η διοίκηση Reagan αξιοποίησε συχνά την προνομιακή θέση των Ηνωμένων Πολιτειών ως κατόχου του παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος ώστε ταυτόχρονα να μειώσει τη φορολογία και να αυξήσει τις στρατιωτικές δαπάνες, διευρύνοντας έτσι το έλλειμμα. Εκτός από τη δημοσιονομική ορθοδοξία, οι νέες παράμετροι αφορούσαν την απελευθέρωση της αγοράς και τη μείωση του δημόσιου τομέα, στοιχεία που απετέλεσαν τη βάση αυτού που αποκάλεσε το 1989 ο Samuelson Washington Consensus.

Η ανάδυση μιας νέας αντίληψης οικονομικής πολιτικής  δε θεωρήθηκε ενδεχομένως οριστική από την ελληνική πολιτική τάξη, αν και πρέπει να σημειωθεί όχι μόνο από αυτή. Η εκλογική νίκη των ελλήνων σοσιαλιστών το 1981 μπορούσε να ερμηνεύεται όχι μόνο εντός του πλαισίου της ελληνικής πολιτικής αλλά και ως μέρος της ανόδου ή του κύματος του σοσιαλισμού της νότιας Ευρώπης, στον οποίο συμπεριλαμβανόταν το γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Ο νέος γάλλος πρόεδρος, ο Francois Mitterrand, ευθύς μετά την εκλογική νίκη της αριστεράς το Μάιο του 1981 ακολούθησε μια πολιτική ενίσχυσης της ζήτησης με αυξήσεις αμοιβών των μισθωτών καθώς και της άδειας απουσίας αλλά και διεύρυνσης του δημόσιου τομέα με εθνικοποιήσεις μεγάλων επιχειρήσεων. Αυτή την πολιτική ακολούθησε και η ελληνική σοσιαλιστική κυβέρνηση από τον Οκτώβριο του 1981 αλλά όχι οι Ισπανοί σοσιαλιστές που επικράτησαν τον Οκτώβριο του 1982. Οι τελευταίοι πρότασσαν την  ανάγκη εκσυγχρονισμού της Ισπανίας και στην οικονομία αυτό που ενδιέφερε ήταν ο εκσυγχρονισμός των παραγωγικών δομών και όχι η αναδιανομή εισοδήματος.

Η ανάγκη αλλαγής του οικονομικού υποδείγματος συνειδητοποιήθηκε στο πλαίσιο του δημοσίου διαλόγου μόλις το 1989 και ύστερα από ένα χωρίς προηγούμενο δημοσιονομικό εκτροχιασμό. Η έκθεση της Επιτροπής Αγγελοπούλου κωδικοποίησε αυτή τη μετάβαση. Το κείμενο διατρέχεται από το «άγχος» της απόκλισης της ελληνικής οικονομίας από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Βάση του επιχειρήματός της ήταν η απόκλιση στο ρυθμό του πληθωρισμού η οποία μειώνει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Όταν το Δεκέμβριο του 1991 συμφωνήθηκε η ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, η κοινή γνώμη ήταν περισσότερο ισορροπημένη ως προς το θέμα της οικονομικής σταθεροποίησης, αν και όχι έτοιμη για βαθιές αλλαγές. Είχε μεσολαβήσει εν τω μεταξύ η πτώση του σοβιετικού μοντέλου και δεν είχε μείνει αναεπηρέαστο το σοσιαλδημοκρατικό οικονομικό πρότυπο που είχε επικρατήσει από τη δεκαετία του’60 ώς το τέλος της δεκαετίας του ’70. Η ΟΝΕ ήταν ο μόνος τρόπος συμμετοχής στην Παγκοσμιοποίηση, η στρατηγική ανάγκη της παραμονής στο σκληρό πυρήνα της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης δεν αμφισβητείτο από κανένα. Υπήρχε βέβαια το θέμα της απώλειας της αυτονομίας στη νομισματική πολιτική. Επικρατούσε όμως η παραδοχή, συχνά όχι άρρητη, ότι οι υποτιμήσεις και η διολίσθηση της δραχμής ήταν η απόδειξη ότι η αυτονομία αυτή δεν είχε ασκηθεί με τρόπο αποτελεσματικό.