Kreport > Uncategorized > «Το πολίτευμα της συνύπαρξης: Για την αντιπροσωπευτική μας δημοκρατία», του Παναγιώτη Δουδωνή, εκδόσεις ΑΡΜΟΣ, Αθήνα 2021

«Το πολίτευμα της συνύπαρξης: Για την αντιπροσωπευτική μας δημοκρατία», του Παναγιώτη Δουδωνή, εκδόσεις ΑΡΜΟΣ, Αθήνα 2021

Γράφει ο Αντώνης Παπαγιαννίδης

 Έχει κάτι το παράξενο, να ξεκινάει κανείς να γράφει – με φόντο συνταγματολόγου, όχι όμως με τεχνική διάθεση – κάτι σαν υπεράσπιση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, την στιγμή που αυτή η «δυτικού τύπου» εκδοχή κοινοβουλευτικού δημοκρατικού πολιτεύματος υποτίθεται όχι έχει επικρατήσει διεθνώς ως πρότυπο, στα χρόνια πάντως μετά την πτώση του Τείχους (βέβαια με εκτροχιασμούς κατά την προσπάθεια γενίκευσης και εξαγωγής του προτύπου, ανάγνωθι «Αραβική Άνοιξη» ή/και χώρες Βίζεγκραντ). Ωστόσο δεν βραδαίνει ο αναγνώστης να διαπιστώσει ότι εκείνο που νοηματοδοτεί από την εκκίνησή του το εγχείρημα/συνηγορία υπέρ της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας είναι η άνθηση της δημοψηφισματικής καταφυγής – που μπορεί να την ζήσαμε στην Ελλάδα του 2015 σαν καρικατούρα στο χείλος του ιλίγγου ωστόσο μην ξεχνούμε πόσο καθοριστικά λειτούργησε (στην Γαλλία ή την Ολλανδία) ο δημοψηφισματικός θεσμός για τον ενταφιασμό πχ. του Ευρωσυστήματος ή τώρα τελευταία για το Brexit – παράλληλα και προς την ανάδυση των αμεσοδημοκρατικών προσεγγίσεων/αναζητήσεων. Που στον συγγραφέα προσώπων μάλλον ως πειρασμοί…

Όμως, αν προχωρήσει κανείς πιο πέρα στην συνηγορία Δουδωνή υπέρ της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας που ανέδειξαν οι Malison/Hamilton/Jay στα Federalist Papers ως προσδοκία /υπόσχεση της αποφυγής του φατριασμού, της πολιτικής αναταραχής, της διχαστικότητας θα βρει το κλειδί της προσπάθειάς του. Εδώ, στην τελευταία αυτή στροφή βρίσκεται – θαρρούμε – η ιδιαίτερη έλξη που ασκεί στον συγγραφέα η συγκεκριμένη εκδοχή πολιτεύματος καθώς, εκπρόσωπος της νεότερης γενιάς νομικών και πολιτειολόγων, είδαν στην Ελλάδα να αναδύεται, να εγκαθίσταται και να κυριαρχεί η λατρεία του «αντι-», η αντιπαραθετικότητα, ο επαναλαμβανόμενος Ελληνικός διχασμός. (Έχοντας μάλιστα αποτολμήσει ο Δουδωνής να προσέλθει στην θύραθεν ανάλυση στον μαγικό κήπο των τηλεοπτικών πολιτικών πάνελ, έχει αποκτήσει και άμεση αντίληψη του πώς δομείται και πορεύεται η αντιπαραθετικότητα). Βλέπει λοιπόν όχι μόνο/όχι τόσο στο στοιχείο της ιεροτελεστίας της Κοινοβουλευτικής συζήτησης/της αντιπαράθεσης) επιχειρημάτων (που, αν είμαστε ειλικρινείς, δεν ενοικεί και τόσο στο μέγαρο της Πλατείας Συντάγματος), όσο στην συνειδητοποίηση ότι «η είσοδος ενός προσώπου στον πολιτικό στίβο γίνεται πάντα με την υπόμνηση της προσωρινότητας». ότι, δηλαδή, ο νεοπροσερχόμενος στην πολιτική συνειδητοποιεί πώς «αυτή η περιπέτεια της πολιτικής μιας μέρα θα τελειώσει».

Το τελευταίο αυτό στοιχείο, μαζί και με την απαίτηση/υπόσχεση της λογοδοσίας ή πάλι την προσδοκία προσέλευσης νέου αίματος δηλαδή καινοτόμων πολιτικών προσωπικοτήτων «που ανοίγουν νέους δρόμους» καθώς και η επιβολή μιας ηθικής της ευθύνης – τουλάχιστον ως περιορισμός της δυνατότητας εγκατάστασης των πολιτικών στο ανεύθυνο – δείχνει πλευρές της έλξης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Όχι πώς ο Δουδωνής δεν έχει δει την ρηχότητα που προσλαμβάνει φορές-φορές η επίκληση της λογοδοσίας, ή τον πειρασμό των νεοπροσερχομένων στην πολιτική κονίστρα να ακολουθούν (και) τις πλέον αραχνιασμένες πρακτικές. Άλλωστε και η νευρική αναζήτηση της ασπίδας του ακαταδίωκτου (η πικρή ιστορία της συνταγματικά καθιερωμένης μη-ευθύνης υπουργών και της νομοθετικής επεκτάσεώς της, δύσκολα μπαίνει κάτω από το χαλί. οι προθυμίες νομοθέτησης μη-ευθύνης ανά τον χώρο άσκησης δημόσιας πολιτικής, από ΤΧΣ μέχρις τις υγειονομικές επιτροπές παρομοίως) αποτελεί συνεχή υπόμνηση το ότι η λογοδοσία ενοχλεί – πάντοτε – τους εξουσιαστές.

Κι αν η αναγωγή της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας σε «πολίτευμα της συνύπαρξης» ηχεί κάπως υπεραισιόδοξα στην Ελλάδα της τρίτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, μετά και την πικρή εμπειρία της δεύτερης, σίγουρα πάντως η αναζήτηση στο εσωτερικό της μηχανισμών ισορροπίας είναι ένα ευγενές εγχείρημα. Πολύτιμο σε μια εποχή όπου η ανάγνωση της ίδιας της ύπαρξης και έκφρασης του αντιπάλου συνιστά ακριβώς την «δημοκρατική κουλτούρα» της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας – άμα βέβαια αυτή σέβεται τον εαυτό της. Πόσο μάλλον που ο Π. Δουδωνής συνειδητά έχει γράψει σε μια γλώσσα «ανοιχτή» και ευπρόσιτη σ’ ένα ευρύτερο κοινό, μακριά από την τεχνική διατύπωση την οποία συνήθως προκρίνει ο κλάδος του – ακόμη κι ο Βαγγέλης Βενιζέλος.

Αυτό άλλωστε το στοιχείο, το άνοιγμα, το θέτει ο συγγραφέας εξαρχής ως στοίχημά του. Κι έτσι δεν ξαφνιάζει υπέρμετρα μια άλλη ιδιαιτερότητα αυτού του βιβλίου: Ότι ως επίμετρο φιλοξενεί μια συζήτηση του νομικού Παναγιώτη Δουδωνή με τον ζωγράφο Γιώργο Χαδούλη, που έκθεση του τελευταίου με τοπία τα οποία εμπεριέχουν την Ακρόπολη οδήγησε σε έναν αναστοχασμό γύρω από την δημοκρατία και την ικανότητά της να ξαναβλέπει τον εαυτό της. Να αντιμετωπίζεται δηλαδή και αυτή ως μια δημιουργική διαδικασία, ως ένα «έργο εν παρόδω» και συμμετοχικό. Σε αναζήτηση μάλιστα της συχνά παραγνωρισμένης πειθούς.