Kreport > Uncategorized > Διαπραγμάτευση και επικοινωνιακή διαχείριση

Διαπραγμάτευση και επικοινωνιακή διαχείριση

Ανάλυση του KReport

Η μεγάλη είδηση από την χθεσινή βιντεοδιάσκεψη κορυφής των Προέδρων των ΗΠΑ και της Ρωσίας είναι αυτή καθαυτή η πραγματοποίησή της, στη βαριά σκιά της κλιμακούμενης έντασης στην Ουκρανία και τη Μαύρη Θάλασσα.

Τι επί της ουσίας συμφωνήθηκε στην χθεσινή  δίωρη βιντεοδιάσκεψη μεταξύ Μπάιντεν και Πούτιν για την Ουκρανία θα φανεί τις επόμενες βδομάδες, καθώς εκ των πραγμάτων θα καταστεί σαφές αν η διαπραγμάτευση πήρε το προβάδισμα από την επίδειξη στρατιωτικής ισχύος και πολεμικής ετοιμότητας από τις δύο πλευρές.

Αν πιστέψουμε την επικοινωνιακή διαχείριση της βιντεοδιάσκεψης από το Κρεμλίνο και τον Λευκό Οίκο, τότε οι Μπάιντεν και Πούτιν θα είχαν όχι μια συζήτηση χθες το απόγευμα αλλά δύο μονολόγους όπου θα επαναλάμβαναν για μια ακόμη φορά τις κόκκινες γραμμές τους.

Τα σχετικά ανακοινωθέντα του Κρεμλίνου και του Λευκού Οίκου που αναμένονταν αργά χθες το βράδι  δεν προβλεπόταν να περιέχουν εκπλήξεις καθώς είχε προεξοφληθεί μια διατύπωση που θα επιτρέπει στις δύο πλευρές να επαναλάβουν τις θέσεις τους για την Ουκρανία αλλά και να αφήσουν ανοικτούς τους διαύλους επικοινωνίας περιλαμβανομένων και των συναντήσεων κορυφής.

Η εντατική προετοιμασία της συνάντησης από τους δύο συμβούλους Εθνικής Ασφαλείας, Σάλιβαν και Πετρούσεφ, αλλά και από τους επικεφαλής των υπηρεσιών πληροφοριών των δύο χωρών, δίνουν την εικόνα ενός δύσκολου διαλόγου κορυφής ο οποίος όμως είναι μονόδρομος καθώς αυτή τι στιγμή καμιά πλευρά δεν έχει τίποτε να κερδίσει αν η ένταση στην ανατολική Ουκρανία διολισθήσει σε θερμά επεισόδια και στη συνέχεια σε  γενικευμένη αντιπαράθεση.

Σε αντίθεση με την ευκρίνεια της διανομής της Ευρώπης στην Γιάλτα τον Φεβρουάριο του 1945 σε ζώνες επιρροής της Δύσης από την μια μεριά και της ΕΣΣΔ από την άλλη, η διάλυση της ΕΣΣΔ πριν από τριάντα ακριβώς χρόνια άφησε τις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες στην Ευρώπη, στον Καύκασο και στην Κεντρική Ασία ως μια γκρίζα ζώνη όπου η Μόσχα διεκδικεί ένα άτυπο αλλά βαρύνον δικαίωμα βέτο στις στρατηγικές επιλογές των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών, και την Ουάσιγκτον να τις θεωρεί δυνητικούς ευρωατλαντικούς εταίρους.

Είναι κάτι παραπάνω από σαφές ότι προβλήματα που δεν λύθηκαν επί τριάντα χρόνια δεν μπορούν να επιλυθούν ούτε σε τρείς μήνες ούτε σε τρία χρόνια. Έτσι ο διάλογος κορυφής Ουάσιγκτον-Μόσχας καλείται να λειτουργήσει ως δίκτυ ασφαλείας, ως σαφής οριοθέτηση μιας αντιπαράθεσης πριν αυτή μεταλλαχθεί σε ανεξέλεγκτη κρίση.