Kreport > Uncategorized > Προς μια νέα ισορροπία;

Προς μια νέα ισορροπία;

Του Πάυλου Τσίμα

Ποιος το φανταζόταν; Ποιος περίμενε πως μια εκλογική διαδικασία που ξεκίνησε ως ένα περιορισμένου ενδιαφέροντος εσωκομματικό event, θα εξελισσόταν σε ένα πολιτικό στοίχημα, με δραματική φόρτιση και ευρύτερη σημασία; Ποιος μπορούσε να φανταστεί, όταν η διαδικασία ξεκινούσε, ότι οι αυριανές κάλπες του ΚΙΝΑΛ θα αφορούν και θα ενδιαφέρουν πολύ περισσότερους από όσους θα ψηφίσουν- που κι αυτοί, όλα δείχνουν, θα είναι περισσότεροι από όσους περιμέναμε;

Οι εκλογές στο ΚΙΝΑΛ άλλαξαν χαρακτήρα μέσα σε λίγες ημέρες. Είναι, προφανώς, η συγκίνηση που εκλύθηκε με την απότομη επιδείνωση της υγείας και τον θάνατο της Φώφης Γεννηματά. Είναι, επίσης, η «ίντριγκα» που πρόσθεσε στην διαδικασία η αναπάντεχη υποψηφιότητα ενός πρώην πρωθυπουργού. Κι είναι και οι δημοσκοπήσεις που ξαφνικά μετρούν ένα κόμμα, που έμοιαζε να έχει χαμηλό δημοσκοπικό ταβάνι, σε διψήφια νούμερα πρόθεσης ψήφου. Μα τί είναι όλα αυτά; Ένα παροδικό ενδιαφέρον, ένα πρόσκαιρο αποτέλεσμα της συγκίνησης, που κάποια στιγμή θα εξατμιστεί; Ή καθρεφτίζει μια κάποια κίνηση στα στάσιμα, δυόμισι χρόνια τώρα, νερά της πολιτικής;

Το ερώτημα θα λάβει μια απάντηση, ίσως, από το ύψος της συμμετοχής στις αυριανές εκλογές. Μα στ’ αλήθεια δεν πρόκειται για ερώτημα που περιμένει απάντηση. Πρόκειται μάλλον για στοίχημα, δύσκολο στοίχημα που όποιος εκλεγεί αύριο, ή την ερχόμενη Κυριακή, θα χάσει ή θα κερδίσει. Θα ήταν λάθος, σίγουρα, να εκλάβει ο ίδιος ως δεδομένο το ενδιαφέρον που σήμερα επενδύεται στην εκλογική μάχη ή, πολύ περισσότερο να εκλάβει ως δεδομένη την δημοσκοπική ώθηση που η συγκυρία καταγράφει. Μα από την άλλη θα ήταν λάθος να προεξοφλήσει κανείς το αντίθετο. Να θεωρήσει πως είναι αδύνατον το ΚΙΝΑΛ (ή όπως θα ονομάζεται αύριο) να γίνει καταλύτης μιας αλλαγής στους συσχετισμούς και στην «γεωμετρία» του πολιτικού συστήματος. Δεν θα είναι εύκολο. Μα δεν είναι αδύνατον. Και, κατά κάποιο τρόπο, μοιάζει αναγκαίο.

Αναγκαίο- όχι τόσο για να μεταφραστεί στα ελληνικά ένα ρεύμα «επιστροφής της σοσιαλδημοκρατίας» που ανιχνεύεται σε άλλους ευρωπαϊκούς τόπους. Πρώτον, επειδή δεν είμαστε διόλου σίγουροι ότι ένα τέτοιο ρεύμα υπερβαίνει την εκλογική συγκυρία- της Γερμανίας του Σολτς, για παράδειγμα, ή ακόμη και της Αμερικής του Μπάιντεν. Δεύτερον, επειδή ακόμη κι αν αποδειχθεί ότι ζούμε πράγματι μια αλλαγή παραδείγματος ανάλογη με εκείνη που γέννησε την «Κεϋνσιανή συναίνεση» τις πρώτες, χρυσές μεταπολεμικές δεκαετίες ή εκείνη, την αντίρροπη, που ακολούθησε την φιλελεύθερη επανάσταση των χρόνων του Ρέηγκαν και της Θάτσερ, και πάλι δεν θα είχε άμεση πολιτική-εκλογική μετάφραση. Όταν ακόμη και οι συντηρητικοί κυβερνούν, μέσα στην κρίση, ως σοσιαλδημοκράτες, δεν είναι πάντα εύκολο για τους σοσιαλδημοκράτες να βρουν εκλογικό χώρο. Και τρίτον, επειδή ακόμη και στους παγκοσμιοποιημένους καιρούς politics is always local. Οι πολιτικοί συσχετισμοί διαμορφώνονται εθνικά.

Με εθνικά κριτήρια, λοιπόν, μοιάζει αναγκαία μια αλλαγή πολιτικής γεωμετρίας, η οποία σήμερα μοιάζει με γεωμετρία ατελούς δικομματισμού. Με ένα κυρίαρχο κόμμα και έναν δεύτερο πόλο που δεν εξισορροπεί την κυριαρχία του, ούτε στην καθημερινή αντιπολιτευτική λειτουργία ούτε στην εκλογική προοπτική, αφού ούτε αυτοδυναμία διεκδικεί πειστικά ούτε συμμαχίες μπορεί να συγκροτήσει. Ότι αυτό το σχήμα είναι ανεπαρκές και δυνάμει επικίνδυνο είναι, νομίζω, ολοφάνερο. Η κυβέρνηση διατρέχει τον κίνδυνο να την καταπιεί (έχουμε ήδη πρόδρομα σημάδια)  η μαύρη τρύπα της ελλείπουσας αντιπολίτευσης. Η συναίνεση, εκεί που είναι αναγκαία, είναι αδύνατον να οργανωθεί (το είδαμε ξανά στην αξιοδάκρυτη αντιπαράθεση στην Βουλή για τον υποχρεωτικό εμβολιασμό). Κι ένα κακοφόρμισμα της κρίσης, μετά από μια παρατεταμένη πανδημία, μπορεί να φέρει στον αφρό πολιτικά ανέστια αντί-συστημικά και αντί-δημοκρατικά ρεύματα, σαν εκείνα που κατά την προηγούμενη φάση ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να ενσωματώσει (με ηθικό και πολιτικό κόστος, που τώρα πληρώνει) αλλά δεν μπορεί πια.

Είναι αλήθεια ότι ο ελληνικός κοινοβουλευτισμός, ιστορικά, λειτούργησε αποτελεσματικότερα στο δικομματικό σχήμα, που γνωρίσαμε στα χρόνια 1977-2012, αλλά αυτό το σχήμα μοιάζει- παρά τις περί του αντιθέτου προσδοκίες που γεννήθηκαν το 2019- αδύνατον να αναπαραχθεί με το δίδυμο ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ.  Θα μπορούσε να εξελιχθεί, ωριμάζοντας, σε ένα σχήμα συναινετικού κοινοβουλευτισμού, όπως στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, όπου πολλά κόμματα μεσαίου και μικρού μεγέθους σχηματίζουν αστερισμούς συνεργασιών. Αλλά και αυτό είναι αδύνατον να προκύψει με τον σημερινό πολιτικό συσχετισμό. Κάποιοι, τέλος, εκτιμούν ότι θα μπορούσε να παραταθεί η σημερινή ισορροπία, σε ένα σχήμα «κυρίαρχου κόμματος», όπως η μεταπολεμική Ιταλία της Χριστιανοδημοκρατικής κυριαρχίας ή η Ελλάδα των χρόνων 1952-1963, του Συναγερμού και της ΕΡΕ. Αλλά οι συνθήκες της εποχής του Ψυχρού Πολέμου δεν επαναλαμβάνονται. Και το σχήμα, ακόμη και αν πετύχαινε διάρκεια, δεν θα ήταν προς όφελος της υγείας της Δημοκρατίας.

Τι θα μπορούσε να γίνει, λοιπόν; Όσοι ονειρεύονται ένα 2012 από την ανάποδη, την επιστροφή στο ΚΙΝΑΛ ή στο ΠΑΣΟΚ των ψηφοφόρων που το εγκατέλειψαν για τον ΣΥΡΙΖΑ (αφού για λίγο φλέρταραν δημοσκοπικά με την ΔΗΜΑΡ), σε τέτοια κλίμακα ώστε να αποκατασταθεί ο κραταιός δικομματισμός της μεταπολίτευσης, πετούν νομίζω στα σύννεφα. Μα από εκεί και πέρα, αν το ΚΙΝΑΛ (ή όπως θα ονομάζεται) κατορθώσει να κεφαλαιοποιήσει το ενδιαφέρον που σήμερα συγκεντρώνει και να ενισχύσει τα πρώτα δημοσκοπικά του οφέλη, θα μπορούσε να προκύψει μια ενδιαφέρουσα- έστω και αν είναι αδύνατον να προβλεφθεί η έκβασή της- νέα ισορροπία στην πολιτική σκηνή. Η οποία- γιατί όχι;- θα μπορούσε να επαναφέρει στο παιχνίδι της δημοκρατίας και τα περίπου δύο εκατομμύρια πολιτών που αποσύρθηκαν από τις εκλογές ανάμεσα στο 2004 και το 2019.-