Kreport > Uncategorized > Το ρήγμα και το εμβόλιο

Το ρήγμα και το εμβόλιο

Του Παύλου Τσίμα

Οι NYTimes δημοσίευσαν πρόσφατα μια μελέτη σύμφωνα με την οποία στις «κόκκινες» περιφέρειες που είχαν ψηφίσει με μεγάλη πλειοψηφία Τραμπ καταγράφονταν, στα τέλη Οκτωβρίου, 25 θάνατοι από covid σε κάθε 100.000 κατοίκους. Στις «μπλε» περιφέρειες που είχαν αντίστοιχα μεγάλη πλειοψηφία ψηφοφόρων υπέρ των Δημοκρατικών οι θάνατοι ήταν τρεις φορές λιγότεροι: 7,8 ανά 100.000 κατοίκους! Το εύρημα καθρεφτίζει ένα άλλο δεδομένο μιας άλλης έρευνας (του ιδρύματος KFF), σύμφωνα με την οποία το 90% των πολιτών που ψηφίζουν Δημοκρατικό κόμμα έχουν κάνει μία τουλάχιστον δόση εμβολίου, ενώ μεταξύ των ψηφοφόρων των Ρεπουμπλικάνων το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 58%.

Αν οι ΗΠΑ είναι το ένα άκρο, η Πορτογαλία είναι το άλλο. Μια χώρα που στην αρχή της πανδημίας βρέθηκε με ένα από τα πιο αδύναμα σε υποδομές συστήματα υγείας όχι στην Ευρώπη απλώς, μα στον κόσμο, με πολύ λιγότερες κλίνες ΜΕΘ απ’ ότι η Ελλάδα, για παράδειγμα, που βρέθηκε κατόπιν, τον Ιανουάριο του 2021, να καταγράφει αρνητικό ρεκόρ κρουσμάτων και θυμάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κατάφερε να κάνει μία αξιοθαύμαστη κούρσα εμβολιασμών και να είναι σήμερα το οικουμενικό υπόδειγμα. Το 99% του ενήλικου πληθυσμού έχει κάνει τουλάχιστον μία δόση, με τα προχθεσινά στοιχεία του ECDC, και στις κρίσιμες ηλικίες άνω των 60 ετών ο εμβολιασμός έχει αγγίξει το απόλυτο. Φαίνεται πως σήμερα δεν υπάρχει ούτε ένας Πορτογάλος πάνω από τα 60 που δεν έχει κάνει τουλάχιστον μία δόση εμβολίου. Πώς το κατάφεραν; Μα ακριβώς επιστρατεύοντας την κοινωνική συνοχή που χαρακτηρίζει την χώρα και την πολιτική συναίνεση που ήταν εξ αρχής πλήρης, δίχως την παραμικρή ρωγμή ή χαραμάδα. Όπως στα χρόνια της τρόικα η Πορτογαλία δεν τσίμπησε στις αντί-μνημονιακές θεωρίες συνομωσίας, έτσι και πολύ λιγότερο τώρα τσιμπάει στην αντί-εμβολιαστική κουταμάρα. Γιατί ποτέ, καμία πολιτική δύναμη δεν έδωσε, εκεί, χώρο στον ανορθολογισμό για χάρη μιας πολιτικής σκοπιμότητας ή μιας αντί-μνημονιακής σταυροφορίας. Να ένα καλό, εκ των υστέρων δυστυχώς, μάθημα για τα καθ’ ημάς.

Μεταξύ των δύο αυτών ακραίων περιπτώσεων, των ΗΠΑ όπου το εμβόλιο έχει γίνει κεντρικό στοιχείο ενός ασυμφιλίωτου πολιτιστικού και πολιτικού ρήγματος και της Πορτογαλίας, όπου η ανταπόκριση στο κάλεσμα για εμβολιασμό υπερέβη κάθε πολιτικό, κοινωνικό, μορφωτικό ή άλλο διαχωρισμό- οι υπόλοιποι, στην Ευρώπη ειδικά, κινούμαστε κάπου ενδιάμεσα. Παντού έχουμε μέτωπο με ομάδες φανατικών αντί-εμβολιαστών που, δεν είναι μεγάλες, αλλά αρκετές ώστε να προκαλούν ζημιά και δυσανάλογα μεγάλο θόρυβο, κυρίως μέσω των social media. «Οι αντί-εμβολιαστές», έλεγε στους Times μια Γερμανίδα κοινωνιολόγος του ερευνητικού κέντρου CeMAS, «είναι η μακρά ουρά των εθνικιστικών-λαϊκιστικών κινημάτων που συντάραξαν την Ευρώπη την περασμένη δεκαετία».

Κίνδυνος. Μα αντιμετωπίσιμος. Όταν τον περασμένο Ιούλιο ο Πρόεδρος Μακρόν ανακοίνωσε ότι τα πιστοποιητικά εμβολιασμού θα είναι απαραίτητα για την είσοδο σε όλους σχεδόν τους δημόσιους χώρους, η αντίδραση ήταν άμεση και οι διαδηλώσεις μαζικές και βίαιες. Πέντε μήνες αργότερα, οι αντιδράσεις έχουν απορροφηθεί και η Γαλλία έχει (προς το παρόν!) μια από τις καλύτερες επιδόσεις στην διαχείριση του νέου πανδημικού κύματος. Στην Ισπανία, η συνομωσιολογική καμπάνια του ακροδεξιού Vox βρήκε για λίγο ακροατήριο (και εκλογικό) αλλά ξεφούσκωσε. Και στην Ιταλία, όπου ο Ντράγκι εφαρμόζει, από τα μέσα Οκτωβρίου, την πιο αυστηρή πολιτική περιορισμού των ανεμβολίαστων, για μια στιγμή φάνηκε να ανάβει φωτιά αντιδράσεων, μα έσβησε γρήγορα. Βοήθησε η Τεργέστη. Η πόλη που έγινε το επίκεντρο των μεγαλύτερων διαδηλώσεων κατά των περιορισμών στους ανεμβολίαστους, βρέθηκε 15 μέρες μετά τις μεγάλες της διαδηλώσεις να έχει γίνει χοτ-σποτ του κορωνοϊού. Ο δήμαρχος της πόλης είπε απλά «φτάνει η βλακεία» και η Τεργέστη συμφιλιώθηκε με το Green Pass- όπως και η υπόλοιπη Ιταλία. Τα πράγματα παραμένουν δυσκολότερα εκεί όπου η αντί-εμβολιαστική κινητοποίηση συνδέεται με ενεργές αντί-συστημικές ρίζες και βρίσκει κάποια πολιτική κάλυψη ή ανοχή, όπως σε περιοχές της Γερμανίας, της Αυστρίας ή της ανατολικής Ευρώπης, από λαϊκίστικα, ακροδεξιά συνήθως σχήματα.

Κι εμείς; Όποιος προτιμά να βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο, μπορεί να κρατήσει την προχθεσινή Πέμπτη ως μια στιγμή ωριμότητας του πολιτικού μας συστήματος- που τόσα έπαθε και, δεν μπορεί, κάτι θα έμαθε από την μακρά περιπέτεια της πανδημίας. Ο πρωθυπουργός διέψευσε (ευτυχώς) τις διαβεβαιώσεις «κυβερνητικών κύκλων» πως «δεν θα γίνουμε Αυστρία», δεν θα πάρουμε άλλα μέτρα. Ανακοίνωσε, με καθυστέρηση έστω, με δισταγμό και «συστολή», μέτρα που κινούνται σε σωστή δίχως αμφιβολία κατεύθυνση. Και τα διατύπωσε σε μετρημένο, προσγειωμένο, όχι επιθετικό ύφος. Μα και ο Αλέξης Τσίπρας, στον αντίλογό του, αν αφαιρέσει κανείς την σως πολιτικής αντιπαράθεσης που απευθύνεται στο κομματικό στράτευμα για να διατηρεί το ηθικό του ακμαίο, κινήθηκε σε ανάλογη γραμμή. Δεν αντιπολιτεύθηκε τα μέτρα. Προσπάθησε να τα υπερακοντίσει (προτείνοντας πχ υποχρεωτικό εμβολιασμό στα σώματα ασφαλείας και τις ένοπλες δυνάμεις ή επιστροφή της τηλε-εργασίας), μα στην ίδια κατεύθυνση.

Δεν πετώ στα σύννεφα. Και δεν πιστεύω ότι η πολιτική μπορεί (ή θα έπρεπε) να μετατραπεί σε κάτι σαν ευγενή ακαδημαϊκό διάλογο πανεπιστημιακής λέσχης. Αλλά αν κάτι διδάσκει η εξέλιξη της πανδημίας στον κόσμο είναι πως ο χειρότερος εχθρός, ο μεγαλύτερος κίνδυνος (εκτός από τον ιό τον ίδιο) είναι η πολιτικοποίηση της διαχείρισης της πανδημίας. Ακριβώς επειδή αυτή αφήνει χαραμάδες από τις οποίες εισβάλει ο ανορθολογισμός και χτίζει οχυρά. Και ειδικά σε μια χώρα όπου η Πολιτική υπέπεσε συχνά (και πρόσφατα) στο αμάρτημα, θα έπρεπε να είμαστε όλοι διπλά προσεκτικοί.