Kreport > Uncategorized > Η πανδημία ως ευκαιρία μεταρρύθμισης της δημόσιας διοίκησης

Η πανδημία ως ευκαιρία μεταρρύθμισης της δημόσιας διοίκησης

Του Παναγιώτη Καρκατσούλη (*)

H δημόσια διοίκηση, τις τέσσερις τελευταίες δεκαετίες, προσπάθησε να ενσωματώσει στοιχεία οργάνωσης και λειτουργίας του ιδιωτικού μάνατζμεντ. Το Νέο Δημόσιο Μάνατζμεντ (ΝΔΜ), όπως αποκλήθηκε η πιο γνωστή δέσμη ιδεών και πολιτικών για την διοικητική μεταρρύθμιση, συνδέθηκε με επιτυχίες αλλά και αποτυχίες. Μάλιστα, φάνηκε, μετά από δεκαετίες πειραματισμών, ότι η βελτίωση της αποτελεσματικότητας της διοικητικής δράσης δεν συνδυαζόταν με τις εγγυήσεις ανοιχτότητας και διαφάνειας που αποτελούσαν, επίσης, διακηρυγμένους στόχους του ΝΔΜ.

Πριν απ’ αυτό, η θεωρία και πρακτική της γραφειοκρατίας είχε πετύχει να αποκομματικοποιήσει την δημόσια διοίκηση και να την συνδέσει με τον κανόνα δικαίου. Έτσι, το κράτος δικαίου κατάφερε να παράσχει στους πολίτες υπηρεσίες με όρους ισότητας και δημοκρατίας. Ήταν η περίοδος που το αστικό κράτος εδραιωνόταν, αφήνοντας πίσω του τερατωδίες πολιτικών και θρησκευτικών ηγεμόνων. Τα θεμελιώδη δικαιώματα συνδέθηκαν, μάλλον καλύτερα, λειτούργησαν τα ίδια ως θεσμοί, δημιουργώντας μια παρακαταθήκη για τα δημοκρατικά πολιτεύματα. Η παρακαταθήκη εκείνη έμελλε να επανεξεταστεί αλλά να μην αμφισβητηθεί στον πυρήνα της.

Η ταχύτητα ανάπτυξης της παγκοσμιοποίησης δημιούργησε ένα νέο περιβάλλον για τις δημόσιες διοικήσεις θέτοντας, επί τάπητος, κρίσιμες αλλαγές που πρέπει να δρομολογηθούν.

Αδιαμφισβήτητα, η πρώτη, η μέγιστη πρόκληση για την δημόσια διοίκηση είναι η διαχείριση της κλιματικής κρίσης. Κι απ’ αυτή, ξεχωρίζουν δύο μεγάλα ζητήματα τα οποία έχουν θέσει υπαρξιακού τύπου ερωτήματα στις παραδοσιακές διοικήσεις: Οι πανδημίες και η αντιμετώπιση των ανθρωπογενών/φυσικών καταστροφών.

Η πανδημία του κορωνοϊού ανέδειξε την αξία του δημόσιου συστήματος υγείας. Η ενίσχυσή του είναι μονόδρομος. Εννοείται, όμως, ότι η συζήτηση αναφέρεται σε μια ενίσχυση απαλλαγμένη από τις αδυναμίες του παρελθόντος, τουτέστιν, από τοπικισμούς, παραγοντισμούς, λαϊκισμούς ου μην αλλά και αθέμιτους πλουτισμούς. Ιδιαίτερα ζητήματα που αναδείχτηκαν αυτό το διάστημα ήταν:

Πρώτον: Η αδιαφάνεια στην λήψη των αποφάσεων και η συστηματική καταστρατήγηση των διαδικασιών διαφάνειας που διέπουν το δίκαιο των προμηθειών με την επίκληση του επείγοντος. Επείγει η αλλαγή του τρόπου λήψης απόφασης ούτως ώστε να πάψουν οι πανδημίες να αποτελούν άλλοθι ιδιοτελών σκοπών. Υποκείμενη παθολογία, εδώ, είναι η έλλειψη μιας θετικής πολιτικής για την δημιουργία καλύτερων νόμων. Σε πείσμα των κανόνων της καλής νομοθέτησης, η ελληνική νομοθετική παραγωγή έχει επανέλθει στους «νόμους-κουρελούδες», οι άσχετες τροπολογίες-νομοσχέδια είναι κανόνας, οι κωδικοποιήσεις χωλαίνουν και η απλούστευση των διαδικασιών, στις λίγες φορές που επιτυγχάνεται, είναι συγκυριακή και αδύνατη για να αποτελέσει ανάχωμα στην κακή νομοθέτηση.

Δεύτερον:  Ο ανορθολογισμός στην  οργάνωση της πολιτικής δημόσιας υγείας. Η ανύπαρκτη πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας δημιούργησε πολύ σύντομα και εύκολα ασφυξία στα κρατικά νοσοκομεία με αποτέλεσμα την κατακόρυφη πτώση του επιπέδου υγείας των πολιτών. Η πολυεπίπεδη διακυβέρνηση με την δικτύωση των μονάδων υγείας προκύπτει ως αδήριτη ανάγκη. Οι δομές-σιλό της ελληνικής δημόσιας διοίκησης πρέπει να αντικατασταθούν από δίκτυα αλληλοϋποστήριξης και συνεργασίας. Η πλαγιοκόπηση των σιλό με την Πληροφορική μπορεί να πετύχει μόνον σημειακές, εφήμερες λύσεις. Ψηφιακό κράτος σε πελατειακό υπόστρωμα δεν ευδοκιμεί. Το έλλειμμα συντονισμού του δεινοσαυρικού κυβερνητικού σχήματος, του μεγαλύτερου στην Ευρώπη, δεν λύνεται με «επιτελικά» μπούνκερ αλλά με μια μικρή, δεμένη και λειτουργική κυβέρνηση.

Τρίτον: Η μη ύπαρξη προγραμματισμού προσλήψεων που οδήγησε σε αδυναμία παροχής υπηρεσιών και σε μεσοβέζικες, οριακής νομιμότητας πράξεις. Οι προσλήψεις δεν μπορεί, πλέον, να αποτελούν το ιερό δισκοπότηρο κανενός υπουργού και καμίας κυβέρνησης. Για τον λόγο αυτόν πρέπει, επιτέλους, να ολοκληρωθεί η μεταρρύθμιση στην διοίκηση του ανθρώπινου δυναμικού που άρχισε πριν από 30 περίπου χρόνια (ν.2190/94). Το ΑΣΕΠ πρέπει να αποτελέσει την μοναδική δημόσια οργάνωση με σκοπό την αντικειμενική και αξιοκρατική διοίκηση του ανθρώπινου δυναμικού σε όλα τα στάδιά της (πρόσληψη, κινητικότητα, αξιολόγηση).

Η διεθνής συζήτηση επικεντρώνεται στον ορισμό των ορίων της ιατρικής επέμβασης (βλ. συναφώς την διαχείριση του προβλήματος των αρνητών) και στην επιλογή ασθενών για ΜΕΘ (triage). Τα ανώτατα δικαστήρια γνωμοδοτούν υπέρ του πρωτείου της δημόσιας υγείας παρέχοντας μια στάθμιση ατομικών δικαιωμάτων εντός ενός συγκεκριμένου πλαισίου αναφοράς. Από την άλλη, όμως, το ζήτημα των ελευθεριών και των δικαιωμάτων των πολιτών, εμβολιασμένων και μη, τίθεται με όρους που κάθε άλλο παρά στις αρχές του Διαφωτισμού και της σύγχρονης ευρωπαϊκής πολιτειολογίας παραπέμπουν.

Βεβαίως, είναι γεγονός ότι οι ταχύτητες με τις οποίες προσαρμόζεται κάθε χώρα και διοίκηση στα νέα δεδομένα είναι άνισες. Η ελληνική δημόσια διοίκηση ασθμαίνει, αφού φορτωμένη με τις αμαρτίες ενός πολιτικού συστήματος που πέτυχε την επιβίωσή του μέσα από την αποσάθρωσή της- αυτό που ονομάστηκε «πελατειακό κράτος»- δεν κατάφερε ποτέ να στοιχηθεί με τις μεταρρυθμιστικές τάσεις που επικράτησαν στην Ευρώπη και στον λοιπό αναπτυγμένο κόσμο. Ούτε σωστή γραφειοκρατία απέκτησε ποτέ ούτε συναγωνίστηκε ως προς την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητά της με τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Οι λειτουργίες της είναι ασθενικές, όσο οι βαριές δομές της το επιτρέπουν και οι όποιες νησίδες αριστείας οφείλονται σε ατυπικά χαρακτηριστικά του ανθρώπινου δυναμικού που αποδίδονται ως φιλότιμο και αίσθηση κοινωνικής αλληλεγγύης.

Δεν υπάρχει παρά ένας μόνον τρόπος για να μπορέσουμε να πετύχουμε καλύτερες επιδόσεις στις πολλαπλές κρίσεις που βιώνουμε και σ’ εκείνες που επίκεινται: Η διοικητική μεταρρύθμιση πρέπει να γίνει. Εδώ και τώρα.

(*) Ο Παναγιώτης Καρκατσούλης είναι εμπειρογνώμων Δημόσιας Διοίκησης, σύμβουλος ΑΣΕΠ, πρώην βουλευτής