Kreport > Uncategorized > Δύο βιβλία για το Πολυεχνείο ’73

Δύο βιβλία για το Πολυεχνείο ’73

«Πολυτεχνείο ΄73: Αναστοχασμός μιας πραγματικότητας»,

του Δημήτρη Χατζησωκράτη (2004)

 

«Στο ΕΑΤ-ΕΣΑ: Μια μαρτυρία για τα χρόνια της Δικτατορίας»,

του Γιάννη Σεργόπουλου (2019), εκδόσεις ΠΟΛΙΣ

 

Γράφει ο Αντώνης Παπαγιαννίδης

 Εδώ και χρόνια έπαψε να έχει ιδιαίτερο περιεχόμενο η αναζήτηση σύνδεσης των σημερινών πραγμάτων με την πικρή περίοδο της (πρόσφατης, ωστόσο, για τον βηματισμό της Ιστορίας, δικτατορίας) και με τις στιγμές αντιπαράθεσης με την καταστολή της εποχής εκείνης που απετέλεσαν (περισσότερο απ’ ο,τιδήποτε άλλο) οι ημέρες του Πολυτεχνείου. Ωστόσο, δανειζόμενος κανείς την ευκαιρία από την Νοεμβριανή συγκυρία αξίζει να αναζητήσει μια δίδυμη κατάθεση, που ως εκδοτική πρωτοβουλία απέχει 15 χρόνια (2004 και 2019), πλην όμως παραπέμπει σε ένα συνεχιζόμενο ερωτηματικό: Τι εξέφρασε, πού επιχειρούσε να οδηγήσει η αντίσταση όπως εκδηλώθηκε από μέρους των φοιτητών της εποχής. Διορθώνουμε αμέσως: ΚΑΠΟΙΩΝ  φοιτητών της εποχής, με περισσότερους να προσέρχονται από ένα σημείο και πέρα – πρώτα της «ταράτσας» της Νομικής, ύστερα των ημερών του Πολυτεχνείου – με θετικά αισθήματα, όμως με την πλειοψηφία απλώς να παρατηρεί.

Το «Πολυτεχνείο ΄73» προέρχεται από έναν άνθρωπο ο οποίος εν συνεχεία ακολούθησε μια διαδρομή πολιτική -τον Δημήτρη Χατζησωκράτη, στρατευόμενο τις τάξεις της (ανανεωτικής όπως προέκυψε) Αριστεράς. Είναι τέτοιες οι διαδρομές της μετέπειτα πολιτικής ιστορίας, ώστε ο Χατζησωκράτης να γίνει, για παράδειγμα, ένας από τους τρεις συντάκτες (οι άλλοι δυο: Χρύσανθος Λαζαρίδης και Κωστής Σκανδαλίδης) της «Συμφωνίας των Τριών» με το οποίο μπόρεσε, δεκαετίες αργότερα, να προχωρήσει η συγκυβέρνηση Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ.

Το «ΕΑΤ-ΕΣΑ» αποτελεί κατάθεση του Γιάννη Σεργόπουλου, ο οποίος κάποια στιγμή βρέθηκε ιδρυτικό μέλος του ΠΑΣΟΚ, εν συνεχεία στις τάξεις της Σοσιαλιστικής Πρωτοβουλίας αλλ’ εντέλει επέλεξε να κρατηθεί σε απόσταση από τα πολιτικά και να παραμείνει παρατηρητής, όπως εξήγησε, ως δικηγόρος Αθηνών.

Ξεκινώντας από την δεύτερη αυτή, πιο προσωπική κατάθεση, συναντά κανείς έναν άνθρωπο στρατευμένο μεν σε κάτι, πλην όμως ως μονάδα αντιμέτωπη μ’ ένα ολόκληρο σύστημα: Ίσως η πιο έντονη εικόνα που δίνει είναι όταν, μετά την σύλληψή του και την κράτησή του στο ΕΑΤ-ΕΣΑ (όπου, σχεδόν αποστασιοποιημένος, παρατηρεί ότι αντέχει τα βασανιστήρια), μετάγεται κάποια στιγμή και – περνώντας με το αυτοκίνητο της μεταγωγής από την Πλατεία Κολωνακίου – βλέπει τους ανθρώπους της ηλικίας του να συνεχίζουν την ζωή τους. Κανονικά. Αυτή η μοναξιά, μαζί και με την συνειδητοποίηση πόσο καταδικασμένες ήταν οι προσπάθειες διαφυγής – όταν Λαλιώτης/Σταμέλος έγινε φανερό ότι δεν μπόρεσαν να διαπραγματευτούν «ειρηνική αποχώρηση των φοιτητών», όταν οι εκκλήσεις για συμπαράσταση δεν εμπόδισαν το άρμα να συντρίψει την πύλη του Πολυτεχνείου – και εν συνεχεία η εμπειρία της «παρανομίας» σε σπίτι φίλου που νόμισε ότι θα το χρησιμοποιούσε ως … ερωτικό καταφύγιο για κάποιες μέρες, αυτή η μοναξιά είναι μια κατάθεση που αξίζει όσο πόσες αναλύσεις!

Δεν θα αντιπαραθέσουμε αυτήν την κατάθεση με την προσέγγιση του Δημήτρη Χατζησωκράτη, που κι αυτή ενσωματώνει προσωπικά και περιγραφικά στοιχεία της μικρής κοινωνιολογίας του φοιτητικού κόσμου, όμως ενταγμένα σε μια ανάλυση η οποία είναι ήδη εμποτισμένη με όσες πολιτικές/μακροσκοπικές εξελίξεις ήδη κυοφορούνταν. Όμως εκείνο που ήδη από τον υπότιτλο του «Πολυτεχνείο ‘73» διαγιγνώσκεται ως πραγματικότητα που χρειάζεται/απαιτεί αναστοχαστική προσέγγιση, είναι ότι δείχνει προς την αληθινή πολιτική ανακατεύθυνση που διεκδίκησαν στα ελληνικά πράγματα οι τότε εξεγερμένοι φοιτητές.

Γιατί, μπορεί η «γενικά του Πολυτεχνείου» να μην οδηγήσει αληθινά τις μετέπειτα εξελίξεις – όσες εύκολες προσεγγίσεις κι αν υπήρξαν γι αυτό – όμως η επαναφορά των προδικτατορικών πολιτικών στο προσκήνιο, δεν εκτόπισε τελικά κάτι άλλο, πολύ ουσιαστικό:  Ότι οι ημέρες του Πολυτεχνείου ΄73 έδωσαν ένα άλλοθι και σε όσους δεν κινήθηκαν ποτέ σε αντιπαράθεση με την δικτατορία («συλλογικό άλλοθι σε όσους δεν αντιστάθηκαν»). Η κοινωνία άκουσε τα συνθήματα του ραδιοφωνικού πομπού του Πολυτεχνείου – και, εν πολλοίς εκ των υστέρων – ευθυγραμμίστηκε προς αυτά γιατί αισθάνθηκε την ανάγκη να βρει έκφραση το βουβό που αναδυόταν.