Kreport > Uncategorized > Ανταγωνισμός αλλά όχι σύγκρουση

Ανταγωνισμός αλλά όχι σύγκρουση

Πώς φτάσαμε στην βιντεοδιάσκεψη;

Σύμφωνα με πηγές του Λευκού Οίκου το Πεκίνο άσκησε έντονη πίεση στην Ουάσιγκτον για μια τετ α τετ συνομιλία των δύο ηγετών με στόχο  την βελτίωση των διμερών σχέσεων που  επιδεινώθηκαν στην διάρκεια της θητείας του Τραμπ.

Όταν τον Σεπτέμβριο ο Μπάιντεν και ο Σι Τζιπινγκ είχαν τηλεφωνική επικοινωνία η περίληψη της που επεξεργάστηκαν και οι  δύο πλευρές τόνιζε στην τελευταία γραμμή ότι οι δύο πλευρές έχουν την ευθύνη να διασφαλίσουν ότι ο ανταγωνισμός δεν θα γίνει σύγκρουση.

Για να μην πάρει ο ανταγωνισμός την μορφή σύγκρουσης είναι προφανές ότι δεν αρκούν οι επαφές κορυφής τηλεφωνικές η με τηλεδιάσκεψη αλλά χρειάζεται ένα δίκτυο μηχανισμών σε πολλά επίπεδα για συναντήσεις, διαπραγματεύσεις και συνομιλίες.

Τούτων λεχθέντων, Ουάσιγκτον και Πεκίνο έχουν διαφορετική προσέγγιση για το πώς μπορεί να οριοθετηθεί ο ανταγωνισμός πριν μετεξελιχθεί σε δυναμική σύγκρουσης.

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μπλίνκεν έχει δηλώσει ότι η σχέση με την Κίνα θα είναι ανταγωνιστική όπου πρέπει, συνεργατική όπου πρέπει, και με αντιπαλότητα όπου πρέπει.

Σύμφωνα με τον υπουργό Εξωτερικών της Κίνας  Βανγκ Γί,  τομείς συνεργασίας όπως η κλιματική αλλαγή δεν μπορεί να απομονωθούν από σημεία τριβής στις διμερείς σχέσεις. Αν η Όαση περικυκλώνεται από την Έρημο, αργά η γρήγορα θα ερημοποιηθεί –λέει ο επικεφαλής της κινεζικής διπλωματίας.

Ένα μέτωπο  αντιπαράθεσης ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και το Πεκίνο που δεν έχει προβληθεί όσο πρέπει είναι η απόλυτη άρνηση του Πεκίνου να διεξαγάγει διαπραγματεύσεις για τον έλεγχο των πυρηνικών όπλων είτε διμερείς με τις ΗΠΑ είτε τριμερείς με την συμμετοχή και της Ρωσίας.

Το Πεκίνο ισχυρίζεται ότι το οπλοστάσιο του θα πρέπει να ενισχυθεί ποιοτικά και ποσοτικά πριν μπει σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση με τις ΗΠΑ και την Ρωσία. Είναι σαφές ότι η στάση της Κίνας οριοθετεί την δυνατότητα των ΗΠΑ και της Ρωσίας να προχωρήσουν στην μείωση των πυρηνικών τους οπλοστασίων.

Τέλος, η Κίνα ενοχλείται από την αύξηση της παρουσίας του Ναυτικού των ΗΠΑ κοντά στις ακτές της και φοβάται ότι η εξομάλυνση των διμερών σχέσεων με την Ουάσιγκτον θα κινδύνευε να νομιμοποιήσει ως κανονικότητα μια επίδειξη πυγμής που παραπέμπει στην πολιτική των κανονιοφόρων.