Kreport > Uncategorized > Πάγωσαν δημόσια έργα και αγορά

Πάγωσαν δημόσια έργα και αγορά

Του Κώστα Καλλίτση

 

Δύο εξελίξεις έρχονται να υπενθυμίσουν πόσο εύθραυστη είναι η δημοσιονομική κατάσταση και πόσο ευάλωτη είναι η ανάκαμψη από μια λαθεμένη πολιτική διαχείρισης της πανδημίας.

Μία είναι το πάγωμα όλων των δημοσίων έργων. Επειδή υποτιμήθηκε ο ρυθμός εκτέλεσης των έργων και, κυρίως, επειδή μοιράστηκαν περισσότερα από όσα είχαν προϋπολογιστεί με αφορμή την κρίση και τις καταστροφές από πυρκαγιές, πλημμύρες κλπ, ο προϋπολογισμός δημοσίων επενδύσεων 8,3 δισ. ευρώ έχει τελειώσει εδώ και λίγες βδομάδες κι η ρευστότητα κόπηκε.

Διότι η κυβέρνηση θέλει να συγκρατήσει το έλλειμμα να μην υπερβεί το μαγικό 10%  και επειδή οι δημόσιες επενδύσεις δεν πολυφωνάζουν (όπως εκείνοι εκ των εστιατόρων που διεκδικούν να συνεχίσει να τους πληρώνει ο φορολογούμενος νοίκι, μισθούς και λειτουργικά έξοδα του μαγαζιού…) είναι οι πρώτες που πληρώνουν το μάρμαρο. Θα  επανεκκινήσουν εν ευθέτω χρόνω, με το νέο έτος, τον νέο Προϋπολογισμό.

Η άλλη είναι το πάγωμα της αγοράς τις προηγούμενες ημέρες. Με την πανδημία να βγαίνει εκτός ελέγχου, το προηγούμενο σαββατοκύριακο σηματοδότησε κάμψη της κατανάλωσης, ο τζίρος στα καταναλωτικά είδη πλην τροφίμων μειώθηκε 25%, και η νέα εβδομάδα άνοιξε με πτώση 40% την Δευτέρα και συνέχισε στα χαμηλά. Στην αγορά αρχίζει να επικρατεί έντονη νευρικότητα.

Η κυβέρνηση επαναλαμβάνει μονότονα ότι δεν θα επιβληθεί lockdown (κάτι, άλλωστε, που κανείς δεν εισηγείται…) κι ότι η αγορά θα μείνει ανοικτή, αλλά μια ορθάνοικτη αγορά μπορεί ταυτόχρονα να ‘ναι σχετικά έρημη εφόσον η πανδημία αφήνεται ανεξέλεγκτη, γιατί ο φόβος αναβάλει αγορές, κρατά τους υποψήφιους πελάτες έξω από τα μαγαζιά. Το «άσε για αργότερα τα μέτρα» κάνει ντουέτο με το «άσε για αργότερα τις αγορές». Θα δούμε τι θα γίνει σε λίγες μέρες, στην black Friday/week και, βεβαίως, στην αγορά των γιορτών.

Η εξέλιξη της πανδημίας είναι ο μεγαλύτερος παράγοντας αβεβαιότητας. Όπως σε όλη την Ευρώπη, μαζί με τα προβλήματα εφοδιασμού, τις ελλείψεις στην αγορά και την ενεργειακή κρίση που διαβρώνει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, μπορεί να περιορίσει την ορμή της ανάκαμψης, τον ρυθμό ανάκτησης των  απωλειών του ΑΕΠ. Πλήττει την ατμομηχανή της ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας που δεν είναι άλλη από την κατανάλωση.

Την Πέμπτη δημοσιοποιήθηκαν οι νέες, φθινοπωρινές προβλέψεις της Κομισιόν για τις οικονομίες των 27. Για την Ελλάδα, προβλέπει αύξηση του ΑΕΠ 7,1% φέτος και 5,2% το 2022, με κινητήρια δύναμη την κατανάλωση και τον τουρισμό, ενώ η ανεργία διατηρείται σε υψηλά επίπεδα, στο 15,3% φέτος και στο 15% το 2022, και το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης ανεβαίνει στο 9,9% φέτος. Αν η κατανάλωση μειωθεί, η δυναμική του συστήματος αποδυναμώνεται, μειώνεται το ΑΕΠ, διευρύνονται τα ελλείμματα.

Βεβαίως, η ανάκαμψη θα συνεχιστεί. Δεν (θα έπρεπε να μας) αρκεί αυτό. Χρειαζόμαστε μια δυναμική και διατηρήσιμη οικονομική μεγέθυνση (α) για να βελτιώσουμε τη θέση μας στην Ευρώπη, που με τα σημερινά δεδομένα υποβαθμίζεται: Φέτος, το ελληνικό ΑΕΠ θα αυξηθεί 12 δισ. ευρώ (166 δισ. επί 7,1%), το ιταλικό 102 δισ. (1,65 τρισ. επί 6,2%), το γαλλικό 169 δισ. (2,6 τρισ.  επί 6,5%) και ούτω καθεξής. Για να βελτιώνεται η σχετική θέση μας έχουμε ανάγκη υψηλούς/διατηρήσιμους  ρυθμούς μεγέθυνσης, που προϋποθέτουν μεταρρυθμίσεις -που δεν γίνονται. Και (β) για να μπορέσουμε να διαχειριστούμε τις πληγές που έχουν ανοίξει ή/και ανοίγουν: Τις μεγάλες κοινωνικές ανισότητες, που θα επιδεινώνονται από την χωρίς-δίκτυ-ασφαλείας καταστροφή δεκάδων χιλιάδων μικρομάγαζων.