Kreport > Uncategorized > Η ανατροπή της ισορροπίας

Η ανατροπή της ισορροπίας

Του Παύλου Τσίμα  

Μπορεί οι δημοσκοπήσεις να πέρασαν πια στην αρμοδιότητα μιας εξεταστικής επιτροπής της Βουλής, αλλά το κεντρικό εύρημά τους, που επαναλαμβάνεται μονότονα δύο χρόνια τώρα και διασταυρώνεται σε όλες τις έρευνες όλων των εταιριών, από κανέναν δεν αμφισβητείται στα σοβαρά. Για πρώτη φορά, από τότε που οι πολιτικές δημοσκοπήσεις μπήκαν στην ζωή μας, η διαφορά στην πρόθεση ψήφου ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο κόμμα, ενώ φτάσαμε στα μισά  της τετραετίας, παραμένει σταθερά μεγαλύτερη από εκείνη των 8 μονάδων, που είχε καταγραφεί στις κάλπες.

Το εύρημα είναι αναμφισβήτητο. Οι ερμηνείες του διαφέρουν. Είναι αποτέλεσμα της πολιτικής και επικοινωνιακής ισχύος της κυβέρνησης ή ένδειξη της αδυναμίας της αντιπολίτευσης; Κι αν είναι το δεύτερο, που οφείλεται αυτή η παρατεταμένη αντιπολιτευτική ατροφία; Θα μπορούσε να αναταχθεί ή είναι μόνιμη βλάβη; Κι έπειτα, μια δεύτερη σειρά διλημμάτων προκύπτει. Το πολιτικό τοπίο που αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις είναι ένας «καχεκτικός δικομματισμός», ένα πολιτικό σύστημα του «ενάμισι κόμματος»; Ή μήπως δεν είναι καν δικομματισμός, είναι ένα σύστημα «κυρίαρχου κόμματος», ένα σύστημα με έναν μόνον ισχυρό πόλο, όπως ήταν η Ελλάδα της πρώτης μετεμφυλιακής δεκαετίας, του Συναγερμού και της ΕΡΕ, ή όπως ήταν η Ιταλία κατά τις δεκαετίες του ψυχρού πολέμου, με μια μονίμως κυβερνώσα Χριστιανική Δημοκρατία κι ένα ισχυρό, μα απομονωμένο και αποκλεισμένο από την κεντρική εξουσία, PCI;

The proof of the pudding is in the eating. Ο χρόνος και οι εκλογές του μέλλοντος μόνον μπορούν να απαντήσουν στα ερωτήματα. Στο μεταξύ μπορούμε να κάνουμε απλώς υποθέσεις. Και μια διαπίστωση: Ότι είτε ως καχεκτικός δικομματισμός είτε ως σύστημα με ένα επικυρίαρχο κόμμα, αν η σημερινή πολιτική γεωγραφία υπερβεί την συγκυρία, αν αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά, δεν θα είναι μόνον μια παράξενη εξαίρεση σε ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον που το χαρακτηρίζει η εξασθένιση των μεγάλων, παραδοσιακών πολιτικών σχηματισμών και ο κατακερματισμός σε πολλά, μικρότερα κόμματα. Θα είναι επίσης και μια προβληματική για την καλή υγεία της δημοκρατίας κατάσταση. Άλλωστε, ούτε η Ελλάδα του 50 ούτε η Ιταλία των χρόνων της χριστιανοδημοκρατικής μονοκρατορίας είναι υποδείγματα προς μίμηση.

Τι θα μπορούσε να αλλάξει αυτές τις πολιτικές συντεταγμένες; Άμεσα, στον χρόνο από τώρα ως τις επόμενες εκλογές, κι αν στο μεταξύ δεν γυρίσει ο κόσμος ανάποδα, νομίζω τίποτε. Γιατί, αν σωστά διαβάζω τους αριθμούς, δεν υπάρχει στην πολιτική αγορά ούτε πειστική  προσφορά προτάσεων, ούτε, προπάντων, αξιόλογη ζήτηση για αλλαγή συσχετισμών. Αλλά αυτή η ισορροπία- όπου και αν την αποδώσει κανείς, όπως κι αν την ερμηνεύει- θα ήταν δύσκολο να διαρκέσει στον μακρύ χρόνο. Και τότε;

Υποθέσεις και πάλι. Σύμφωνα με μια συντηρητική, παραδοσιακή αντίληψη,  κάποια στιγμή, είτε η φθορά του χρόνου και της πράξης θα υπονομεύσει την σημερινή πολιτική κυριαρχία του Κυριάκου Μητσοτάκη, είτε η σημερινή ισορροπία ανάμεσα στις εκσυγχρονιστικές/μεταρρυθμιστικές δυνάμεις και τους κληρονόμους της «λαϊκής», αντί-μεταρρυθμιστικής δεξιάς που συνοικούν στο κυβερνητικό σχήμα θα διαρραγεί, είτε με κάποιον άλλο τρόπο η σημερινή πλειοψηφία θα εκπέσει και τότε- εφ’ όσον ο ΣΥΡΙΖΑ διατηρήσει την θέση του δεύτερου κόμματος- η εξουσία θα προσγειωθεί στην ποδιά του ως ώριμο μήλο. Θα κυβερνήσει ξανά μόνος (απίθανο) ή ως κεντρική δύναμη κάποιας συμμαχίας. Συνεπώς το μόνο που πρέπει να κάνει είναι υπομονή. Δεν χρειάζεται να λέει πολλά ή να ψάχνει ψύλλους στα άχυρα του κυβερνητικού του παρελθόντος. Χρειάζεται απλώς να φροντίσει να μην απειληθεί η δεύτερη θέση από άλλον διεκδικητή αλλά και να καταλυθεί το πνεύμα της «αντί-ΣΥΡΙΖΑ» δυσανεξίας που επιβιώνει. Η δυσκολία και η εν μέρει αντίφαση αυτού του διπλού στόχου είναι που εξηγεί και την δυσκολία διαχείρισης της σχέσης του ΣΥΡΙΖΑ με το σημερινό ΚΙΝΑΛ.

Μπορεί να έρθουν έτσι τα πράγματα; Ασφαλώς μπορεί. Μα θα πρόκειται για μια ανόρεκτη επιλογή κόπωσης που ασφαλώς θα συνεχίσει μια μακρά πορεία «απομάγευσης» της πολιτικής και συρρίκνωσης του ακροατηρίου της (θυμίζω: από τα 7.500.000 πολιτών που μετείχαν στις εκλογές του 2004 βρεθήκαμε, με μια συνεχή πορεία προς τα κάτω, στα 5.700.00 του 2019). Και θα μπορούσε να αποδειχθεί- έστω και αν μελλοντολογώ τώρα ασυστόλως-ένα μικρό διάλειμμα εναλλαγής, μέχρι να ανασυγκροτηθεί το «κυρίαρχο κόμμα». Δεν θα συγκροτεί μια «νέα κυριαρχία». Γιατί αυτή είναι αδύνατη δίχως μια πειστική μεταρρυθμιστική επαγγελία. Ποτέ στην ελληνική εμπειρία- με εξαίρεση περιόδους ανώμαλες, περιόδους κρίσης- δεν συγκροτήθηκε πολιτική κυριαρχία χωρίς μια μεταρρυθμιστική επαγγελία που κατορθώνει να γίνει πλειοψηφική. Και η σημερινή κυριαρχία του Κυριάκου Μητσοτάκη, μπορεί να ενσωματώνει παράφωνα τις δυνάμεις της αντί-εκσυγχρονιστικής «λαϊκής δεξιάς», συγκροτείται όμως στην βάση μιας μεταρρυθμιστικής επαγγελίας. Μπορεί να της αντιπαρατεθεί μια άλλη πολιτική πρόταση, που να την ανταγωνίζεται ή να την αναπληρώσει όταν εκπέσει;

Φλας μπακ στο καλοκαίρι του 2019. Από την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ  στις ευρωεκλογές, στα τέλη Μαίου, ως την δεύτερη ήττα του στις εθνικές εκλογές αρχές Ιουλίου, τα ποσοστά του ηττημένου αυξήθηκαν από 23,7% σε 31,5%. Οι 450.000 ψήφοι της διαφοράς δεν ήταν ψήφοι προσδοκίας νίκης, ήταν ψήφοι επιλογής αντιπολίτευσης. Ήταν, κατά κάποιο τρόπο, μια μετατόπιση για χάρη της ισορροπίας του κοινοβουλευτικού συστήματος. Αυτή η ανάγκη ισορροπίας είναι, νομίζω, που διατηρεί τον ΣΥΡΙΖΑ σε ποσοστά πρόθεσης ψήφου που υπερβαίνουν τα ποσοστά αποδοχής των προτάσεών του ή επιδοκιμασίας του τρόπου που πολιτεύεται. Για να αλλάξει αυτή η εικόνα, για να ανατραπεί αυτή η ισορροπία του ελάχιστου κοινού παρονομαστή,  ή θα έπρεπε να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ το θαύμα και να επανεφεύρει τον εαυτό του ή θα έπρεπε να εμφανιστεί ένα νέο πολιτικό υποκείμενο αριστερά του κέντρου, πειστικά εκσυγχρονιστικό και επαρκώς γειωμένο, λαϊκό. Εξ ου και το ενδιαφέρον, έστω και περιορισμένων προσδοκιών, για τις εξελίξεις στο ΚΙΝΑΛ.-