Kreport > Uncategorized > Χρέος, ανισότητα και αστάθεια στην Ευρωζώνη, της Στέλλας Μιχοπούλου, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2020

Χρέος, ανισότητα και αστάθεια στην Ευρωζώνη, της Στέλλας Μιχοπούλου, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2020

Γράφει ο  Αντώνης Παπαγιαννίδης

Με δεδομένη την ισχυρή σταθεροποίηση – έτσι δείχνει, έτσι καταγράφεται – που έχουν πετύχει πάνω στο υπόστρωμα της παγκόσμιας κρίσης της πανδημίας, αφενός οι κεντρικές τράπεζες με την συνεχή παροχή ρευστότητας και αφετέρου οι κυβερνήσεις με διαδοχικά κύματα δημοσιονομικής χαλάρωσης χωρίς οι αγορές να βλεφαρίζουν ακόμη και με την επανεμφάνιση πληθωρισμού και την συνεχή επιβάρυνση του χρέους, θα μπορούσε κανείς να διερωτηθεί μήπως πορευόμαστε προς μια «στιγμή Μίνσκυ»/Minsky moment στην παγκόσμια οικονομία. Δηλαδή μήπως έχουμε μπροστά μας ένα ενδεχόμενο μείζονος κατάρρευσης των τιμών των αξιών/των στοιχείων ενεργητικού, που η άνοδος και διατήρησή της σε στρατοσφαιρικά επίπεδα έχει βασιστεί ακριβώς στην αίσθηση σταθερότητας της αμέσως προηγούμενης περιόδου.

Δεν είναι αυτή η προβληματική που αναπτύσσει η Στέλλα Μιχοπούλου στο «Χρέος, ανισότητα και αστάθεια», καθώς η δουλειά που έχει κάνει παρακολουθεί – βασιζόμενη σε ανάλυση εμπειρικών στοιχείων – την εξέλιξη της ευθραυστότητας που προέκυψε και για τα νοικοκυριά και για τις χώρες-μέλη της Ευρωζώνης στο διάστημα 1995-2019, δηλαδή φθάνει μόνο μέχρι την εκδήλωση της (εξωγενούς) κρίσης της πανδημίας. Η οποία έστρεψε, στην ουσία με επιχειρήματα πολιτικής αναγκαιότητας την διαχείριση των οικονομιών προς νομισματικά και δημοσιονομικά διευκολυντικές κατευθύνσεις.

Όμως,  όλη η συζήτηση που προσάγει για την εκτίμηση του χρέους των νοικοκυριών ως προς το διαθέσιμο εισόδημα το οποίο θα καλείται πλέον να το εξυπηρετήσει, αλλά και η αντίστοιχη εκτίμηση για την δημοσιονομική φερεγγυότητα των χωρών άμα κληθεί να αντικρύσει την αντίστοιχη εξυπηρέτηση των δημοσίων χρεών ταυτόχρονα με την χρηματοδότηση των τρεχουσών δημοσίων δαπανών δεν γίνεται κάποια στιγμή να μην συναντηθούν με προβληματισμό των αγορών. Διότι όσο το δημοσιονομικό ισοζύγιο είναι βιώσιμο, μια αντιστάθμιση των αδυναμιών που εμφανίζονται στην ποιότητα χρέους των νοικοκυριών είναι εφικτή. Όταν όμως έχουμε μη-βιώσιμα δημόσια οικονομικά, και μάλιστα όταν τίθεται (πολιτικά, αυτό) υποχρέωση διατήρησης πλεονασματικών προϋπολογισμών, τότε τα νοικοκυριά θα κληθούν να ισορροπήσουν μόνα τους.

Στο μέτρο που αυτό επιχειρηθεί μέσα από την διάθεση στοιχείων ενεργητικού τους (το είδαμε ήδη στην ελληνική περίπτωση τα χρόνια των μνημονίων με την άντληση των καταθέσεων, συν με την κατάρρευση των τιμών μετοχών και ακινήτων), μια νέα πηγή ευθραυστότητας προκύπτει στην χρηματοπιστωτική σφαίρα.

Η αλήθεια είναι πως αυτή η απειλή αφορά περισσότερο χώρες όπου η διακράτηση στοιχείων ενεργητικού με την μορφή μετοχών και ομολόγων είναι πιο διαδεδομένη. επίσης, πως μετά την εμπειρία της κρίσης χρέους, η πολιτική διάσταση της προσφυγής σε πολιτικές λιτότητας για την δημοσιονομική εξισορρόπηση όσον αφορά τα κράτη έχει ριζικά μετακινηθεί στην φάση αντιμετώπισης της πανδημίας. Ωστόσο, θέτοντας επιπρόσθετα και το στοιχείο της επίτασης των ανισοτήτων στην συζήτηση – κάτι που, αξίζει να σημειωθεί, κάνουν όλο και περισσότερο Κεντρικές Τράπεζες ή και το ΔΝΤ… – προκύπτουν διαστάσεις ευθραυστότητας και συνακόλουθης αστάθειας. Που χρήσιμο θα ήταν να μην χάνονται από την ματιά μας.