Kreport > articles > Η ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ

Η ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ

Του Γιώργου Σταθάκη (*)

Η ΔΕΗ αντιμετώπιζε την απειλή αποδυνάμωσής της ήδη από το πρώτο και δεύτερο μνημόνιο. Στο επίκεντρο ήταν τρία θέματα: Πρώτον, η άρση του μονοπωλίου της σε παραγωγή ενέργειας από νερό και λιγνίτη (που ήταν οι φτηνότερες πηγές ενέργειας) και που οι ιδιώτες (με αποκλειστικά μονάδες φυσικού αερίου) δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν. Δεύτερον, η σταδιακή μείωση του ποσοστού της στη λιανική αγορά (80%). Τρίτον, η ιδιωτικοποίηση της ίδιας της ΔΕΗ.

 Έτσι στο δεύτερο μνημόνιο, το 2014 η κυβέρνηση Σαμαρά ψήφισε τρία μέτρα. Πρώτον, τη  «Μικρή ΔΕΗ» (με πολλά υδροηλεκτρικά και λίγα λιγνιτικά). Δεύτερον, την ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ με την πώληση του 17%  (που μεταφέρθηκε στο ΤΑΙΠΕΔ) προκειμένου το ποσοστό του κράτους να μειωθεί από το 51% στο 34%. Τρίτον, προέβλεψε τα NOME, την αναγκαστική δηλαδή πώληση ενός μέρους της παραγωγής της ΔΕΗ σε ιδιώτες ανταγωνιστές, προκειμένου αυτοί να έχουν πρόσβαση σε φτηνότερη ενέργεια και να ενισχύσουν τη θέση τους στη λιανική αγορά.

Το μοντέλο της ΔΕΗ επί ΣΥΡΙΖΑ

Στο τρίτο μνημόνιο ο ΣΥΡΙΖΑ ακύρωσε τη «μικρή ΔΕΗ» και ανέστειλε επ’ αόριστον την πώληση του 17% . Αυτό πρακτικά σήμαινε τη διατήρηση του 51% στο κράτος, καθώς με την κατάργηση του ΤΑΙΠΕΔ, αμέσως μετά το τέλος του μνημονίου, θα πέρναγε στο Υπερταμείο, όπου δεν υπάρχει δέσμευση πώλησης. Επίσης, αποδέχτηκε τα ΝΟΜΕ ως μηχανισμό ενίσχυσης του ανταγωνισμού (οι τιμές καθορίζονται από τον υπολογισμό του μεταβλητού κόστους ώστε να μην ζημιώνεται η ΔΕΗ). Τρίτον, κέρδισε την μάχη της διατήρησης των υδροηλεκτρικών υπό τη ΔΕΗ (είναι με διαφορά η πιο προσοδοφόρα παραγωγή ενέργειας) και αποδέχτηκε προς το τέλος του μνημονίου την παραχώρηση περίπου του 1/3 των λιγνιτωρυχείων και των λιγνιτικών μονάδων με διαγωνισμό, που όμως απέβη άκαρπος το 2019. Η πίεση της Τρόικας επικεντρώθηκε αποκλειστικά στον μηχανισμό των ΝΟΜΕ με διάθεση συνεχούς αύξησης των, που όμως αποδείχθηκε περιορισμένης εμβέλειας καθώς οι ποσότητες είχαν προαποφασιστεί σε βάθος χρόνου και η κλιμάκωση αποδείχθηκε μη λειτουργική (τα NOME καταργήθηκαν πρακτικά το 2019).

Η βασική συμφωνία προέβλεπε τη σταδιακή μείωση του ποσοστού της ΔΕΗ στη λιανική αγορά στο 50% σε βάθος 5ετίας, είτε με την αρωγή των NOME είτε με την αναζήτηση άλλων εργαλείων (πώληση μεριδίων αγοράς, συμπράξεις). Το ειδικό βάρος της ΔΕΗ στην αγορά ενέργειας περιλάμβανε όμως τον κρίσιμο τομέα των ενεργοβόρων βιομηχανιών, τη βαριά βιομηχανία της Ελλάδας (αλουμίνα, σιδηροβιομηχανία, νικέλιο, τσιμέντα), που λειτουργούν ακριβώς λόγω της ΔΕΗ, με ευνοϊκές συμφωνίες στην υψηλή τάση (περίπου το 15% της κατανάλωσης ενέργειας).  Στο τρίτο μνημόνιο συμφωνήθηκε η σταδιακή μείωση του μεριδίου της ΔΕΗ στο  50% της αγοράς χαμηλής τάσης, σιωπηλά εξαιρώντας την υψηλή τάση ή θέτοντάς την υπό μελλοντική διαπραγμάτευση.

Η τέταρτη απαίτηση της μνημονιακής περιόδου ήταν η άρση του ελέγχου που είχε η ΔΕΗ στα δίκτυα της χώρας (ΔΕΔΔΗΕ στη χαμηλή τάση, ΑΔΜΗΕ στην υψηλή). Η πώληση του πλειοψηφικού πακέτου του ΑΔΜΗΕ, συνέπεσε με την αλλαγή κυβέρνησης και η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε η πώληση να γίνει σε στρατηγικό επενδυτή μειοψηφίας (την κινέζικη State Grid), με το δημόσιο να διατηρεί την πλειοψηφία στον ΑΔΜΗΕ. Από την αγορά αυτή, αποζημιώθηκαν οι ιδιώτες μέτοχοι της ΔΕΗ, και όχι το 51% του δημοσίου που έλεγχε στη ΔΕΗ.

Στις διαπραγματεύσεις του τρίτου μνημονίου, ο ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε την ακύρωση των σχεδίων περί πώλησης του 17% της ΔΕΗ,  τη διατήρηση του μονοπωλίου της στα υδροηλεκτρικά και συμφωνήθηκε η σταδιακή μείωση του μεριδίου της στο 50% και, προς διευκόλυνση, τα NOME και η ανολοκλήρωτη πώληση του 1/3 των λιγνιτικών μονάδων.

Με βάση το τρίτο μνημόνιο η ΔΕΗ παρέμενε ο στρατηγικός πυλώνας του ενεργειακού συστήματος της Ελλάδας, με καθοριστικό ρόλο στο μακροχρόνιο σχεδιασμό της ενεργειακής πολιτικής, που αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της πράσινης μετάβασης και των στρατηγικών επιλογών για το μείγμα στην παραγωγή ενέργειας και φυσικά καθοριστικό ρόλο στην ίδια τη ρύθμιση της αγοράς ενέργειας. Εκεί η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ προώθησε επιμελώς όλες τους νέους θεσμούς εναρμόνισης με το ευρωπαϊκό σύστημα. Ίδρυσε το Χρηματιστήριο Ενέργειας με στόχο να διαμορφωθεί  προθεσμιακή αγορά (πέρα από την ημερήσια και προ ημερήσιας), που δυστυχώς ακόμα η ΝΔ δεν την προχώρησε καν, και εισήγαγε το Target model, τη διασύνδεση δηλαδή με τις αγορές ενέργειας των γειτονικών χωρών (Ιταλία, Βουλγαρία, Βόρεια Μακεδονία, Αλβανία). Ταυτόχρονα παρέμειναν τα δίκτυα τόσο του ηλεκτρισμού, όσο και του φυσικού αερίου, υπό δημόσιο έλεγχο, με εξαίρεση την ΔΕΣΦΑ που είχε ήδη δρομολογηθεί η ιδιωτικοποίηση –αλλά αφού προηγουμένως αναθεωρήθηκε υπέρ του δημοσίου η συμφωνία μετόχων.

Η ΔΕΗ είχε τρία προβλήματα στα χρηματοοικονομικά της. Πρώτον, οι κόκκινοι λογαριασμοί. Αυτοί προέκυψαν από την τρελή ιδέα της αύξησης των τιμολογίων της ΔΕΗ κατά 40% την περίοδο 2012-2014, όταν κατέρρεε η οικονομία. Το ποσό αυτό έφθασε το 1,4 δισ. και μία προβλεπόμενη ανάκτηση θα ήταν της τάξης του 35%. Το δεύτερο πρόβλημα ήταν ο δανεισμός με 5 δισ. την ίδια περίοδο, με επίκεντρο την ακατανόητη επένδυση της Πτολεμαΐδας 5, κόστους 1,5 δισ. και τη συνεχή άντληση δανείων την ίδια περίοδο. Και το τρίτο πρόβλημα ήταν η σταδιακή αύξηση του κόστους των ρύπων CO2, που καθιστούσε πλέον τη βασική πηγή παραγωγής ενέργειας από λιγνίτη όχι τόσο ανταγωνιστική -για την ακρίβεια εν δυνάμει το έφερνε στα επίπεδα του φυσικού αερίου, που είναι το δεύτερο πιο σημαντικό καύσιμο στο σύστημα ενέργειας.

Η αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών έγινε επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ με μόνιμη σταθερά την τιμή του ρεύματος. Πρωταρχική μέριμνα ήταν να μείνουν σταθερές οι τιμές ρεύματος (για την ακρίβεια μείωση κατά 12% στη διάρκεια των 4,5 χρόνων), προκειμένου να βοηθηθεί η ανάκαμψη της οικονομίας και να υπάρχει ισχυρό κοινωνικό τιμολόγιο για την μείωση της ενεργειακής φτώχειας.

Ο θόρυβος περί χρεοκοπίας της ΔΕΗ

Στα χρηματοοικονομικά επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ έγιναν τρεις κινήσεις. Μείωση των δανείων από 5 σε 4 δισ. και νέες  μακροχρόνιες ρυθμίσεις με τις τράπεζες. Άρα βελτιώθηκε ριζικά το δανειακό πρόγραμμα της εταιρείας. Δεύτερο, η διαχείριση των κόκκινων λογαριασμών από τρίτους, μετά το πετυχημένο πιλοτικό πρόγραμμα με μία ιδιωτική εταιρεία, με πρόβλεψη την επέκταση του. Τρίτον, αναζήτησή νέων μικτών επενδυτικών σχημάτων από τον ΔΕΔΗΕ προκειμένου να υπάρξει ένας νέος κύκλος επενδύσεων (έξυπνοι μετρητές, ειδικές υποδομές). Τέταρτον, μείωση κόστους λειτουργίας ΔΕΗ, με πρόωρες συνταξιοδοτήσεις και αλλά μέτρα που προτάθηκαν από τη ειδική μελέτη για την ΔΕΗ το 2018.   Συμπίεση της κερδοφορίας κατά την μεταβατική περίοδο, με θετικό όμως EBIDA, που να επιτρέπει τον ομαλό δανεισμό της εταιρείας (ενόψει της προφανούς επέκτασης της σε ΑΠΕ, Βαλκάνια, ενίσχυση δικτύων ΔΕΔΗΕ).

Ο θόρυβος περί χρεωκοπίας της ΔΕΗ, περί ζημιών 800 εκατομμυρίων το 2018/19 από την ΝΔ της αντιπολίτευσης δεν ήταν τελικά τυχαίος. Η ΔΕΗ είχε κερδοφόρες όλες τις χρονιές με εξαίρεση το 2018/19 όταν η έκρηξη των τιμών του  CO2 και η εξυπηρέτηση των πληρωμών στους παραγωγούς ΑΠΕ (όπου μειώθηκε ο χρόνος αποπληρωμής από 14 σε 5 μήνες) δημιούργησαν ζημιές της τάξης των 200 εκατομμυρίων ευρώ. Η απολογιστική έκθεση ενέγραψε, παραδόξως και λανθασμένα, προβλεπόμενες πιθανές υποχρεώσεις από δικαστικές διαμάχες 500 εκατομμύρια ευρώ. Η ΝΔ στην προπαγάνδα της παρουσίαζε τις δικαστικές διαμάχες ως ζημιές χρήσης, μιλώντας για 800 εκατ. ζημιές –όπερ κάνει και σήμερα, με τάση κατά περίπτωση να τα αυξάνει και στο 1 δισ. ευρώ.

Στο road show της ΔΕΗ τον Δεκέμβριο του 2020, σε αναζήτηση επενδυτών, αποτυπώνεται η πραγματικότητα. Το πρώτο τρίμηνο του 2019 το EBIDA της ΔΕΗ ήταν απόλυτα θετικό, κατά 150 εκατομμύρια περίπου, και οι δικαστικές απαιτήσεις είχαν εξαφανιστεί ως όφειλαν. Η «καταρρέουσα ΔΕΗ» με τις ζημιές των 800 εκατομμυρίων, είχε θετικό αποτύπωμα στις αρχές του 2019, που μάλλον απέχει από την εικόνα της επί διακυβέρνησης ΝΔ.  

Είναι γεγονός ότι η πολιτική ΣΥΡΙΖΑ είχε τρία θετικά. Χαμηλές και σταθερές τιμές ρεύματος, περίπου στο μέσο όρο των ευρωπαϊκών τιμών, διατήρηση του στρατηγικού ρόλου της δημόσιας ΔΕΗ, και προσαρμογή της αγοράς ενέργειας σε ένα πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον συμβατό με τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Σίγουρα, είχε κόστος για τους μετόχους. Η πολιτική αυτή δεν επικεντρώνεται στην αξία των μετόχων, δεν συνάδει δηλαδή με το μοντέλο εταιρείας που στο επίκεντρο της έχει τη μεγιστοποίηση της αξίας των μετοχών. Αυτό είναι εξάλλου και το κυρίαρχο μοντέλο των κρατικών εταιρειών ενέργειας στην Ευρώπη: Να έχουν κερδοφορία και ικανότητα ανάληψης δανείων για επενδύσεις, και να λειτουργούν ως στρατηγικοί παίκτες, με δημόσιες και αναπτυξιακές μέριμνες.

Το μοντέλο της ΝΔ: Η ΔΕΗ ως χρηματιστηριακή αξία

Η ΝΔ πήρε τρεις στρατηγικές αποφάσεις που οδήγησαν σε ένα φάσμα πραγματικής χρεωκοπίας τη ΔΕΗ. Πρώτον, η βίαιη απολιγνιτοποίηση, η ταχύτερη στην Ευρώπη. Μέχρι το 2023 αναμένεται να κλείσει όλες τις παλιές λιγνιτικές μονάδες, μία καινούργια μονάδα να μπαίνει σε λειτουργία το 2022 (Πτολεμαΐδα 5) και να κλείνει ή να μετατρέπεται το 2028.

Αυτό μετατρέπει τη ΔΕΗ σε «νάνο» παραγωγό ενέργειας. Η ΔΕΗ έχει περίπου το 45% της εθνικής παραγωγής ενέργειας (λιγνίτη το 15%, πετρέλαιο 10% στα νησιά, υδροηλεκτρικά 10%,  και 10% από φυσικό αέριο και ΑΠΕ). Το 55% το παράγουν ιδιώτες από ΑΠΕ και από φυσικό αέριο, περίπου ισοδύναμα. Η ΔΕΗ χάνοντας το λιγνίτη, και το πετρέλαιο με τις επιβεβλημένες διασυνδέσεις της Κρήτης και των άλλων νησιών (που προώθησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ), μένει με ένα ποσοστό βία 20% στην παραγωγή ενέργειας της χώρας. Αυτό σημαίνει σημαντική απώλεια εσόδων.

Η δεύτερη πτυχή είναι η απώλεια μεριδίων στην κατανάλωση. Καθώς οι ιδιώτες κερδίζουν τους πιο συνεπείς καταναλωτές, η ΔΕΗ μένει με δυσανάλογη συμμετοχή του κοινωνικού τιμολογίου, της βιομηχανίας, και άλλων τμημάτων της αγοράς. Έτσι μπορεί να διατηρεί στα χαρτιά το 60-65% της αγοράς αλλά έχει άνισα μερίδια σε κερδοφόρα και μη συμβόλαια.

Τρίτον η ΔΕΗ άνοιξε νέο κύκλο δανεισμού, ακολούθησε αυξήσεις τιμών, και πήρε εκτάκτως 1,5 δισ.  από ΕΤΜΕΑΡ, καταναλωτές και μικροεπιχειρήσεις. Κοινώς, η ΝΔ μετέτρεψε τη μείωση του ΦΠΑ στο 6% που έκανε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, σε αύξηση τιμής, (περίπου 300 εκατ., για να ακολουθήσουν και άλλες μικρότερες αυξήσεις), έδωσε στη ΔΕΗ περίπου 500 εκατομμύρια από το ΕΤΜΕΑΡ, και η ίδια η ΔΕΗ δανείστηκε άλλα 700 εκατ. Η «εξυγίανση της ΔΕΗ» τη διετία 2019-2021 έγινε με τη βίαιη ενίσχυση της από καταναλωτές, μεταφορά πόρων και νέο δανεισμό. Ταυτόχρονα έβαλε και τη ρήτρα αναπροσαρμογής στα συμβόλαια των καταναλωτών,  μεταφέροντας αυτόματα τις αυξήσεις σε χονδρική αγορά και CO2 στους καταναλωτές.

Δεν τη λες και την καλύτερη εξυγίανση του κόσμου, για μια στρατηγική εταιρεία σε μία όλο και πιο ανταγωνιστική αγορά ενέργειας, όπου «καίει» κάθε πλεονέκτημα της και επείγει να μετατραπεί σε μία κλασική ιδιωτική εταιρεία ενέργειας.

Με αυτά και αυτά η ΔΕΗ εγκαταλείπει το παραγωγικό της κομμάτι (επικαλούμενη την συγκυριακή ανατίμηση των ρύπων CO2 κι ότι χάνει λεφτά από τις λιγνιτικές μονάδες). Και δεν περνάνε μερικοί μήνες (με τη ΔΕΗ να υπερηφανεύεται ότι ο λιγνίτης παράγει μόλις το 3% της ενέργειας) και με την έκρηξη της τιμής του φυσικού αερίου τις ξαναβάζει μπροστά όπως εξάλλου κάνει όλη η Ευρώπη (αυξάνοντας τη λιγνιτική παραγωγή σε 10%,  με βάση τα στοιχεία του Αυγούστου).   Η ΔΕΗ ήθελε χρόνο για να αναπτύξει τις ΑΠΕ και περαιτέρω το φυσικό αέριο, αλλά επέλεξε να απαρνηθεί την ίδια τη σταδιακή μετάβαση της.

Το μοντέλο της ΝΔ για τη ΔΕΗ είναι η μετατροπή της σε μία κλασική ιδιωτική εταιρεία, μεγιστοποίησης του οφέλους των μετόχων της. Εν προκειμένω έκανε τρία πράγματα για αυτό. Απολιγνιτοποίηση, πώληση 49% του ΔΕΔΗΕ, πώληση του 17% της ΔΕΗ. Σε 2-3 χρόνια η συρρικνούμενη παραγωγή, η συρρικνούμενη θέση της στην αγορά, σημαίνει ότι η ΔΕΗ θα είναι μία πολύ μικρότερη εταιρεία ενέργειας, με μερίδιο στην παραγωγή της τάξης του 20% και στην αγορά της τάξης του 30%. Θα είναι μία εταιρεία των 2 δισ. τζίρου. Εταιρεία των 3 δισ.  ισχυρίζεται η ΔΕΗ στο road show της, αλλά έχει βάλλει πολύ μελλοντική παραγωγή από ΑΠΕ και πολλά Βαλκάνια, σχέδια που είναι μάλλον υπό συζήτηση.

Η στρατηγική της ΝΔ έχει δύο βραχυχρόνιες και τρεις μακροχρόνιες συνέπειες. Η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 30%, η έμμεση δηλαδή πώληση του 17%, θα φέρει νέους μετόχους, επενδυτικά funds, με βραχυπρόθεσμες ή μεσοπρόθεσμες μέριμνες, με βασικό οδηγό την κερδοφορία και την χρηματιστηριακή αξία. Η επιλογή να μην πωληθεί το 17% σε στρατηγικό επενδυτή (μία δηλαδή Ευρωπαϊκή εταιρεία παραγωγής ενέργειας, στο μοντέλο παλιότερων ιδιωτικοποιήσεων τύπου ΟΤΕ), ίσως σημαίνει ότι αποφεύγεται μία λύση που μάλλον έχει καταγράψει αρνητικά επακόλουθα (συρρίκνωση του ΟΤΕ στα Βαλκάνια, μονοπώλιο στα δίκτυα, κλπ). Εντούτοις, σε κάθε περίπτωση σημαίνει ότι έχει επιλεγεί μία πιο «κοντινή στην αγορά» λύση, όπου το δημόσιο εμφανίζεται ως ο μεγάλος μέτοχος, αλλά ταυτόχρονα είναι υποχρεωμένος να εφαρμόζει ακραία πολιτική «μεγιστοποίησης της αξίας των μετόχων». Η δεύτερη συνέπεια είναι η πίεση στη αναδιάρθρωση της ίδιας της ΔΕΗ, -με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις εργασιακές σχέσεις και στην αξιολόγηση των επενδυτικών της σχεδίων -με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις κατά καιρούς διακηρύξεις της.

Οι τρείς μακροχρόνιες συνέπειες είναι: Πρώτον, η απώλεια της στρατηγικής εταιρείας στην κλιματική κρίση, την πράσινη μετάβαση και την ρύθμιση των τιμών στην αγορά ενέργειας.    Δεύτερον, ο κίνδυνος καταστροφής της βαριάς βιομηχανίας της χώρας, για την οποία η ύπαρξη της ΔΕΗ αποτελούσε μηχανισμό εγγύησης και παροχής ειδικών συμβάσεων (με τιμές 35-45 ευρώ), που καμία μελλοντική ιδιωτική ΔΕΗ ή άλλη ιδιωτική εταιρεία δεν θα προσφέρει. Η τρίτη είναι η κατάρρευση του κοινωνικού τιμολογίου (το 100% είναι στη ΔΕΗ), με τεράστιους κινδύνους για την ενεργειακή φτώχεια.

Ο χρόνος και ο νέος κύκλος ενεργειακών κρίσεων προαναγγέλλει ότι «ο δρόμος προς τον παράδεισο» της πλήρους ιδιωτικοποίησης της αγοράς ενέργειας «δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα». Η ΝΔ διάλεξε το λάθος μοντέλο, τη λάθος στιγμή.

(*) Ο Γιώργος Σταθάκης είναι πρώην Υπουργός Ενέργειας.