Kreport > articles > Αναπτυξιακές προκλήσεις και μέτρα πολιτικής

Αναπτυξιακές προκλήσεις και μέτρα πολιτικής

Του Αντώνη Μπαρτζώκα (*)

Πριν δύο χρόνια η ελληνική οικονομία έβγαινε από μια δεκαετή οικονομική ύφεση. Οι αναπτυξιακές προκλήσεις που αντιμετώπιζαν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αφορούσαν τα διαχρονικά προβλήματα ανταγωνιστικότητας και το αρνητικό αποτύπωμα της οικονομικής κρίσης στην συρρίκνωση του παραγωγικού δυναμικού, τον υπερδανεισμό και την απομείωση της καινοτομικής δραστηριότητας. Τα μέτρα πολιτικής που είχαν προταθεί στο δημόσιο διάλογο ήταν προσανατολισμένα είτε στη φορολογική επιβάρυνση και το ρυθμιστικό περιβάλλον είτε στη ζήτηση και τις ατέλειες της αγοράς κατά την ανάπτυξη παραγωγικών ικανοτήτων. Κοινός τόπος ήταν η αντιμετώπιση των δυσκολιών πρόσβασης σε τραπεζική χρηματοδότηση. Επρόκειτο για μια κρίσιμη δεκαετία κατά την οποία ομοειδείς επιχειρήσεις σε γειτονικές χώρες επωφελήθηκαν από το χαμηλό κόστος δανεισμού και ενίσχυσαν το παραγωγικό τους δυναμικό εξασφαλίζοντας συμμετοχή σε διεθνή δίκτυα παραγωγής.

Η πανδημία και η διαχείριση της κλιματικής αλλαγής μεταβάλλουν άρδην το περιεχόμενο και την ένταση των αναπτυξιακών προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα. Οι διαφορές από την οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας είναι οι δυσανάλογες επιπτώσεις σε συγκεκριμένους κλάδους των υπηρεσιών, ο ασφυκτικός χρονικός ορίζοντας προσαρμογής στα νέα δεδομένα της αγοράς και ο ενδοκλαδικός χαρακτήρας της παραγωγικής αναδιάρθρωσης. Παράλληλα, η υλοποίηση παραδοσιακών μέτρων πολιτικής καλείται να διαχειριστεί το ζήτηση της σταδιακής αλλαγής του μείγματος πολιτικής, κατά τη μετάβαση από την οριζόντια στήριξη της βιωσιμότητας στην στοχευμένη αναδιάρθρωση, με αυστηρά χρονοδιαγράμματα απορρόφησης Κοινοτικών πόρων σε συνθήκες αβεβαιότητας ως προς τον μεσοπρόθεσμα διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο για την τόνωση της ζήτησης.

Πλήθος μελέτες έχουν επισημάνει ότι η μειωμένη διαχειριστική ικανότητα υλοποίησης αναπτυξιακών πολιτικών για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα είναι καθοριστικός παράγοντας της αποτελεσματικότητας αυτών των πολιτικών. Επιπρόσθετα, οι νέες αναπτυξιακές προκλήσεις επιβάλουν την περαιτέρω εξειδίκευση των μέτρων πολιτικής για τις μικρομεσαίες, πέρα από την πεπατημένη της διαχείρισης κοινοτικών κονδυλίων. Ενδεικτικά αναφέρουμε:

(α) Η εξασφάλιση ενδιάμεσων εισροών από τις διεθνείς αγορές σε ανταγωνιστικές τιμές είναι μια νέα πρόκληση για την αποτελεσματική ενίσχυση της εξωστρέφειας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

(β) Η διάχυση των εισοδηματικών επιπτώσεων από την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής προϋποθέτει αλλαγές στις συνθήκες πρόσβασης στην παραγωγή εμπορεύσιμων υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας.

(γ) Η ενίσχυση επενδυτικών φορέων επιχειρηματικού ρίσκου θα πρέπει να συνδυάζεται με ρεαλιστικές προσδοκίες οικονομικής απόδοσης στην πραγματική οικονομία.

(δ) Η αναγκαιότητα επιτάχυνσης της υιοθέτησης τεχνολογικών πληροφορικής και επικοινωνιών από τις επιχειρήσεις στην μετά Covid-19 εποχή επιβάλλει τη ριζική αναθεώρηση των κριτηρίων επιλεξιμότητας των σχετικών προγραμμάτων.

(ε) Σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας διαπιστώνουμε διεθνώς μια μετατόπιση του μείγματος πολιτικής από τις εγγυήσεις στη στοχευμένη πιστωτική επέκταση. Τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της δεύτερης επιλογής είναι ο μεγαλύτερος βαθμός αξιοποίησης των διαθέσιμων πόρων και η δυνατότητα προώθησης διαδικασιών οικονομικής αναδιάρθρωσης προς δραστηριότητες αυξημένης παραγωγικότητας.

Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση για εξειδίκευση των μέτρων πολιτικής προϋποθέτει πρόσβαση σε οικονομικά στοιχεία υψηλής συχνότητας που να είναι διαθέσιμα σε πραγματικό χρόνο κατά τον σχεδιασμό μέτρων πολιτικής για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Οι χώρες που είχαν έγκαιρα υιοθετήσει αυτές τις πρακτικές υλοποιούν σήμερα στοχευμένες πολιτικές που συνδυάζουν την αντιμετώπιση της πανδημίας με την οικοδόμηση προϋποθέσεων μακροχρόνιας βιώσιμης ανάπτυξης.

(*) Ο Αντώνης Μπαρτζώκας είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών και Visiting Professor in Practise στο London School of Economics. Πρώην μέλος του ΔΣ της EBRD