Kreport > articles > ΑΕΙ: Δύσκολα προβλήματα με απλές και πρακτικές λύσεις

ΑΕΙ: Δύσκολα προβλήματα με απλές και πρακτικές λύσεις

Του Γεώργιου Δουκίδη (*)

Μεταξύ των σοβαρών προβλημάτων που έχει η ανώτατη εκπαίδευση στη χώρα μας είναι η πληθώρα των νέων τμημάτων που έχουν δημιουργηθεί στο πρόσφατο παρελθόν χωρίς ουσιαστική  επιστημονική μελέτη σκοπιμότητας αλλά από πίεση τοπικών παραγόντων και «περιπλανώμενων καθηγητών» που ψάχνουν επιστημονική στέγη, η μη σύνδεση των προγραμμάτων σπουδών με την αγορά εργασίας με το τεράστιο πρόβλημα ανεργίας που αυτό συνεπάγεται αφού το 40% των αποφοίτων ΑΕΙ δεν βρίσκουν εργασία, και η έλλειψη ικανών ακαδημαϊκών δασκάλων και ερευνητών με σοβαρό επιστημονικό έργο διεθνώς αναγνωρισμένο.

 

Για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των παραπάνω παραθέτω επτά άμεσες (και σχετικά εύκολες) λύσεις που δεν χρειάζονται βαρύγδουπα νομοσχέδια, οι περισσότερες χωρίς επιβάρυνση του δημοσίου προϋπολογισμού. Όλες αυτές έχουν ήδη υλοποιηθεί σε άλλες χώρες με επιτυχία.

 

Προσέλκυση 1000 ποιοτικών ακαδημαϊκών καθηγητών

 

Στα 25 Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της χώρας μας λειτουργούν 430 Τμήματα. Από αυτά, τα 275 έχουν μια πολυετή λειτουργία ενώ τα 153 λειτούργησαν την τελευταία 3ετία, τα περισσότερα ως πανεπιστημιακά με την «ανωτατικοποίηση» των ΤΕΙ ή συγχώνευση τμημάτων ΤΕΙ. Είχαμε, δηλαδή, μια παγκόσμια πρωτοτυπία:  Με συνοπτικές διαδικασίες αυξήσαμε τα ανώτατα πανεπιστημιακά τμήματα της χώρας κατά τουλάχιστον 50%! Αυτό που σε οποιαδήποτε αναπτυγμένη χώρα θα έπαιρνε κάποιες δεκαετίες, στην δική μας υλοποιήθηκε δια της επιβολής μέσα σε λίγους μήνες.

 

Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν αυτά τα νέα τμήματα είναι το ποιοτικό ακαδημαϊκό προσωπικό. Υπολογίζεται ότι χρειάζονται άμεση ενίσχυση με τουλάχιστον 1000 νέους υψηλού επιπέδου ακαδημαϊκούς που, ευτυχώς, υπάρχουν είτε εγκλωβισμένοι στην ελληνική πραγματικότητα ή από τις πολλές χιλιάδες ελληνικών καθηγητών που διαπρέπουν σε πανεπιστήμια του εξωτερικού. Απλώς χρειάζεται έξυπνος τρόπος προσέλκυσης τους, διαφανείς διαδικασίες επιλογής των καλύτερων και τουλάχιστον μια 10ετία για την σωστή υλοποίηση του σχεδίου.

 

Βέβαια, κι αν λυθεί αυτό το πρόβλημα, δεν είναι σίγουρο ότι για όλα αυτά τα νέα τμήματα θα βρεθούν φοιτητές με τα απαιτούμενα ακαδημαϊκά προσόντα και θέσεις εργασίας για τους αποφοίτους.

 

Αποδέσμευση της αμφιμονοσήμαντης σχέσης του ενός τμήματος με το ένα πρόγραμμα προπτυχιακών σπουδών

 

Στην Ελλάδα έχουμε μια διεθνή πρωτοτυπία: Επιβάλουμε ότι ένα πανεπιστημιακό τμήμα μπορεί να προσφέρει μόνο ένα πρόγραμμα σπουδών (ΠΠΣ). Η πρόταση είναι το πανεπιστημιακό τμήμα να έχει την δυνατότητα να προσφέρει πάνω από ένα ΠΠΣ, μόνο του ή σε συνεργασία με άλλο τμήμα, όπως συμβαίνει στα περισσότερα εκπαιδευτικά συστήματα του εξωτερικού.

 

Αυτό μπορεί να αποτρέψει την τάση για δημιουργία νέων τμημάτων στο μέλλον αφού οι αναγκαίοι πόροι (χρόνος, χρήμα, άνθρωποι) δημιουργίας νέου τμήματος είναι πολλαπλάσιοι από την δημιουργία νέου προγράμματος σπουδών. Επίσης δίνει την δυνατότητα στα ακαδημαϊκά τμήματα να είναι πιο ευέλικτα και να ανταποκρίνονται άμεσα στις προκλήσεις ανάδειξης νέων επιστημονικών/επαγγελματικών ειδικεύσεων.

 

Αξιολόγηση παντού και πάντα

 

Μία από τις σημαντικές λειτουργίες της ΕΘΑΑΕ (Εθνική Αρχή για την Ανώτατη Εκπαίδευση) είναι η πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών με βάση διεθνή πρότυπα αξιολόγησης αξιοποιώντας ανεξάρτητους αξιολογητές. Έχουν ήδη πιστοποιηθεί 217 προγράμματα (από τα 430) με πολύ συγκεκριμένες οδηγίες πώς να καλυτερέψουν διαδικασίες, περιεχόμενο σπουδών, υπηρεσίες προς φοιτητές κλπ, ενώ αξιοποιήθηκαν ως αξιολογητές εκατοντάδες εξαιρετικοί Έλληνες καθηγητές του εξωτερικού με σοβαρή τεχνογνωσία σε βέλτιστες πρακτικές στην ανώτατη εκπαίδευση.

 

Η σημαντική υποδομή και τεχνογνωσία της ΕΘΑΑΕ στο τομέα της αξιολόγησης/πιστοποίησης θα πρέπει να αξιοποιείται σε συνεχή βάση και τα αποτέλεσμά της να δημοσιοποιούνται ευρέως και ιδιαίτερα στους υποψήφιους φοιτητές. Ιδιαίτερη έμφαση θα πρέπει να δοθεί στην άμεση αξιολόγηση των πολλών δεκάδων τμημάτων που δημιουργήθηκαν τα τελευταία χρόνια με αμφίβολες επιστημονικές τεκμηριώσεις. Αν χρειασθεί, θα πρέπει να ληφθούν γενναίες αποφάσεις, γιατί η επιστήμη και εκπαίδευση δεν είναι καταναλωτικά προϊόντα ενώ εμπεριέχουν βασικές αρχές της έννοιας της αριστείας.

 

Εθνικό πρόγραμμα κινητικότητας φοιτητών

 

Χιλιάδες Έλληνες φοιτητές κάθε χρόνο συμμετέχουν στο Ευρωπαϊκό πρόγραμμα ανταλλαγής φοιτητών Erasmus που τους επιτρέπει να φοιτήσουν για ένα εξάμηνο σε ένα ευρωπαϊκό ΑΕΙ, ενώ αντίστοιχος αριθμός ευρωπαίων φοιτητών φοιτά σε ελληνικά ΑΕΙ. Δυστυχώς αυτή η κινητικότητα δεν επιτρέπεται μεταξύ ελληνικών ΑΕΙ.

 

Η πρόταση είναι να δοθεί η δυνατότητα ώστε οι φοιτήτριες/τές να κάνουν ένα εξάμηνο σε ένα άλλο τμήμα ΑΕΙ –παράδειγμα, μια φοιτήτρια γεωπονικής σχολής να φοιτήσει σε σχολή διοίκησης και ένας φοιτητής φυσικομαθηματικής σχολής να φοιτήσει σε σχολή πληροφορικής. Αυτό θα ενισχύσει την αναγκαία πια διεπιστημονικότητα των σπουδών, θα δώσει την δυνατότητα σε χιλιάδες Έλληνες φοιτητές να συμπληρώσουν/αναβαθμίσουν τις δεξιότητες τους, αλλά και να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της ανεργίας που είναι τόσο έντονο στους πτυχιούχους πανεπιστημιακών σχολών.

 

Ο θεσμός των Joint Chairs για διακεκριμένους Έλληνες καθηγητές του εξωτερικού

 

Σε αρκετά πανεπιστημιακά τμήματα υπάρχει σοβαρό πρόβλημα ποιοτικού ακαδημαϊκού προσωπικού, λόγω της μικρής κινητικότητας, της έλλειψης πόρων για νέες θέσεις, γραφειοκρατίας και προβληματικών διαδικασιών εκλογής.

 

Η πρόταση είναι να δίνεται με ευέλικτο τρόπο η δυνατότητα στους πολλούς χιλιάδες Έλληνες καθηγητές πανεπιστημίων του εξωτερικού να έχουν μια θέση επισκέπτη καθηγητή σε ελληνικό ΑΕΙ για 1-3 μήνες τον χρόνο με φυσική παρουσία, που θα υποστηρίζει την έρευνα/επίβλεψη διδακτορικών, την εξειδικευμένη εκπαίδευση και γενικά την ποιοτική αναβάθμιση και συνεργασίες του τμήματος. Η χρονική διάρκεια της θέσης να είναι κατ’ ελάχιστον 3-5 έτη και ο καθηγητής να έχει στον επιστημονικό του τίτλο και την ελληνική ακαδημαϊκή ιδιότητα (affiliation).

Ο θεσμός αυτός θα αναβαθμίσει επίσης τα ελληνικά πανεπιστήμια στις διεθνείς αξιολογήσεις και άρα την δυνατότητα τους να συμμετέχουν ενεργά στα διεθνή οικοσυστήματα εκπαίδευσης, έρευνας και καινοτομίας.

 

Σταδιακή υποχρεωτικότητα της πρακτικής άσκησης

 

Ο θεσμός της πρακτικής άσκησης είναι ο κύριος σύνδεσμος της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας, ενώ παράλληλα αναβαθμίζει σε μεγάλο βαθμό τις αποκτηθήσες δεξιότητες των φοιτητών. Στα λίγα τμήματα που είναι υποχρεωτική, τουλάχιστον 1 στους 3 φοιτητές βρίσκει δουλειά πριν ακόμα πάρει το πτυχίο, ενώ οι απόφοιτοι, κατ’ ουσίαν, έχουν μηδενική ανεργία. Η ζήτηση, μάλιστα, από τις εταιρίες για πρακτική άσκηση είναι τεράστια.

 

Δυστυχώς, όμως, μόνο 2 στους 10 αποφοίτους ΑΕΙ κάνουν πρακτική άσκηση ως μέρος της απόκτησης του πτυχίου τους. Πέραν της σταδιακής υποχρεωτικότητας στην πλειονότητα των ακαδημαϊκών τμημάτων, θα πρέπει να αναβαθμιστεί το υπάρχον, ελλιπές θεσμικό πλαίσιο, που δεν καλύπτει πλήρως, μετά από τόσα χρόνια, μια τόσο σημαντική για τους νέους δράση.

 

Αναβάθμιση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων

 

Στις αναπτυγμένες χώρες η πανεπιστημιακή εκπαίδευση δεν πραγματοποιείται μόνο στην αρχή της επαγγελματικής καριέρας σε προπτυχιακό επίπεδο αλλά τουλάχιστον ακόμη μια φορά, σε μεταπτυχιακό επίπεδο, λόγω των σημαντικών γνωσιακών εξελίξεων σε όλους τους επιστημονικούς κλάδους, επειδή προσφέρουν την αναγκαία εξειδίκευση σε προπτυχιακές σπουδές γενικού περιεχομένου και, πιθανόν, μια δεύτερη ευκαιρία για σωστή επιλογή επιστημονικού κλάδου και τη βάση για σοβαρές διδακτορικές σπουδές.

 

Για αυτό τον λόγο σε αυτές τις χώρες υπάρχει πρόνοια ότι τα μεταπτυχιακά προγράμματα θα προσφέρουν τουλάχιστον τις ίδιες θέσεις, σε αριθμό, αυτών που αποφοιτούν από τα προπτυχιακά. Δυστυχώς στην Ελλάδα, πάρα τα σημαντικά βήματα που έγιναν τα τελευταία χρόνια και την λειτουργία πάνω από 1000 μεταπτυχιακών προγραμμάτων, είμαστε πολύ μακριά από αυτόν τον στόχο. Τα μεταπτυχιακά προγράμματα προσφέρουν το ένα τρίτο των θέσεων που προσφέρονται για προπτυχιακές σπουδές, ετησίως.

 

Άρα, είναι αναγκαία η ολοκληρωμένη αξιολόγηση των υπαρχόντων μεταπτυχιακών προγραμμάτων, η διεθνοποίηση τους μέσω κοινών προγραμμάτων, η λειτουργία νέων σε τομείς σημαντικούς σε επιστημονικό και αναπτυξιακό επίπεδο και, τέλος, ένα στρατηγικό πλάνο 10ετίας για την σταδιακή αύξηση των θέσεων φοίτησης σε αριθμό τουλάχιστον εκείνο των αποφοίτων από τα προπτυχιακά προγράμματα.

 

(*)  Ο Γεώργιος Ι. Δουκίδης είναι καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών