Kreport > articles > Οι ρυθμίσεις του εργατικού νόμου: Τί αλλάζει και τί περιμένουμε

Οι ρυθμίσεις του εργατικού νόμου: Τί αλλάζει και τί περιμένουμε

Του Κώστα Δ. Παπαδημητρίου (*)

Τώρα που κόπασε ο θόρυβος της έντονης συζήτησης για το εργασιακό νομοσχέδιο που πρόσφατα ψηφίσθηκε από τη Βουλή, ίσως ο χρόνος είναι κατάλληλος, πλέον, να προσπαθήσουμε να  αξιολογήσουμε  τί είδους επιπτώσεις αναμένονται από την εφαρμογή του. Και βεβαίως έχουμε συνείδηση του επισφαλούς τέτοιων εκτιμήσεων, αφού αυτή η εξέλιξη των κοινωνικών φαινομένων συναρτάται με ποικίλους άλλους, πέραν του νομοθετικού κειμένου, παράγοντες, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι οι νομοθετικές ρυθμίσεις είναι τελικά αδιάφορες.

Και, ασφαλώς, δεν καταργείται το 8ωρο, ζήτημα που αποτέλεσε τη σημαία της αντιπαράθεσης για πολλές πλευρές. Εκεί όπου πάντοτε υπήρχαν παραβιάσεις του χρόνου εργασίας, και πάλι θα  συνεχίσουν να υπάρχουν. Πάντως, η διευθέτηση του ωραρίου, δηλαδή η αύξηση του ωραρίου σε μια περίοδο με αντίστοιχη μείωση ή άδεια σε κάποια άλλη, θα αποτελέσει, κατά κύριο λόγο, ένα παράγοντα μείωσης του εργατικού κόστους σε εκείνες τις επιχειρήσεις που παρουσιάζουν διακυμάνσεις ως προς τις ανάγκες εργατικού δυναμικού και, μόνο δευτερευόντως, μηχανισμό ικανοποίησης κάποιων αναγκών των εργαζομένων. Η εμπιστοσύνη στην ατομική διαπραγματευτική ικανότητα του εργαζομένου, στην οποία φαίνεται να στηρίζεται η νέα νομοθετική ρύθμιση, δεν πείθει. Συνεπώς, κρίσιμος παράγοντας θα είναι η εξασφάλιση της εφαρμογής των όρων της διευθέτησης, αν πραγματικά δηλαδή θα χορηγηθεί στον εργαζόμενο μεταγενέστερα η μείωση του χρόνου εργασίας ή η άδεια, πράγμα που προϋποθέτει όχι μόνο ενημέρωση των ελεγκτικών αρχών αλλά και ουσιαστικό και τακτικό έλεγχο εκ μέρους τους. Μπορεί να ελπίζει κανείς σε μια τέτοια πραγματικότητα;

Προς  αυτήν την κατεύθυνση, δηλαδή προς  την τήρηση του ωραρίου, θα μπορούσε να συμβάλει σημαντικά η ηλεκτρονική ψηφιακή κάρτα,  με την οποία επιδιώκεται να ελέγχεται, από 1.1.2022,  και σε πραγματικό χρόνο, ο χρόνος εργασίας του εργαζομένου. Και ασφαλώς μπορούμε  να είμαστε αισιόδοξοι, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι η εφαρμογή της ίδιας κάρτας είχε προβλεφθεί και πριν δέκα χρόνια, το 2011, αλλά δυστυχώς ποτέ δεν υλοποιήθηκε. Και, εν προκειμένω, κρίσιμοι παράγοντες είναι η υιοθέτηση ενός εύχρηστου ψηφιακού συστήματος, παράλληλα (και εδώ) με  την ενεργοποίηση  του ελεγκτικού μηχανισμού, αλλά και η κάμψη ορισμένων εργοδοτικών αντιδράσεων. Όσο και αν δεν πρέπει να είμαστε καχύποπτοι, ιδιαίτερα όταν η τεχνολογική εξέλιξη επιτρέπει περισσότερα πράγματα σε σχέση με το παρελθόν, άλλο τόσο οφείλουμε να μην εφησυχάζουμε.

Όμως, τα ζητήματα του συλλογικού εργατικού δικαίου είναι εκείνα τα οποία και ιδιαίτερης προσοχής αξίζουν, αλλά και στα οποία οι επιπτώσεις του νέου νόμου, κατ’αρχήν αρνητικές, δεν είναι απόλυτα προβλέψιμες. Αυτό συμβαίνει γιατί, εν προκειμένω, η υλοποίηση των ρυθμίσεων  συναρτάται με αστάθμητους παράγοντες, όπως ο συσχετισμός δυνάμεων σε συλλογικό εργασιακό, αλλά και σε πολιτικό, επίπεδο, ενώ επίσης προκύπτει, συχνά, επιρροή αποφάσεων τρίτων, μη ελέγξιμων παραγόντων, και ειδικότερα των εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας.

Πριν απ’όλα, λοιπόν,  ας αναρωτηθούμε για τις επιπτώσεις της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας για τη λήψη αποφάσεως σχετικά με την κήρυξη απεργίας. Άραγε η νέα ρύθμιση θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη συμμετοχή εργαζομένων και αποφυγή λήψεως των σχετικών αποφάσεων από μειοψηφίες, όπως ισχυρίζονται οι εμπνευστές της, ή αντίθετα θα καταλήγει σε  άσκηση πιέσεων τόσο από τον εργοδότη, όσο και από συναδέλφους του συμμετέχοντος στην ψηφοφορία, για να κινηθεί η ψήφος του προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις; Πάντως, η επίπτωση δεν  θα είναι, τελικά, ιδιαίτερα σημαντική, αφού οι αποφάσεις  για απεργία που θα κηρύσσονται από τις Ομοσπονδίες, τη ΓΣΕΕ ή τα σωματεία πανελλαδικής εμβέλειας θα συνεχίζουν, κατά το νόμο,  να λαμβάνονται από τα Διοικητικά Συμβούλιά τους με φανερή ψηφοφορία. Δηλαδή η εμβέλεια της διάταξης, ασφαλώς μη αμελητέα, δεν είναι άνευ ορίων.

Περαιτέρω, η επιβολή, σε κάθε περίπτωση, του 1/3 ως ελάχιστης υπηρεσίας που πρέπει να παρέχεται σε περίπτωσης απεργίας στις επιχειρήσεις κοινής ωφελείας,  σαφώς δυσχεραίνει, και μάλλον αναιτιολόγητα, την άσκηση του δικαιώματος της απεργίας. Δεν πρέπει, όμως, να λησμονείται ότι πολλές αντίστοιχες διατάξεις έχουν στο παρελθόν μείνει ανεφάρμοστες, ακριβώς γιατί ο συσχετισμός δυνάμεων ήταν τέτοιος που δεν «επέτρεπε»  τελικά την ευρεία εφαρμογή τους.

Αντιστοίχως, είναι αβέβαιο το πώς θα εφαρμοσθεί εκείνη η διάταξη η οποία προβλέπει την ευθύνη της συνδικαλιστικής οργάνωσης να εξασφαλίζει ένα περιβάλλον απαλλαγμένο από εντάσεις κατά τη διάρκεια της απεργίας. Η διάταξη αυτή μάλλον αποσκοπεί στο να προκαλέσει τον φόβο των Ιουδαίων, αφού, και πριν τη ψήφιση του νόμου, υπήρχαν στην έννομη τάξη μας αντίστοιχες δυνατότητες αποζημιωτικού ή κυρωτικού χαρακτήρα, στις οποίες οι διοικήσεις των επιχειρήσεων δεν προσέφευγαν γιατί αντιλαμβάνονταν ότι και ατελέσφορες θα ήταν και το μόνο που θα επιτύγχαναν, θα ήταν η περαιτέρω όξυνση.

Γενικότερα, φαίνεται να απουσιάζει από τις νέες ρυθμίσεις μια ευρύτερη αντίληψη για τις συλλογικές εργασιακές σχέσεις. Στο συλλογικό επίπεδο η έμφαση θα έπρεπε να τίθεται σε μηχανισμούς συμφιλίωσης, συνεννόησης και ομαλής επίλυσης της διαφοράς. Αποτελεί απέλπιδα προσπάθεια το να επιχειρεί κανείς να  αντιμετωπίσει έναν, ενδεχομένως ευνοϊκό υπέρ της εργατικής πλευράς, συσχετισμό δυνάμεων με μέτρα  κατασταλτικού χαρακτήρα.  Αγνοείται ότι επιτυχία μπορεί να θεωρηθεί μόνο η διάγνωση των αιτιών μιας απεργίας και η επίτευξη ενός αξιοπρεπούς συμβιβασμού. Η αντίληψη ότι οι απεργίες θα αποτραπούν εάν υιοθετήσουμε μεθόδους οιονεί απαγόρευσης, έχει περιορισμένη εμβέλεια. Όχι ότι πολλές από τις απεργίες που προκηρύσσονται δεν  εμφορούνται από αντιπολιτευτική διάθεση. Αλλά το ότι συχνότατα ακολουθούνται, ακόμη και στην περίπτωση αυτή, από σημαντικό αριθμό εργαζομένων, ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης,  δεν είναι τυχαίο.  Αν, λοιπόν,  η απεργία αποδεικνύεται στην πράξη επιτυχημένη, δηλαδή ακολουθείται από την πλειοψηφία των εργαζομένων, κάτι δεν πηγαίνει καλά με το κοινωνικό περιβάλλον και τη συλλογική συνεννόηση, άρα επιβάλλεται ο προβληματισμός. Αν, αντίθετα, ακολουθείται από μια μόνο μειοψηφία, οι σκοποί της απεργίας είναι καταδικασμένοι σε αποτυχία και αυτή η απεργία ήταν, απλά,  αποτέλεσμα κακής επιλογής.

Με λίγα λόγια, ούτε οι συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι τέλειες, αλλά ούτε και περιττές. Ούτε οι απεργίες είναι πάντα επιθυμητές, καθώς συνεπάγονται κοινωνικό και οικονομικό κόστος. Ας μη λησμονούμε ότι οικονομικό κόστος από την άσκηση απεργίας έχουν και οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, οι οποίοι στερούνται τον μισθό τους για το διάστημα κατά το οποίο απεργούν. Όμως, όταν αυτές οι απεργίες προκηρύσσονται και ακολουθούνται από τους εργαζομένους, ο κώδωνας κινδύνου κτυπά και απαιτείται εγρήγορση εκ μέρους και της πολιτείας και των εργοδοτικών υπευθύνων. Μήπως, λοιπόν,  απαιτείται μια νέα φιλοσοφία για τις εργασιακές σχέσεις της χώρας μας, απαλλαγμένη από δογματισμούς και προκαταλήψεις; Το διακύβευμα δεν είναι αμελητέο για την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη της χώρας, ειδικά σε κρίσιμες συνθήκες, όπως οι σημερινές. Ποιος είναι όμως αυτός που θα μπορέσει στο πεδίο των συλλογικών εργασιακών σχέσεων να δει πέραν από το βραχυπρόθεσμο μικροπολιτικό όφελος;..

(*) Ο Κώστας Δ. Παπαδημητρίου είναι καθηγητής Εργατικού Δικαίου της Νομικής Αθηνών