Kreport > articles > Ενστάσεις στο ελληνικό σχέδιο ανάκαμψης – Μια άλλη ανάγνωση

Ενστάσεις στο ελληνικό σχέδιο ανάκαμψης – Μια άλλη ανάγνωση

του Αλέκου Κρητικού (*)

 

Σήμερα αναμένεται να εγκριθεί από το συμβούλιο ECOFIN η πρώτη σειρά εθνικών σχεδίων ανάκαμψης, μεταξύ των οποίων το ελληνικό σχέδιο. Επανέρχεται έτσι μια διαδικασία που είχε ξεχαστεί. Επί τριάντα χρόνια τα εθνικά αναπτυξιακά σχέδια εγκρίνονταν μόνο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Τώρα θα χρειάζεται και πάλι έγκριση από όργανο των κρατών-μελών, εν προκειμένω από το συμβούλιο ECOFIN.

Από νωρίς ορισμένοι είχαμε χαρακτηρίσει την επάνοδο σε διαδικασίες διακυβερνητικής έγκρισης ως μία από τις παράπλευρες απώλειες των κατά τα άλλα ιστορικών αποφάσεων του Ιουλίου 2020, θεωρώντας, μεταξύ άλλων, ότι στη λήψη αποφάσεων θα υπεισέρχονται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό συγκεκριμένα κάθε φορά εθνικά συμφέροντα. Ήδη εμφανίστηκαν τα πρώτα δείγματα δικαίωσης αυτής της άποψης και αφορούν το ελληνικό σχέδιο. Το εθνικό σχέδιο ανάκαμψης της Ελλάδας απέσπασε σχεδόν διθυραμβικά σχόλια από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή που το αξιολόγησε, αλλά, σύμφωνα τουλάχιστον με τον συνήθως καλά πληροφορημένο ιστοχώρο Euractiv, κάποια κράτη-μέλη με επικεφαλής τη Γερμανία, εν όψει της έγκρισης του σχεδίου από το ECOFIN, προβάλλουν ενστάσεις σε ό,τι αφορά την επιλογή επιχειρήσεων που θα δανειοδοτηθούν μέσω του ταμείου ανάκαμψης.

Ειδικότερα, φέρονται να θεωρούν ότι η ελληνική κυβέρνηση δίνει προτεραιότητα σε «ασφαλείς» επενδύσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν ούτως ή άλλως τραπεζική χρηματοδότηση, αντί να κατευθύνει τις μέσω δανείων ενισχύσεις σε επενδύσεις «υψηλού ρίσκου», σε τομείς και σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις που επλήγησαν σοβαρά από την κρίση. Από κοντά και η αξιωματική αντιπολίτευση της Ελλάδας που υπερθεματίζοντας κάλεσε δια του εκπροσώπου της τον πρωθυπουργό «να σταματήσει τώρα την επιχείρηση πλιάτσικου στα δισεκατομμύρια του Ταμείου Ανάκαμψης».

Και οι μεν και οι δε όμως φαίνεται να ξεχνούν, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, ότι το Ταμείο Ανάκαμψης αποσκοπεί, όπως και η πλήρης ονομασία του υποδηλώνει, στην ανάκαμψη και στη διασφάλιση της ανθεκτικότητας της οικονομίας και όχι στην προσωρινή ανακούφιση από τις συνέπειες της πανδημίας και στην παράλληλη διαιώνιση του υφισταμένου, και εν πολλοίς αποτυχημένου, παραγωγικού μοντέλου. Αυτό σημαίνει ότι το εθνικό σχέδιο ανάκαμψης πρέπει να δώσει προτεραιότητα σε επιχειρήσεις και κλάδους που μπορούν να συμβάλουν σε αυτή την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου και στην αύξηση του εθνικού πλούτου, της απασχόλησης συμπεριλαμβανομένης. Προτεραιότητα θα πρέπει ακόμη να δοθεί σε επιχειρήσεις και κλάδους που, λόγω μεγέθους ή παραγωγικής κατεύθυνσης άντεξαν στην κρίση και όχι σε αυτές που ενδεχομένως και χωρίς την κρίση θα είχαν προβλήματα επιβίωσης.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι λιγότερο δυνατές επιχειρήσεις αφήνονται στην τύχη τους, σε μια λογική του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Οι επικριτές του ελληνικού σχεδίου, αλλά κι οι άκριτοι χειροκροτητές τους, φαίνεται να ξεχνούν ότι για την ανακούφιση από τις συνέπειες της πανδημίας έχουν ήδη κινητοποιηθεί για μικρομεσαίες επιχειρήσεις μέσω του τρέχοντος ΕΣΠΑ και της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας δανειακοί πόροι άνω των 8 δισεκατομμυρίων ευρώ. Αν δε σε αυτά προστεθούν τα δάνεια που θα κινητοποιηθούν από το πρόγραμμα REACT-EU και το νέο ΕΣΠΑ 2021-2027, το συνολικό ποσό δανείων για αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης από τις μικρομεσαίες επιχειρήσει θα είναι τουλάχιστον ίσο με το ποσόν των 12,7 δισ. ευρώ δανείων που προβλέπει το ελληνικό σχέδιο ανάκαμψης. Προς τι λοιπόν οι ενστάσεις των εταίρων μας, προς τι – πέραν της ευνόητης ψηφοθηρικής σκοπιμότητας – οι εγχώριοι κλαυθμοί και οδυρμοί για την δήθεν αγνόηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων; Σε ό,τι αφορά δε την προτροπή για προτεραιότητα σε επενδύσεις «υψηλού ρίσκου», θα θυμίσουμε απλά ότι ολόκληρη η οικονομία μας απειλείται από τα λεγόμενα «κόκκινα» δάνεια, των οποίων την ενδεχόμενη αύξηση δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζουμε ούτε στα χειρότερα όνειρά μας.

Επιχειρώντας, τέλος, και μια άλλη ανάγνωση της (κατά το Euractiv) άποψης ορισμένων εταίρων μας ότι θα χρηματοδοτηθούν επιχειρήσεις που έχουν ούτως ή άλλως πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό, θα παρατηρήσουμε ότι πιθανότατα αυτό είναι αληθές. Με μια όμως υποσημείωση: Ο εκτός σχεδίου ανάκαμψης δανεισμός τους θα γινόταν με επιτόκια πολύ υψηλότερα από αυτά με τα οποία δανείζονται οι ανταγωνίστριές τους επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στις χώρες που σήμερα κόπτονται για τη δήθεν άδικη κατανομή των δανείων του ελληνικού σχεδίου. Με προφανείς τις δυσμενείς επιπτώσεις για την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων.  Μήπως λοιπόν – και -εκεί πρέπει να αναζητηθεί η αιτία του ενδιαφέροντος των εταίρων μας για τις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις; Οι οποίες μάλιστα εκ των πραγμάτων δεν απειλούν την ανταγωνιστικότητα των δικών τους επιχειρήσεων;..

 

(*) Ο Αλέκος Κρητικός είναι Ειδικός Σύμβουλος του ΕΛΙΑΜΕΠ, πρώην στέλεχος ΕΕ και πρώην Γεν. Γραμματέας στα υπουργεία Ανάπτυξης και Εσωτερικών