Kreport > articles > Δεν θα γίνουν Έλληνες ποτέ, ή πώς όλα βαίνουν καλώς, εναντίον μας (*)

Δεν θα γίνουν Έλληνες ποτέ, ή πώς όλα βαίνουν καλώς, εναντίον μας (*)

Του Γιάννη Φ. Ιωαννίδη (**)

 

Σε αρκετές επιστημονικές μελέτες αναλύεται πώς η μετανάστευση λειτουργεί ως καθρέφτης. Μπορούμε σε αυτόν να παρατηρήσουμε χαρακτηριστικά των κοινωνιών μας. Πράγματι, τα προβλήματα του κοινωνικού κράτους, της δημόσιας διοίκησης, της αγοράς εργασίας, ακόμα και του πολιτικού συστήματος, συχνά αναδεικνύονται με αφορμή τη διαχείριση όψεων του φαινομένου της μετανάστευσης, αλλά τα περισσότερα δεν οφείλονται σε αυτήν, προϋπήρχαν. Με την αντανάκλαση στον καθρέφτη όμως, συχνά μεγεθυμένα, μπορούμε αν είμαστε ειλικρινείς να τα συνειδητοποιήσουμε. Ή, αντιθέτως, να τα αρνηθούμε, να τα απωθήσουμε. Αντί αυτογνωσίας, να στιγματίσουμε το είδωλο.

Ίσως το πλέον ενδεικτικό πεδίο για αυτού του είδους την άσκηση να είναι αυτό της ιθαγένειας. Το ποιος δικαιούται ή δεν δικαιούται να γίνει Έλληνας πολίτης είναι εξ ορισμού θεμελιώδες για την αντίληψη που έχουμε για το λαό, τη δημοκρατία, το έθνος. Σήμερα, 200 χρόνια μετά την Επανάσταση του 1821, ποιος είναι ή μπορεί να γίνει  Έλληνας;

Το ζήτημα δίχασε για μερικά χρόνια τα πολιτικά κόμματα. Το 2008 η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου είχε προτείνει μια ριζική μεταρρύθμιση του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας διαπνεόμενη από μια συμπεριληπτική αντίληψη για την ιδιότητα του πολίτη. Κτήση της ιθαγένειας από τη λεγόμενη δεύτερη γενιά αφενός, δηλαδή τα παιδιά νόμιμων μεταναστών που γεννιούνται και πάνε σχολείο στην Ελλάδα, εφόσον πληρούν κάποιες τυπικές προϋποθέσεις. Και, αφετέρου, πολιτογράφηση των ενήλικων αλλοδαπών που διαμένουν μόνιμα και νόμιμα ορισμένα χρόνια, μέσα από μια διαδικασία διαφανή, με εγγυήσεις, κατά την οποία θα διαπιστώνεται με ουσιαστικό τρόπο η ένταξη του αλλοδαπού στην ελληνική κοινωνία. Αυτές ήταν οι βασικές κατευθύνσεις που τελικά υιοθετήθηκαν από την Πολιτεία με το νόμο 3838/2010.

Παρά την αρχικά παθιασμένη αντίδραση των πλέον συντηρητικών πολιτικών δυνάμεων, με εξάρσεις συνωμοσιολογίας και εθνικιστικού φανατισμού, κάτι που οδήγησε και σε δικαστικές περιπέτειες ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας, τελικά και μετά από χρόνια φαίνεται ότι έχει πλέον επιτευχθεί μια, τρόπον τινά εθνική, δημοκρατική συναίνεση για το μείζον ζήτημα της λεγόμενης δεύτερης γενιάς. Χιλιάδες παιδιά που γεννιούνται και πάνε σχολείο στην Ελλάδα αποκτούν κάθε χρόνο την ιθαγένεια με απλή δήλωση, χωρίς να χρειάζεται και να αποδείξουν οτιδήποτε. Φυσικό είναι, τι να αποδείξουν; Στην πραγματικότητα δεν είναι κατ’ ακριβολογία μετανάστες δεύτερης γενιάς, γιατί δεν μετανάστευσαν από πουθενά, αλλά πρώτης γενιάς Έλληνες πολίτες, οι οποίοι τη μόνη πατρίδα που ξέρουν είναι η Ελλάδα.

Η μεταρρύθμιση της πολιτογράφησης αντιθέτως, που αφορά τους μετανάστες της λεγόμενης πρώτης γενιάς, δεν είχε ξεσηκώσει τέτοιου τύπου φορτισμένες αντιδράσεις, παρά μόνο από ορισμένους ακραία οπισθοδρομικούς. Όλα λοιπόν έβαιναν πολιτικά καλώς για την πολιτογράφηση, ελλείψει πολιτικής αντιδικίας, αν και στην πράξη εναντίον της, λόγω των μεγάλων καθυστερήσεων, της υπερβολικής γραφειοκρατίας, των υψηλότατων παράβολων, αλλά και της αυθαίρετα αυστηρής «πολιτικής» κάποιων επιτροπών πολιτογράφησης. Λίγοι αναλογικά οικοδόμοι, εργάτες γης, οικιακοί βοηθοί, από αυτούς που ήρθαν στην Ελλάδα από τη δεκαετία του 90 και μετά έχουν αποτολμήσει να τη ζητήσουν ή έχουν επιτύχει να την πάρουν. Και εφεξής, θα είναι πολύ-πολύ λιγότεροι.

Τούτο διότι από τη μια καθιερώθηκε ως υποχρεωτικό στάδιο μια γραπτή εξέταση για την πιστοποίηση επαρκούς γνώσης της γλώσσας, της γεωγραφίας, του πολιτισμού, των θεσμών και της ιστορίας. Το γεγονός ότι κάποιος μπορεί να είναι πλήρως ενταγμένος στην ελληνική κοινωνία, ενδεχομένως να έχει προκόψει, αγοράσει σπίτι, δημιουργήσει δική του επιχείρηση, να μιλάει καλά ελληνικά, αλλά να μην μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτόν τον τύπο της εξέτασης δεν φαίνεται να προβλημάτισε κανένα. Τυπική περίπτωση, ο Αλβανός οικοδόμος που έγινε εργολάβος, αλλά δεν θέλει να υποβάλει εαυτόν στο μαρτύριο να αποστηθίσει τις απαντήσεις σε κάποιες εκατοντάδες ερωτήσεις.

Το ότι απορρίπτονται από την συμπερίληψη στον ελληνικό λαό άνθρωποι που έχουν ριζώσει εδώ, σχετισθεί με γείτονες και χωριανούς, μεσήλικες πια, που πιθανότατα έχουν ελλιπείς γραμματικές γνώσεις, δεν φαίνεται να στενοχωρεί όσους σχεδίασαν αυτό το σύστημα. Θα πουν, μα πώς θέλεις κύριε να ψηφίζεις, αν δεν μπορείς να διαβάζεις εφημερίδες; Ή αν δεν μπορείς να μάθεις έστω παπαγαλία τις αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας ή τα κατορθώματα των Ελλήνων από αρχαιοτάτων χρόνων ; (απαίτηση, ειρήσθω εν παρόδω, που θα δυσκόλευε πολλούς εξ αίματος Έλληνες, σε μια εποχή που καθηγητές πανεπιστημίου της ιστορίας διαπιστώνουν ότι ακόμα και φοιτητές που έχουν εισαχθεί με πανελλήνιες μπερδεύουν την 25η Μαρτίου με την 28η Οκτωβρίου). Απάντηση: κριτήριο για την ένταξη στην ελληνική κοινωνία είναι οι απαντήσεις που θα έδινε κάποιος «αδιάβαστος», δηλαδή σε μη γνωστές εκ των προτέρων αλλά απλές και ουσιώδεις ερωτήσεις, όχι το τι μπορεί να αποστηθίσει. Και, πάντως, θα έπρεπε να υπάρχει εναλλακτικός τρόπος εξέτασης των αιτήσεων όσων λόγω ηλικίας και άλλων ιδιοτήτων δεν μπορούν να ανταποκριθούν επιτυχώς σε αυτές τις απαιτήσεις, ενώ είναι ενταγμένοι στην ελληνική κοινωνία. Αυτά ακούγονται σοβαρά και λίγο στενάχωρα. Αν θέλει κάποιος να ευθυμήσει όμως, μπορεί να διατρέξει την τράπεζα θεμάτων που θεσμοθέτησε το Υπουργείο Εσωτερικών και να τεστάρει πόσο ενταγμένος είναι ήδη στην ελληνική κοινωνία ή μήπως χρειάζεται λίγο φροντιστήριο.

Ακόμα όμως και να διαθέτει γραμματικές γνώσεις και ικανότητες απομνημόνευσης ένας μετανάστης, λίγες ελπίδες έχει να καλύψει την άλλη προϋπόθεση, που πρόσφατα, με άμεση εφαρμογή και κατ’ ουσίαν αναδρομικά, δηλαδή ως κόφτης ακόμα και για όσους έχουν υποβάλει αίτηση πολιτογράφησης εδώ και πολλά χρόνια, επέβαλε ο Υπουργός κ. Βορίδης: τον οικονομικό κόφτη, ήτοι φορολογικές δηλώσεις για αρκετά χρόνια πριν την υποβολή της αίτησης με δηλωμένες τις ετήσιες αποδοχές του αμειβόμενου υπαλλήλου και εργατοτεχνίτη της χώρας, κόφτης προσαυξημένος κατά 10% για κάθε εξαρτώμενο μέλος της οικογένειας. Μια προϋπόθεση που είναι ζήτημα αν συντρέχει για τα μισά ΑΦΜ των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα ή και των ελεύθερων επαγγελματιών στην Ελλάδα. Ένα ωμό ταξικό χαστούκι στο πρόσωπο ανθρώπων που όταν υπέβαλαν τις αιτήσεις τους και πλήρωσαν από το υστέρημά τους παράβολα πολλών εκατοντάδων ευρώ πληρούσαν όλες τις τυπικές προϋποθέσεις, δεν φταίνε σε τίποτα που επί χρόνια δεν εξετάστηκαν, και τώρα απλώς «κόβονται».

Έτσι λοιπόν, εν έτει 2021, η Ελληνική Πολιτεία θέτει τέτοιους όρους για να πολιτογραφηθεί ένας μετανάστης, που θα πρέπει να είναι κάτι σαν δεκαθλητής. Να έχει υπερπηδήσει όλα τα εμπόδια της γραφειοκρατίας ώστε να είναι νόμιμος για πολλά χρόνια, να έχει επιδείξει  πολυετή αντοχή στην ανάγκη για αδήλωτη εργασία, να έχει αποκτήσει μόνος του και χωρίς καμία κρατική αρωγή επαρκή γλωσσομάθεια και γνώσεις ιστορίας και πολιτισμού, αλλά να είναι και καλός στο σπριντ απομνημόνευσης λίγο πριν τις εξετάσεις.

Στην παραπάνω εικόνα καθρεφτίζεται μια μεγάλη γκάμα από ελληνικές παθογένειες. Στους εαυτούς μας συχνά τις συγχωρούμε ή κατηγορούμε το κράτος που δεν τις καταπολεμά, στους μετανάστες όμως άτεγκτοι, ιδίως ο κ. Υπουργός. Η ουσιαστική κατάργηση της πολιτογράφησης διαρρηγνύει την με κόπο κατακτηθείσα πολιτική συναίνεση και, πάντως, είναι εις βάρος του συμφέροντος της χώρας, που έχει κάθε λόγο να επιδιώκει τη συμπερίληψη στο λαό των ανθρώπων που από επιλογή ή ανάγκη ρίζωσαν στη χώρα. Όλα βαίνουν καλώς για τον κύριο Βορίδη, εναντίον μας όμως.

 

(*) «Όλα βαίνουν καλώς, εναντίον μας» είναι ο τίτλος της μυθιστορηματικής βιογραφίας του Μάρκου Βαμβακάρη, του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.

(**) Ο Γιάννης Φ. Ιωαννίδης είναι Δικηγόρος, Πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου